Αρχική σελίδα Μετά τον πόλεμο: Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους..

Μετά τον πόλεμο: Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960

, , , , , , , , , , , , ,
0 / 0
Πόσο σας άρεσε αυτό το βιβλίο;
Ποια είναι η ποιότητα του ληφθέντος αρχείου;
Κατεβάστε το βιβλίο για να αξιολογήσετε την ποιότητά του
Ποια είναι η ποιότητα των ληφθέντων αρχείων;
Σχεδιασμένη και επιμελημένη από τον διακεκριμένο βρετανό ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ, η συλλογή αυτή παρουσιάζει ορισμένα εξαίρετα δείγματα της συνεχιζόμενης έρευνας σχετικά με τις συνέπειες της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου στο έθνος, το κράτος, το δίκαιο και την οικογένεια. Οι συγγραφείς παρακολουθούν την πορεία της ατομικής και της συλλογικής ζωής μέσα στο κλίμα της πόλωσης που σημάδεψε την Ελλάδα ως ένα από τα βασικά ευρωπαϊκά μέτωπα του Ψυχρού Πολέμου. Έτσι φέρνουν στο φως ανέκδοτες τοπικές και περιφερειακές ιστορίες· επιχειρούν καινοτόμες προσεγγίσεις στα ζητήματα της κοινωνικής και της εθνοτικής διαίρεσης, της πολιτικής ιδεολογίας και του εθνικισμού· και ρίχνουν γόνιμες ματιές σε επίμαχα, παραμελημένα ή πρωτόγνωρα θέματα, όπως η θέση των παιδιών και των γυναικών στην αντίσταση και στις φυλακές, η τιμωρία των δωσιλόγων, η εκκαθάριση του πανεπιστημίου, η κρατική εκμετάλλευση των εθνικών εορτών, οι εβραϊκές αναμνήσεις από τη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, οι μνήμες της βουλγαρικής κατοχής στη βόρεια Ελλάδα, η αμφιλεγόμενη δίκη ενός εγκληματία πολέμου.
Το βιβλίο έρχεται έτσι να χαρτογραφήσει μια νέα κοινωνική ιστορία της Ελλάδας στις πολυτάραχες δεκαετίες του 1940 και 1950 και να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τις επιπτώσεις του πολέμου: Ποιες μορφές καθημερινής ζωής, δικαιοσύνης και εξουσίας αναδύονται μέσα από μια σπαρασσόμενη κοινωνία κι ένα εξασθενημένο κράτος; Πώς υπερβαίνουν οι άνθρωποι τις συγκρούσεις του πολέμου για να συμβιώσουν στη συνέχεια; Πώς ανταποκρίνονται στην καταστολή; Τι θυσιάζουν όταν αναγκάζονται να διαλέξουν ανάμεσα στην οικογένεια και την ιδεολογία
Έτος:
2003
Έκδοση:
Paperback
Εκδότης:
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Γλώσσα:
greek
Σελίδες:
335 / 339
ISBN 10:
9602212705
ISBN 13:
9789602212707
Αρχείο:
PDF, 17,13 MB

Ίσως σας ενδιαφέρει Powered by Rec2Me

 
0 comments
 

To post a review, please sign in or sign up
Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο για βιβλίο και να μοιραστείτε την εμπειρία σας. Άλλοι αναγνώστες θα ενδιαφέρονται να μάθουν τη γνώμη σας για τα βιβλία που διαβάσατε. Ανεξάρτητα από το αν σας άρεσε το βιβλίο ή όχι, εάν θα πείτε για αυτό ειλικρινά και λεπτομερώς, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να βρουν για τον εαυτό τους νέα βιβλία που θα τους προκαλέσουν ενδιαφέρον.
1

Impeach: The Case Against Donald Trump

Έτος:
26
Γλώσσα:
english
Αρχείο:
EPUB, 19,54 MB
0 / 0
2

Give, a novel

Έτος:
2019
Γλώσσα:
english
Αρχείο:
EPUB, 1,55 MB
0 / 0
MARK MAZOWER
Ε π ιμ έ λ εια

Μετά τον πόλεμο
Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΣΤΗΝ ΕΑΑΑΔΑ, 1943-1960

Μ ετάφραση
Ε ΙΡΗ Ν Η Θ Ε Ο Φ Υ Λ Α Κ Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

Ε π ιμ έλεια
ΓΙΑ Ν Ν Η Σ Κ Α ΣΤΑ Ν Α ΡΑ Σ

Δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

-------ΝΕΟΤΕΡΗ Κ Α Ι ΣΥΓΧΡΟ Ν Η ΙΣΤΟΡΙΑ------Υ πεύθυ νοι σειράς: Κ ώ στα ς Κ ωστής, Σω κρά τη ς Π ετμεζάς

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

© Princeton University Press, 2000
© για την ελληνική γλώσσα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Η μετάφραση έγινε από το αγγλικό πρωτότυπο.
Πρώτη έκδοση: Νοέμβριος 2003
Δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη: Μάρτιος 2004
ISBN 960-221-270-5
Διορθώσεις: Δήμητρα Τουλάτου
Στοιχειοθεσία, σελιδοποίηση, φιλμ, μοντάζ: Παναγιώτης Κοντομηνάς
e-mail: alexcom@otenet.gr
http://www.alexandria-publ.gr
Κεντρική διάθεση: Σόλωνος 133, 106 77 Αθήνα, τηλ.: 3806305, 3821813, fax: 3838173
Βιβλιοπωλείο στη Στοά του Βιβλίου: Πεσμαζόγλου 2 / Σταδίου 44,105 64 Αθήνα, τηλ.: 3311719

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμη­
μάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή
του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις
του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισίου, που κυρώθηκε με τον ν.
100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονι­
κές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

Π εριεχόμενα

Σ νντομ ογρ α φ ίες......................................................................................................

10

Εισαγωγή...................................................................................................................
Mark M azower

11

1
Τρεις μορφές πολιτικής δικαιοσύνης: Ελλάδα, 1944-45................................
Mark M azower

33

2
Δωσίλογοι: Α πό την Κατοχή στην Απελευθέρωση..........................................
Ε λένη Χ α ϊδ ίά
3
Η εκκαθάρ; ιση του Π ανεπιστημίου μετά την Απελευθέρωση..........................
Π ροκοπής Π α πα σ τρά της
4
Ανάμεσα στην άρνηση και την αυτοάρνηση:
Π ολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα, 1945-50..................................................
Π ολνμέρης Β όγλης

53

73

87

5
Π αιδιά στη δίνη του Εμφυλίου πολέμου: Οι ενήλικες του σήμερα.............
Μ αντώ Δ αλιάνη καί M ark M azower

105

6
Οι γυναίκες της Αριστερός μπροστά στο δίλημμα: πολιτική ή οικογένεια;....
Τασονλα Βερβενιώτη

121

7
Η αδύνατη επιστροφή: Α ντιμετω πίζοντας το χωρισμό και την
ανασυγκρότηση της μνήμης ως συνέπεια του Εμφυλίου π ο λ έμ ο υ ..............
R iki van Boeschoten

139

Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστερός στην Κατοχή..
Στάθης Ν. Καλύβας
9
Ο Εμφύλιος πόλεμος στην Ε υρυτανία...........................................................
Γιάννης Σακκάς

205

10
Η αστυνόμευση της Δεσκάτης, 1942-46..........................................................
Λη Σαράφη
11
Πρωτόκολλο και θέαμα: Εθνικοί εορτασμοί στη Βόρεια Ε λλά δα .............
Αναστασία Καρακασίδου

231

243

12
«Μετά τον πόλεμο ήμασταν όλοι μαζί»: Αναμνήσεις Εβραίων
της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης...................................................................
Bea Lewkowicz
13
Προσωπική και συλλογική μνήμη από τις εμπειρίες της βουλγαρικής
κατοχής στην ανατολική Μ ακεδονία...............................................................
Ξανθίππη Κοτζαγεώργη-Ζνμάρη και Τάσος Χατζηαναστασίου
14
«Μια υπόθεση πολιτικής και όχι δικαιοσύνης»: Η δίκη Μέρτεν
(1957-59) και οι ελληνογερμανικές σχέσεις....................................................
Σονζαν-Σοφία Σπηλιώτη

269

297

319

Οι σιτρ/ραφείς τον τό μ ο ν .................................................................................

329

Ε νρετήριο...........................................................................................................

331

Το βιβλίο αυτό αφιερώ νεται στη μνήμη
της Nancy Crawshaw
και της Μ αντώ ς Δ αλιάνη

Σνντομογραφίες
ΑΓΔΒΕ
ΑΓΔΔΜ
ΑΣΚΙ
AJDC

Αρχείο Γενικής Διοίκησης Βορείου Ελλάδας
Αρχείο Γενικής Διοίκησης δυτικής Μακεδονίας
Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας
American Joint Distribution Committee

ΒΑ
BA/ZWA
BLO

Bundesarchiv Koblenz
Bundesarchiv-Zwischenarchiv Hengelar
British Liaison Officer

ΔΣΕ

Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας

ΕΑ
ΕΑΜ
ΕΑΣΑΔ
ΕΔΕΣ
ΕΛΑΣ
ΕΟΒ
ΕΟΝ
ΕΠ
ΕΠΟΝ
ΕΣΑΓ

Εθνική Αλληλεγγύη
Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο
Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως
Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος
Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός
Εθνική Οργάνωση Βασιλοφρόνων
Εθνική Οργάνωση Νεολαίας
Εθνική Πολιτοφυλακή
Ελληνική Πολιτική Οργάνωση Νέων
Ειδική Σχολή Αναμόρφωσης Γυναικών

FO

Public Record Office, Λονδίνο, Foreign Office Files

ΚΕΠΠ
ΚΚΕ

Κεντρική Επιτροπή Περιφέρειας Πελοποννήσου
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας

MAY

Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου

ΟΕΚ
ΟΠΛΑ
OSS

Ομάδες Ενόπλων Καταδιωκόμενων
Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα
Office of Strategic Services

ΠΕΕΑ
ΠΕΟΠΕΦ
PRO

Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης
Πανελλήνιος Ένωσις Οικογενειών Πολιτικιάν Εξορίστων-Φυλακισμένων
Public Record Office, Λονδίνο

SNOF
SOE

Slovenomakedonski Narodno Osloboditelen Front
Special Operations Executive

USNA

United States National Archives, Ουάσινγκτον

WO

Public Record Office, Λονδίνο, War Office Files

Ε ισαγω γή
M ark M azo w er

Τον Α πρίλιο του 1941, ο γερμανικός στρατός εισέβαλε ακάθεκτος στην Ελλάόα,
εγκαινιάζοντας σχεδόν μια δεκαετία κοινωνικής αποσάρθρωσης, πολιτικής κα­
τάρρευσης και πρω τοφ ανούς μαζικής βίας. Το προπολεμικό σύστημα διακυβέρ­
νησης της χώ ρας ήταν ασταθές αλλά, παρά τα πραξικοπήματα, τις στρατιωτικές
επεμβάσεις, τις εκκαθαρίσεις και τα αντιπραξικοπήματα που σημάδεψαν την
ταραγμένη ιστορία του, ουδέποτε είχε προκαλέσει τέτοια έχθρα και αιματοχυ­
σία όπω ς αυτή που έμελλε να ακολουθήσει. Τα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν
μια περίοδος χρόνια ς κρίσης εξαιτίας του «εθνικού διχασμού» ανάμεσα στους
δημοκράτες βενιζελικούς και τους βασιλόφρονες αντιβενιζελικούς, που χάραξε
την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το εξωτερικό χρέος και το κόστος μιας ολό­
κληρης δεκαετίας πολέμων, από το 1912 μέχρι το 1922, είχαν επιβαρύνει την εύ­
θραυστη οικονομία που, παράλληλα, είχε να αντιμετω πίσει τις συνέπειες των
συγκρούσεων της προηγούμενης εκείνης περιόδου: το τεράστιο κύμα προσφύ­
γων που είχαν εγκαταλείψει τα εδάφη της Ο θωμανικής Α υτοκρατορίας και τα
παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Π ερισσότεροι από ενάμισι εκατομμύριο πρ ό ­
σφυγες εισήλθαν σε ένα έθνος-κράτος του οποίου ο κρατικός μηχανισμός δεν εί­
χε ακόμα απορροφήσει τα μεγάλα νέα εδάφη που είχε κερδίσει στο βορρά -στη
Μ ακεδονία και τη Θ ράκη- μαζί με τις σλαβικές, εβραϊκές και μουσουλμανικές
μειονότητές τους. Δεν είναι παράξενο ότι οι εντάσεις που προέκυψαν -ανάμεσα
στους βενιζελικούς και τους βασιλόφρονες, ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους
αποκαλούμενους αυτόχθονες, ανάμεσα στην ελληνική πλειονότητα και τις μη
ελληνικές μειονότητες- δημιούργησαν εμπόδια στα οποία δύσκολα μπορούσε
να αντεπεξέλθει η πολιτική ελίτ της χώρας. Η οικονομική ύφεση του μεσοπολέ­
μου είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του μοναδικού πολιτικού που είχε κάποιο
ανάστημα, του ίδιου του Βενιζέλου. Το 1936, η κοινοβουλευτική δημοκρατία
ανατρέπεται και εγκαθιδρύεται η δικτατορία του δεξιού στρατηγού Ιωάννη Μεταξά, πιστού βασιλόφρονα. Ο Μεταξάς βάλθηκε να καταστρέψει την Αριστερά,
χρησιμοποιώ ντας στο έπακρο την αντικομμουνιστική νομοθεσία που είχαν ψη­
φίσει οι προκάτοχοί του. Οι κομμουνιστές, πραγματικοί και πιθανολογούμενοι,
καθώς και οι συνδικαλιστές, εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν από ειδικά δικαστή­
ρια. Ό λα αυτά προκάλεσαν μια πρωτοφανή καταστολή για τα ελληνικά δεδομέ­
να, ωστόσο θα ωχριούσαν μπροστά σε όσα έμελλε να ακολουθήσουν.

Την άνοιξη του 1941, η χώρα βρισκόταν μοιρασμένη σε τρεις καταχτητές: οι
Ιταλοί κατείχαν την Κεντρική Ελλάδα, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και τις
Κυκλάδες· οι Γερμανοί σχεδόν όλα τα υπόλοιπα σημεία στρατηγικής σημασίας,
συμπεριλαμβανομένης της Μακεδονίας (με τη Θεσσαλονίκη) και της Κρήτης· οι
Βούλγαροι την ανατολική Μακεδονία και τη δυτική Θράκη. Μολονότι στην
Αθήνα είχε σχηματιστεί κυβέρνηση δωσίλογων με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου, η εξουσία της στις τρεις ζώνες κατοχής ήταν σε γενικές γραμμές έμμε­
ση και η κυριαρχία της αβέβαιη. Αυτό φάνηκε σχεδόν αμέσως, καθώς οι προμή­
θειες τροφίμων μειώθηκαν και ο λιμός απείλησε τις μεγαλύτερες πόλεις και τα
νησιά. Πολύ σύντομα έγινε σαφές ότι το καθεστώς Τσολάκογλου δεν ήταν αρκε­
τά ισχυρό ώστε να συλλέξει τη σοδειά από τους αγρότες και να τη διανείμει στις
πόλεις. Τα δεκάδες χιλιάδες θύματα που έχασαν τη ζωή τους από την πείνα κατά
τη διάρκεια του πρώτου χειμώνα της Κατοχής μαρτυρούν την πολιτική και διοι­
κητική ανικανότητα της ελληνικής κρατικής μηχανής στην Αθήνα. Στην πραγμα­
τικότητα, η Ελλάδα μόλις και μετά βίας στεκόταν ως πολιτική οντότητα.
Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό κενό, οι προσπάθειες των απλών ανθρώπων να
κρατηθούν στη ζωή και να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε τρόφιμα και ασφάλεια
-στοιχειώδη δικαιώματα του πολίτη τα οποία δεν μπορούσε πλέον να εγγυηθεί
το ελληνικό κράτος- απέκτησαν πολιτική χροιά. Ένα είδος κοινωνικής αντί­
στασης εμφανίστηκε μαζί με τη συλλογή πληροφοριών και τις επιχειρήσεις δο­
λιοφθοράς υπέρ των Συμμάχων στις οποίες επιδίδονταν μερικές μικρές ομάδες
σχεδόν από τις αρχές της Κατοχής. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1941
σημειιύθηκαν ακόμα και σποραδικές επιθέσεις εναντίον στρατευμάτων του
Αξονα: κάποιες ήταν ενέργειες ομάδων πρώην Ελλήνων στρατιωτικών, ενώ άλ­
λες αποτελούσαν πολιτικές πρωτοβουλίες αριστερών. Ό ταν όμως οι κομμουνι­
στές στην περιοχή της Δράμας οργάνωσαν εξέγερση κατά της βουλγαρικής κα­
τοχής, οι Βούλγαροι προέβησαν για αντίποινα στη σφαγή Ελλήνων αμάχων.
Χιλιάδες τρομοκρατημένοι πρόσφυγες εγκατέλειψαν τότε τη βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία και κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη. Τον Οκτώβριο του 1941, μια
επίθεση εναντίον Γερμανών στρατιωτών στην κοιλάδα του Στρυμόνα προκάλεσε αντίποινα της Βέρμαχτ με αποτέλεσμα τη μαζική εκτέλεση περισσοτέρων
από διακοσάον κατοίκων στο χωριό Καρδύλια.
Έτσι, τον χειμοτνα του 1941, αιφνιδιασμένη από τη σφοδρότητα της αντίδρα­
σης των δυνάμεων του Αξονα, η ένοπλη αντίσταση ατόνησε, για να επανεμφανι­
στεί πιο συγκροτημένα με κινητοποιήσεις στις πόλεις. Η Εθνική Αλληλεγγύη εμ­
φανίστηκε σαν παράνομο κίνημα για τον έλεγχο της πρόσβασης στα είδη τροφί­
μων, την αποτροπή της μαύρης αγοράς και την εγγύηση της διανομής, και συνδε­
όταν με το ΕΑΜ, που σύντομα αποτέλεσε το κύριο αντιστασιακό κίνημα στην
Αθήνα και την επαρχία. Πολλά από τα μέλη του, που αυξάνονταν με γρήγορους
ρυθμούς, δεν αντιλαμβάνονταν ότι πίσω από αυτό βρισκόταν το Κομμουνιστικό
Κόμμα, το οποίο εκμεταλλευόταν για δικούς του σκοπούς τη γενική δυσφορία
απέναντι στην κυριαρχία του Αξονα, πολύ πιο επιτυχημένα από τους προπολεμι­
κούς πολιτικούς αντιπάλους του. Από τα τέλη της άνοιξης του 1942, οι ένοπλες

αντιστασιακές οργανώσεις δραστηριοποιήθηκαν ξανά σε μικρή κλίμακα, κυρίως
σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές. Στη διάρκεια όμως της χρονιάς, το ΚΚΕ
ίδρυσε δική του στρατιωτική αντιστασιακή πτέρυγα, τον ΕΛΑΣ, και άρχισε να
διαλύει, συχνά διά της βίας, αντίπαλες αντιστασιακές ομάδες. Σε αντίθεση με τη
Γαλλία, για παράδειγμα, η κομμουνιστική τακτική στην Ελλάδα έμελλε να μονο­
πωλήσει την ένοπλη αντίσταση και να επιμείνει στη στράτευση σε ένα και μονα­
δικό κίνημα Λ αϊκού Μετώπου, όπου κυριαρχούσαν το κόμμα και τα στελέχη του.
Πριν ακόμα το Στάλινγκραντ αλλάξει την πορεία του πολέμου στις αρχές του
1943, είχε διαγράφει το πλαίσιο του μακροπρόθεσμου πολιτικού προβλήματος
της Ελλάδας. Ο Μεταξάς είχε σαρώσει την παλιά πολιτική ελίτ του μεσοπολεμικού κοινοβουλευτικού συστήματος, και ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θρήνησαν γΓ
αυτή την απώλεια. Ό μω ς και η δικτατορία είχε σαρωθεί με τη σειρά της από τους
Γερμανούς, και ακόμα λιγότεροι ήταν εκείνοι που επιθυμούσαν την επιστροφή
στην προπολεμική αυταρχική Δεξιά. Μετά α π ’ όλα αυτά, η μοναρχία είχε περιέλθει σε καθεστώς ανυποληψίας και, αναμφίβολα, η πλειοψηφία του λαού ήταν
αντίθετη στην επιστροφή του βασιλιά. Η τροπή των γεγονότων, σε συνδυασμό με
την επιδέξια κυριαρχία του Κ ομμουνιστικού Κόμματος στο αντιστασιακό κίνη­
μα και τη γενικότερη κλίση της Ευρώπης προς την Αριστερά κατά την περίοδο
του πολέμου, έδειχνε να οδηγεί σε μια νέα μεταπολεμική δημοκρατική τάξη πραγ­
μάτων, όπου η οργανωμένη Αριστερά (και στην Ελλάδα αυτό δεν σήμαινε τίποτε
άλλο από τον κομμουνισμό) θα είχε ηγετικό ρόλο. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως,
τι θα συνέβαινε με το παραδοσιακό στρατηγικό ενδιαφέρον της Βρετανίας για
την Ελλάδα και, ιδίως, με την άκρως συναισθηματική δέσμευση του Τσώρτσιλ για
την επάνοδο του βασιλιά Γεώργιου στην Αθήνα; Ό ταν Βρετανοί κομάντος του
SOE έπεσαν με αλεξίπτωτα στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1942, βρέθηκαν,
προς μεγάλη τους έκπληξη, στο μέσον ενός πολιτικού ναρκοπέδιου.
Τα πολιτικά και στρατιω τικά συμφέροντα της Β ρετανίας συγκρούονταν. Η
πολεμική προσπάθεια υπαγόρευε την υποστήριξη του ΕΑΜ/ΕΑΑΣ, καθώς π α ­
ρείχε την π ιο αποτελεσματική αντάρτικη οργάνωση κατά του Αξονα· τα μακρο­
πρόθεσμα πολιτικά ζητήματα όμως απαιτούσαν κάποιου είδους αντικομμουνιστικό αντίβαρο. Έ τσι, ενώ εξακολούθησαν να συνεργάζονται και να τροφοδο­
τούν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, οι Βρετανοί χρηματοδότησαν μια άλλη αντιστασιακή
ομάδα, τον ΕΔΕΣ, με επικεφαλής τον διαβόητο Ν απολέοντα Ζέρβα. Ο Ζέρβας
υποχρεώθηκε από τους Βρετανούς αξιω ματικούς να βγει στα βουνά και να ανα­
πτύξει σταδιακά μια ένοπλη οργάνωση, ενώ στη συνέχεια πείστηκε να εγκατα­
λείψει τις αρχικές του δημοκρατικές πεποιθήσεις και να ταχθεί υπέρ της μο­
ναρχίας. Οι προσπάθειες για συνεργασία των δύο αντιστασιακών οργανώσεων
υπήρξαν, ως επί το πλείστον, αποτυχημένες ενώ από το 1943 και μετά ξέσπασε
ανάμεσά τους η σύγκρουση. Αμέσως μετά την Απελευθέρωση, στα τέλη φθινο­
πώρου του 1944, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στράφηκε εναντίον του ΕΔΕΣ και τον α νά­
γκασε να εγκαταλείψει το προπύργιό του, την Ή πειρο, και να καταφύγει στην
Κέρκυρα. Παράλληλα με την υποστήριξή τους προς τον ΕΔΕΣ, οι Βρετανοί
διατήρησαν π ιο ανεπίσημους δεσμούς με αξιω ματικούς της ελληνικής χω ροφυ­

λακής και άλλων εθνικιστικών μονάδων, πρόθυμοι να παραβλέπουν τη συνερ­
γασία τους με τους Γερμανούς.
Οταν οι Γερμανοί αποσύρθηκαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944,
σχεδόν τίποτα δεν μπορούσε να εμποδίσει την κατάληψη της εξουσίας από το
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Κυριαρχούσε στην επαρχία και στις πόλεις. Ο ΕΔΕΣ εκδιώχθηκε
από την ενδοχώρα. Οι δωσίλογοι συλλαμβάνονταν, ανακρίνονταν και, σε μερι­
κές περιπτώσεις, σφαγιάζονταν πριν προλάβουν να επέμβουν οι Βρετανοί. Οι
ασήμαντες βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν τότε στην Ελλάδα δεν αποτε­
λούσαν ικανό αντίπαλο για τους χιλιάδες οπλισμένους αντάρτες που έλεγχε ο
ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όμως δεν έκανε καμία κίνηση εναντίον τους και, απενα­
ντίας, χαιρέτησε την άφιξη του νέου πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου,
στην κυβέρνηση του οποίου είχε αναλάβει αρκετά υπουργεία. Έ νας από τους
λόγους για τη στάση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ήταν αναμφίβολα η θέση της Ρωσίας, η
οποία είχε κάνει ξεκάθαρο στην ηγεσία του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμμα­
τος ότι δεν επικροτούσε την κατάληψη της εξουσίας διά της βίας: οι διαπραγ­
ματεύσεις του Τσώρτσιλ με τον Στάλιν είχαν καταλήξει σε μια συμφωνία που η
Ελλάδα τότε αγνοούσε και η οποία παρέδιδε ρητά τη χώρα στη βρετανική σφαί­
ρα επιρροής. Την εποχή εκείνη η Σοβιετική Ένωση είχε να κυνηγήσει μεγαλύτε­
ρα ψάρια στην Ανατολική Ευρώπη.
Π αρ’ όλα αυτά, αρκετά μέλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, αν και δεν αντιτάσσονταν
στους Βρετανούς, δεν μπορούσαν να καταλάβουν για ποιο λόγο η ηγεσία τους
δίσταζε να καταλάβει την εξουσία. Στο παρασκήνιο, η δυσπιστία και η καχυπο­
ψία ανάμεσα στους αντιστασιακούς και σε όσους είχαν βρεθεί στην εξουσία με
την υποστήριξη των Βρετανών είχαν φτάσει σε οριακό σημείο. Στις αρχές Δε­
κεμβρίου του 1944, μόλις δύο μήνες μετά την απόσυρση της Βέρμαχτ, οι αντι­
στασιακοί υπουργοί στην κυβέρνηση Παπανδρέου παραιτήθηκαν λόγω διαφω­
νίας σ’ ένα καίριο ζήτημα: τη σύνθεση της νέας αστυνομικής δύναμης. Αδυνα­
τώντας να συμφωνήσουν ποιος έπρεπε να ελέγχει τους φορείς της ένοπλης δύ­
ναμης στο μεταπολεμικό κράτος, οι δύο πλευρές διασπάστηκαν* δυο μέρες αρ­
γότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, μετά από ένα συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας
όπου η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε αρκετούς άοπλους διαδηλωτές, ξέ­
σπασαν συγκρούσεις σε όλη την πρωτεύουσα. Ή ταν η αρχή των Δεκεμβριανών,
που κατέληξαν στον εγκλωβισμό Βρετανών στρατιωτών στην περιοχή γύρω
από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία από μονάδες του ΕΑΑΣ και στις εφορμή­
σεις της βρετανικής αεροπορίας κατά των αριστερών συνοικιών της Αθήνας.
Ακόμα και σήμερα επικρατεί μεγάλη διχογνωμία γύρω από τα αίτια και τη
σημασία των Δεκεμβριανών: επρόκειτο για την αρχή της κατάληψης της εξου­
σίας από τους κομμουνιστές ή για μια αυθόρμητη αντίδραση της Αριστερός
ενάντια στη βία και τις προκλήσεις της Δεξιάς; Ή ταν το πρώτο ή μήπιυς κιόλας
το δεύτερο στάδιο του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά,
που θα ξεσπούσε και θα κατέληγε σε γενικευμένο πόλεμο την περίοδο 1946-49;
Τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι
ότι με το τέλος των συγκρούσεων τον Ιανουάριο του 1945 και με τους όρους της

ειρήνης που συμφωνήθηκαν τον επόμενο μήνα στη Βάρκιζα η πλάστιγγα της
εξουσίας στην Ελλάδα έγειρε ξαφ νικά και αποφασιστικά σε βάρος της Αριστε­
ρός, για πρώτη φορά μετά το 1942. Αρχισαν τότε εκκαθαρίσεις στις δημόσιες
υπηρεσίες και αργότερα στη νέα χωροφυλακή που, σε αντίθεση με τις εκκαθαρί­
σεις στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν είχαν ως στόχο τους δωσίλογους αλλά του
ύποπτους αριστερών φρονημάτων και τους αντιστασιακούς.
Σε αυτό το πλαίσιο της δεξιάς τρομοκρατίας, όπου ξεκαθαρίστηκαν πολλοί
λογαριασμοί με την Αριστερά και διαπράχθηκαν καινούργια εγκλήματα, η άρτι
αφιχθείσα πολιτική ελίτ της Ελλάδας αρπάχτηκε απεγνωσμένα από τη βρετανι­
κή υποστήριξη και προσπάθησε να σταθεροποιήσει τη θέση της. Εκ των υστέρων,
το 1945 ξεχωρίζει ως η χρονιά όπου η μετριοπαθής κεντρώα πολιτική, σε συν­
δυασμό με μια σοβαρή προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της ο ι­
κονομικής σταθεροποίησης και ανάκαμψης, δοκιμάστηκε και απέτυχε. Στις
εκλογές του Μ αρτίου του 1946, η Αριστερά -π α ρ ά τις συστάσεις των Σοβιετι­
κ ώ ν- απείχε, και η φιλομοναρχική Δεξιά θριάμβευσε. Παρά το γεγονός ότι η νέα
κυβέρνηση είχε φιλελεύθερο επικεφαλής, η εξουσία σε περιφερειακό και τοπικό
επίπεδο βρισκόταν κυρίω ς στα χέρια αντικομμουνιστών: η βία των δεξιών εντάθηκε σε σημείο που ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση μόλις και μετά βίας έλεγχε τα
τεκταινόμενα στην επαρχία. Το φθινόπω ρο της ίδιας χρονιάς, ένα νόθο δημοψή­
φισμα εξασφάλισε την επιστροφή του βασιλιά. Οι συμβουλές τω ν Βρετανών για
μετριοπάθεια αγνοήθηκαν και ο κεντρώος πολιτικός χώ ρος εξέλιπε.
Ενώ οι αριστεροί εγκατέλειπαν τα σπίτια και τα χω ριά τους για να σωθούν,
νέες ένοπλες ομάδες άρχισαν να σχηματίζονται στις ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου και της Κεντρικής Ελλάδας. Στα τέλη του 1946 ήταν πλέον φανερό
ότι η χώ ρα βρισκόταν εκ νέου αντιμέτωπη με τον Εμφύλιο πόλεμο. Ο ΔΣΕ
ήταν, ουσιαστικά, ο μεταπολεμικός διάδοχος του ΕΑΑΣ, με μόνη διαφορά ότι ο
κομμουνιστικός έλεγχος ήταν ακόμα πιο πλήρης και τα ιδεολογικά του διακυβεύματα λιγότερο ασαφή. Α ρχικά σημείωσε μεγάλες επιτυχίες κατά του ανασυ­
γκροτημένου Εθνικού Στρατού. Ό μω ς η βρετανική και, αργότερα, η αμερικανι­
κή προσφορά πολεμικού υλικού και οικονομικής βοήθειας, σε συνδυασμό με τη
στρατηγική της αναγκαστικής μετακίνησης δεκάδων χιλιά δω ν χω ρικώ ν με στό­
χο τη λιμοκτονία τω ν ανταρτώ ν και την αναβάθμιση του ελληνικού στρατού,
ανέτρεψαν την κατάσταση. Καθώς ο ανταρτοπόλεμος εξελίχθηκε σε μια μάλλον
συμβατική στρατιωτική σύγκρουση, τα πλεονεκτήματα του τακτικού στρατού
αποδείχτηκαν αποφασιστικής σημασίας. Το 1948, η διαφ ω νία Τίτο-Στάλιν έδω­
σε το τελικό χτύπημα. Ο Τ ίτο ήταν ο κύριος υποστηρικτής του ΔΣΕ· όταν η ηγε­
σία του ΔΣΕ επέλεξε τον Στάλιν και την αφοσίωση στη Σοβιετική Ένωση, ο Τ ί­
το απέσυρε την υποστήριξή του. Τον επόμενο χρόνο ο ΔΣΕ είχε ηττηθεί. Χ ιλιά ­
δες πρόσφυγες επέστρεψαν στα σπίτια τους· άλλοι αναζήτησαν καταφύγιο πέρα
από τα βόρεια σύνορα με την Ελλάδα· χιλιάδες άλλοι στάλθηκαν εξορία σε νη­
σιά ή φυλακίστηκαν στην ηπειρωτική χώρα. Από το 1950 και μετά, στην Ελλά­
δα επικράτησε η ειρήνη, μια παράξενη και φορτισμένη ειρήνη, που τη διασφάλι­
ζε μία τυπικά δημοκρατική τάξη πραγμάτω ν και στηριζόταν στην καταστολή,

στις διώξεις των αριστερών και στην ένοπλη βία στο περιθώριο της κοινωνίας.
Κι ίσως μόνον όταν η αντικομμουνιστική Δεξιά περιήλθε σε ανυποληψία με την
πτώση της χούντας το 1974, η χώρα μπόρεσε να επιστρέφει σε μια φαινομενική
ηρεμία.
Ο ελληνικός Εμφύλιος υπήρξε η πιο αιματηρή σύγκρουση της Ευρώπης από το
1945 μέχρι τη όιάλυση της Γιουγκοσλαβίας και αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή του
Ψυχρού Πολέμου. Ακόμα και πριν το 1945, όταν στους κόλπους της Αντίστασης
είχαν ξεσπάσει εξοντωτικές συγκρούσεις, στις βρετανικές υπηρεσίες της περιόδου
του πολέμου κυκλοφορούσαν σφοδρά αντιτιθέμενες ερμηνείες της ελληνικής πο­
λιτικής κατάστασης. Μετά το Δόγμα Τρούμαν -μια εντυπωσιακή μεταστροφή της
αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που οφειλόταν άμεσα σε ορισμένες εξελίξεις
στην Ελλάδα- το 1947, οι ιστορικοί της Δεξιάς και της Αριστεράς άρχισαν την
έντυπη διαμάχη τους προσπαθώντας να διευθετήσουν το ζήτημα των ευθυνών για
τον Εμφύλιο. Η διαμάχη αυτή έλαβε χώρα κυρίως εκτός Ελλάδας (η ακαδημαϊκή
συζήτηση αυτού του θέματος στο εσωτερικό της χώρας ήταν πρακτικά αδύνατη
πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1970) και το περίγραμμά της ακολούθησε εκεί­
νο της ευρύτερης ιστοριογραφίας του Ψυχρού Πολέμου.1
Στη δεκαετία του 1980, την ίδια περίπου εποχή που στην Ελλάδα συντελού­
νταν κάποιου είδους πολιτική συμφιλίωση, επιτεύχθηκε μια σύνθετη επαναθεώρηση του ζητήματος μεταξύ των μελετητών, δείγματα της οποίας αποτελούν οι
τόμοι που έχει επιμεληθεί ο Τζον Ιατρίδης. Σ ’ αυτήν τη σύνθεση -η οποία ασκεί
κριτική τόσο στους Συμμάχους όσο και την Αριστερά- προέκυψαν πολλές ουσια­
στικές διαφορές ως προς την έμφαση. Ενώ ο Ιατρίδης υπογράμμισε τη δέσμευση
του ΚΚΕ για επανάσταση, ο David Close επισήμανε τις ευθύνες της Δεξιάς και
την εμφάνιση ενός μηχανισμού τρομοκρατίας και καταστολής. Όσοι επέμειναν
ότι υπήρχε ουσιαστική συνέχεια στα γεγονότα από το 1943 ώς το 1947 -τους λε­
γομένους «Τρεις Γύρους»- αντιτάχθηκαν σε όσους επέμειναν ότι μια άλλη έκβα­
ση, για παράδειγμα μετά την Απελευθέρωση, ήταν δυνατή. Παρ’ όλα αυτά, όσο
υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, ο διάλογος διεξαγόταν ουσιαστικά με βάση ψυχρο­
πολεμικούς όρους: οι ιστορικοί έστιαζαν είτε στο ΚΚΕ είτε σε εκείνους που χάρασσαν τη βρετανική και αμερικανική πολιτική και προσπαθούσαν να αποδώ­
σουν την ευθύνη στους μεν ή τους δε. Κυρίαρχη τάση ήταν η πολιτική και μέθοδος
η διπλιυματική ιστορία. Οι μελετητές του Εμφυλίου είχαν την τάση να θεωρούν
τον πόλεμο ζήτημα πολιτικής στρατηγικής και χάραξης επιμέρους πολιτικών,
που καθοριζόταν κυρίως σε συσκέψεις υπουργικών συμβουλίων και κεντρικών
επιτροπών. Ζητήματα φύλου, πολιτισμού, Alltagsgeschichte2 ή τέλος πόντιον κοινιονικής ιστορίας με την ευρεία έννοια θίγονταν σπανιότατα. Επίκεντρο ήταν η
Αθήνα, το Λονδίνο και η Ουάσινγκτον, κι όχι τα χωριά ή οι επαρχίες.1
Με το τέλος του Ψι^/ρού Πολέμου, τα όρια μέσα στα οποία εκτυλίχθηκε αυ­
τή η διαμάχη έχουν γίνει πιο σαφή. Τα πνευματικά και πολιτικά ενδιαφέροντα
στα οποία στηρίζεται έχουν αλλάξει και σιγά σιγά ο Εμφύλιος μεταφέρεται από
το πεδίο της πολιτικής στο πεδίο της ιστορίας, αποκτώντας καινούργια σημασία

ως μέρος τής π ιο μακροπρόθεσμης ιστορίας της διαμόρφωσης του ελληνικού
έθνους-κράτους. Με αυτόν και με άλλους τρόπους, αρχίζει να μοιάζει όλο και
περισσότερο μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής εμπειρίας εκείνης της περιόδου.
Το έργο του Claudio Pavone Una guerra civile: Saggio sulla moralita neila Resistenza (Τορίνο 1991), στο οποίο επανεξετάζει εκ βάθρων την ιταλική αντίσταση
και αναγνωρίζει ευθέως τον αδελφοκτόνο χαρακτήρα των συγκρούσεων στη Βό­
ρεια Ιταλία το 1943-1945, έδωσε το έναυσμα για να εκδηλωθεί όλο και περισσό­
τερο ανάμεσα στους ιστορικούς η τάση να θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή κρίση της
δεκαετίας του 1940 τάραξε συθέμελα τα έθνη και τα κράτη που είχαν εξασθενήσει από την ταπείνωση της ήττας και της ξένης κατοχής και είχαν διχαστεί από
έντονες ιδεολογικές και εθνοτικές αντιπαραθέσεις ως προς τη μορφή της πο λιτι­
κής και κοινωνικής τάξης. Το έργο του Pavone, μαζί με ανάλογα γαλλικά ιστο­
ρικά έργα, ανανέωσε το ενδιαφέρον για τον κοινωνικό χαρακτήρα των αντιστα­
σιακών κινημάτων κατά τη διάρκεια του πολέμου και εστίασε την προσοχή στην
dopoliberazione,4 τη χρονική στιγμή όπου εκδηλώθηκε η βία της ίδια της α ντί­
στασης και η ανικανότητα του παραδοσιακού κράτους που είχε στιγματιστεί
από κατηγορίες για συνεργασία με τον εχθρό. Εάν η περίοδος του πολέμου θεω­
ρείται μέρος μιας ευρύτερης συνέχειας συγκρούσεων, έπεται ότι ο πόλεμος δεν
έληξε απότομα με την ήττα της Γερμανίας. Επίσης, πρέπει να έρθουν στο προ­
σκήνιο τα πρώ τα μεταπολεμικά χρόνια: σήμερα, το ζήτημα του dopoguerra,5
όπω ς το αποκαλούν οι Ιταλοί, απασχολεί ιδιαίτερα τους σύγχρονους Ευρω παί­
ους ιστορικούς και η σύγκρουση στην Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ως η ακραία
εκδήλωση μιας γενικότερης έντασης που επικρατούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Προσφέρεται δε για παραλληλισμούς με τη βίαιη αντίσταση Πολωνίας, Ουκρα­
νίας και Βαλτικών κρατών ενάντια στην κομμουνιστική κυριαρχία. Επίσης λει­
τούργησε προειδοποιητικά και αποτρεπτικά στην περίπτωση της Ιταλίας.
Το έργο του Pavone προκάλεσε μια μεταστροφή των γεωγραφικών όσο και
χρονικών προοπτικώ ν. Εάν τα μέσα της δεκαετίας του 1940 σήμαναν μια άνευ
προηγουμένου κρίση νομιμοποίησης τω ν εθνών-κρατών, το βάθος αυτής της κρί­
σης μπορεί να αποτυπωθεί στον τρόπο με τον οποίο η εξουσία πάνω σε μια επι­
κράτεια σιγά σιγά ξεφεύγει από τον έλεγχο του κεντρικού κρατικού μηχανισμού
και για μεγαλύτερες ή συντομότερες χρονικές περιόδους περνάει στα χέρια κατο­
χικών δυνάμεων, ανταρτών ή τοπικώ ν ελίτ. Πολλά από τα πιο ενδιαφέροντα
πρόσφατα έργα για την Ιταλία και τη Γαλλία στη δεκαετία του 1940 υπογραμμί­
ζουν τα όρια της κεντρικής εξουσίας παραθέτοντας μικρο-ιστορίες χωριώ ν και
περιφερειών. Βεβαίως, η σοβαρή επιστημονική έρευνα στην τοπική ιστορία έχει
αποκτήσει από καιρό σημαντική θέση στην πνευματική ζωή της Γαλλίας και της
Ιταλίας, κάτι που δεν ισχύει ακόμα για την Ελλάδα. Το παρόν βιβλίο αποτελεί
προσπάθεια να εφαρμοστούν οι προσεγγίσεις αυτές και στην Ελλάδα.
Έ να ς άλλος παράγοντας για τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος των μελετη­
τών υπήρξε η εμπειρία της Γιουγκοσλαβίας κατά τη δεκαετία του 1990, η οποία
φώτισε με διαφορετικό τρόπο τους εμφυλίους πολέμους γενικότερα. Από τη μια
πλευρά, τα γεγονότα στη Γιουγκοσλαβία οπωσδήποτε επέσπευσαν το μετα-ψυ-

Ορφανά παιδιά σε συνοικισμό έξω από τη Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1946. Αναπαραγω­
γή με την ευγενική παραχώρηση των κληρονόμων της Nancy Crawshaw.

χροπολεμικό ενδιαφέρον για τον εθνικισμό και την εθνότητα, υπογραμμίζοντας
εκ νέου την εθνοτική διάσταση των πραγμάτων στη δεκαετία του 1940· από την
άλλη, γεννήθηκαν ερωτήματα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές και ψυ­
χολογικές επιπτώσεις των εμφυλίων πολέμων. Οι εμφύλιοι κάποτε τελειώνουν:
το πρόβλημα της επανόδου μιας κοινωνίας σε κάποια μορφή ειρήνης είναι εξίσου
δυσεπίλυτο με το ερώτημα περί των διχαστικών συγκρούσεων που προηγήθηκαν.
Για όλους τους παραπάνω λόγους επανερχόμαστε στις παρατηρήσεις του
Νίκου Σβορώνου για την ανάγκη διερεύνησης των αιτίων της σύγκρουσης στη
δεκαετία του 1940 στις ίδιες τις δομές της ελληνικής κοινωνίας. Μολονότι στα
τέλη του 1940 η Ελλάδα αναμφίβολα αποτέλεσε εστία διεθνών ανταγωνισμών,
ο εμφύλιος πόλεμος γεννά εξ ορισμού το ερώτημα τι συμβαίνει όταν έρχονται
σε αντιπαράθεση διαφορετικές ομάδες μέσα στο σώμα των πολιτών. Στο σημείο

αυτό η προσοχή μας στρέφεται ως επί το πλείστον στην εσωτερική πολιτική
σκηνή και στους τρόπους με τους οποίους η εσωτερική σύγκρουση εκδηλώθηκε
και διαπέρασε την κοινωνία. Συγκεκριμένα, το παρόν βιβλίο, στο σύνολό του,
διερευνά τρία κρίσιμα δομικά στοιχεία της κοινωνικής τάξης πραγμάτων: το
νόμο, την οικογένεια και το έθνος.6
Σε όλη την Ευρώπη, το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η ήττα του φα­
σισμού γέννησε το ερώτημα σχετικά με τη βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε
να νομιμοποιηθεί η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Π οιος θα έλεγχε τα μέσα
της βίας και εν ονόματι π οιω ν πολιτικώ ν αρχών; Σ τις περισσότερες περιπτώ ­
σεις ο κρατικός μηχανισμός εξακολουθούσε να υπόκειται σε ξένη κατοχή και,
συνεπώς, όταν οι Γερμανοί αποσύρθηκαν, αντιμετώπισε μια οξύτατη κρίση νο­
μιμοποίησης. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η χωροφυλακή είχε «χάσει την
εμπιστοσύνη του λαού» κατά την Απελευθέρωση. Αυτός ο έκθετος κρατικός μη­
χανισμός αντιμετώπισε ανταγωνιστές -τη ν «κυβέρνηση του βουνού» και την
εξόριστη κυβέρνηση που είχε επιστρέφ ει- οι σχέσεις τω ν οποίω ν ήταν συχνά
φορτισμένες από καχυποψ ία και δυσπιστία.7
Έ να ς τρόπος λοιπόν να εξετάσει κανείς την περίοδο μετά την Απελευθέρω­
ση είναι μέσα από το κενό εξουσίας πά νω στο οποίο διάφορες ένοπλες ομάδες
διεκδίκησαν το δικαίω μα της επιβολής τω ν δικώ ν τους δικ α ϊκ ώ ν και πολιτικώ ν
κανόνων στο σύνολο ή σε μέρος της χώ ρας, ενώ το κράτος πάσχιζε να ανακτή­
σει το μονοπώ λιο τω ν ενόπλων δυνάμεων. Στο Κ εφάλαιο 1 σκιαγραφώ τις
τρεις ισχυρότερες και σαφέστερες αντίπαλες εκδοχές της πολιτικής δικαιοσύ­
νης: το ΕΑΜ /ΕΑΑΣ και την αντίληψή του περί «λαϊκής δικαιοσύνης», την εθνι­
κιστική αντίληψη περί εθνικού δικαίου και τις φιλελεύθερες αντιλήψεις της
επανερχόμενης ελληνικής πολιτικής ελίτ. Η εικόνα αυτή είναι βέβαια απλουστευμένη επειδή παραβλέπει τις π ιο τοπικές και λιγότερο φιλόδοξες α ντιπα ρα ­
θέσεις. Μ πορεί, ωστόσο, να βοηθήσει στην κατανόηση του μεγέθους της α π ο ­
στολής που αντιμετώπισε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση Π απανδρέου αλλά
και οι επόμενες κυβερνήσεις, καθώς και τω ν ορίω ν της πραγματικής τους εξου­
σίας στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας.8
Ο κύριος λόγος αυτής της έκβασης ήταν ίσως η έλλειψη μιας αφοσιωμένης
και πειθαρχημένης αστυνομικής δύναμης από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, οι
οποίες είχαν αναγκαστεί να βασίζονται στη συνένωση ετερόκλητων αντικομμουνιστικών δυνάμεων στον αγώνα τους κατά του ΕΑΜ/ΕΑΑΣ. Η νέα αυτή συμμαχία συγκροτήθηκε υπό την πίεση τω ν Δεκεμβριανών και εξελίχθηκε με ανώμαλο
τρόπο τους επόμενους μήνες. Στη νέα Εθνοφυλακή κυριαρχούσαν δεξιοί αξιω ­
ματικοί, ενώ οι προσπάθειες τω ν Βρετανών για ανασυγκρότηση της χωροφυλα­
κής με επαγγελματικά πρότυπα απέτυχαν. Στην πραγματικότητα, την κατάσταση
δεν την έλεγχαν ούτε οι Βρετανοί ούτε η ελληνική πολιτική ελίτ αλλά οι αξιω μα­
τικοί των υπηρεσιών ασφαλείας και του στρατού. Μεταξύ Ιουνίου 1945 και Σε­
πτεμβρίου 1946, η δύναμη της χωροφυλακής αυξήθηκε από 9.000 άντρες σε
28.569, και απέκτησε ολοένα και π ιο στρατιωτικό χαρακτήρα. Εντούτοις, αντί

να αποκτά ερείσματα στον ελληνικό λαό, έχανε σε δημοτικότητα. Η αναποτελε­
σματικότητα της ανάγκασε την κυβέρνηση, στα μέσα του 1946, να αναθέσει την
αποστολή της αποκατάστασης του νόμου και της τάξης στον στρατό.9
Οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν την ιδιαίτερα περιορισμένη αύξηση του
ελέγχου που κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν στην ύπαιθρο οι πολιτικοί της μετα­
πολεμικής Αθήνας σε σχέση με τους προκατόχους τους κατά την περίοδο της Κα­
τοχής. Τον Απρίλιο του 1945, αναφορές από τον Βόλο επεσήμαιναν ότι τα αμιγώς
τοπικά θέματα εξακολουθούσαν να απορροφούν την κοινή γνώμη κι ότι δεν υπήρ­
χε καμία γνώση και ενδιαφέρον για όσα συνέβαιναν στην υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ
από την αγροτική Κρήτη έφταναν αναφορές σύμφωνα με τις οποίες ο νόμος και η
τάξη απούσιαζαν και υπήρχε κίνδυνος να επικρατήσει αναρχία. Ο νομάρχης Καρ­
πενησιού εξέφρασε παράπονα για απουσία κυβερνητικής υποστήριξης και δήλωσε
ότι δεν μπορούσε να φέρει τίποτα σε πέρας. Τον επόμενο μήνα, ο λοχαγός Pat
Evans ανέφερε από τη Φλώρινα ότι επικρατούσε «γενική έλλειψη εμπιστοσύνης ...
πολλοί στα καφενεία και σε άλλους δημόσιους χώρους επισημαίνουν: “Δεν υπάρ­
χει κράτος”. “Ό,τι κι αν έκαναν οι κομμουνιστές, τουλάχιστον αυτοί ήξεραν να
κυβερνούν”. “Η σημερινή κυβέρνηση είναι άχρηστη!”».10
Στη διάρκεια του 1945 η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε ιδιαίτερα και η μόνη ση­
μαντική αλλαγή στην ελληνική πολιτική ήταν ότι, ενώ κατά το παρελθόν η Αρι­
στερά είχε δράσει ατιμωριτί στην επαρχία, ανεξέλεγκτη από την Αθήνα, αυτό συνέβαινε τώρα με τη Δεξιά. Τον Μάρτιο του 1945, αναφέρθηκε από την Αιδηψό
ότι «σύμφωνα με πληροφορίες ο δήμαρχος είναι μέλος του ΚΚΕ, και όταν ο νο­
μάρχης του ζήτησε να παραδώσει στον προκάτοχό του, εκείνος αγνόησε τη δια­
ταγή αφού δεν υπήρχε κανείς για να τον εξαναγκάσει σε συμμόρφωση». Αίγους
μήνες αργότερα, παρόμοιο περιστατικό θα ήταν αδιανόητο. Το καλοκαίρι της
ίδιας χρονιάς, ο Woodhouse έγραψε αναφορές σχετικά με την κυριαρχία των δε­
ξιών στην Πελοπόννησο και επισήμανε έκπληκτος ότι «στο χωριό Εύα κοντά
στην Καλαμάτα, η οργάνωση X έχει εγκαθιδρύσει ιδιωτική κυβέρνηση με επικε­
φαλής κάποιον Σταυρέα, ελέγχει μάλιστα αρκετά γειτονικά χωριά και διατηρεί
ένοπλη αστυνομική δύναμη πολιτών ... Η Εύα βρίσκεται επί της κεντρικής οδι­
κής αρτηρίας που συνδέει την Καλαμάτα με τον Μελιγαλά».11
Η αδυναμία της νέας κυβέρνησης δεν ήταν μόνο γεωγραφική. Εκδηλώθηκε
στην ανικανότητά της να κλείσει τους λογαριασμούς με τον πόλεμο προβαίνοντας στην εκκαθάριση των δημόσιων υπηρεσιών και την τιμωρία των δωσίλο­
γων, που επιθυμούσε η κοινή γνώμη και που συντελούνταν εκείνη την εποχή στο
μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Η μελέτη της Ελένης Χαϊδιά για τις δίκες των
δωσίλογων στη Βόρεια Ελλάδα (Κεφάλαιο 2) καθιστά σαφές ότι, παρά την έντο­
νη λαϊκή επιθυμία για τιμωρία των δωσίλογων, στις περισσότερες περιπτώσεις
δεν έγινε σχεδόν τίποτα. Το ανεπαρκές μητρώο της Ελλάδας στο ζήτημα airro δεν
ήταν μόνο συνέπεια των Δεκεμβριανών· ήταν προϊόν της εξαιρετικής αδυναμίας
μιας μη δημοφιλούς πολιτικής ελίτ, ανίκανης να οργανωθεί και αμφισβητούμε­
νης από τον αποδεδειγμένα αποτελεσματικό της αντίπαλο, το ΕΑΜ/ΕΔΑΣ, που,
ως προς τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, είχε γίνει η κατεξοχήν οργάνωση.12

Ο πω ς συμβαίνει συχνά στην Ελλάδα, οι εθνικές πολιτικές αδυναμίες επέ­
τρεψαν σε ενδιάμεσες ομάδες και θεσμούς να εμποδίσουν την κρατική δράση
και πολιτική. Η λαϊκή επιθυμία για εκκαθάριση των εγκληματιών πολέμου, των
δωσίλογων, ακόμα και εκείνων που είχαν συνδεθεί στενά με το καθεστώς του
Μεταξά, προσέκρουσε στην αντίσταση των θεσμών, όπω ς φανερώνει η μελέτη
του Προκοπή Παπαστράτη για την ανώτατη εκπαίδευση (Κεφάλαιο 3). Π ρόκει­
ται για ένα εντυπωσιακό παράδειγμα εκείνου που ο Pavone αποκαλεί «συνέ­
χεια του κράτους» μπροστά σε σποραδικές αλλά σοβαρών προθέσεων π ο λιτι­
κές προσπάθειες παρέμβασης στη λειτουργία του, με την υποστήριξη δε των
Βρετανών, προκειμένου να διω χθούν οι δωσίλογοι. Η ιδιαίτερα συντηρητική
και πολιτικά έκθετη διοίκηση του Π ανεπιστημίου Αθηνών επικαλέστηκε επιτυχώς την έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας προκειμένου να αποτρέψει την
ανάμιξη του υπουργείου Π αιδείας, ενώ ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε τη νέα κα­
τάσταση για να απαλλάξει το σώμα των καθηγητών από τους αριστερούς και να
αποκτήσει έτσι μεγαλύτερη επιρροή σε σχέση με το αντίπαλο Πανεπιστήμιο
Θεσσαλονίκης.
Η οξεία κρίση νομιμοποίησης του ελληνικού κράτους δεν αντικατοπτριζό­
ταν μόνο στην ανικανότητά του να επιβάλει νέα δημοκρατικά θεσμικά πρότυπα
στο πλαίσιο της δικαιοσύνης, της ανώτατης εκπαίδευσης ή των οργάνων της δη­
μόσιας ασφάλειας, αλλά και στη σειρά νόμους που ψήφισε για να ενισχύσει τη
θέση του. Ό π ω ς έχει επισημάνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, μολονότι ο Εμφύλιος π ό ­
λεμος σε καμία περίπτωση δεν οδήγησε στην κατάρρευση της ελληνικής δημο­
κρατίας, οδήγησε όμως στη θέσπιση μιας νομοθεσίας με προφανείς αυταρχικές
συνέπειες. Η νομοθεσία αυτή, που βασίστηκε και επέκτεινε την ισχύ διαφόρω ν
προπολεμικών νόμων, μας αναγκάζει να συγκρίνουμε τις πολιτικές χρήσεις του
νόμου στην ελληνική κοινω νία, πριν και μετά τον Β Παγκόσμιο Π όλεμο.13
Από το καλοκαίρι του 1945 και μετά, το ελληνικό κράτος επιχείρησε να
ελέγξει την Αριστερά με τη βοήθεια επιτροπώ ν δημόσιας ασφάλειας, που είχαν
πρωτοσυσταθεί το 1924 και οι οποίες επέτρεπαν στην κυβέρνηση να θέτει εκτός
νόμου άτομα που θεωρούσε επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια. Οι επιτροπές
αυτές, μαζί με τα έκτακτα στρατοδικεία, συνέβαλαν στην εμφάνιση ειδικών δ ι­
καστηρίων που ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια και βρίσκονταν έξω από το επίση­
μο δικαστικό σύστημα* όπω ς συνέβη και στην Ιρλανδία στον πόλεμο του 191921, η εξάπλωση αυτώ ν τω ν δικαστηρίων αποτελούσε ένδειξη ότι η εξουσία της
κυβέρνησης ήταν επισφαλής. Επιπλέον, επανήλθε σε ισχύ ο νόμος του 1871 πε­
ρί ληστείας, αρχικά για ένα εξάμηνο που στη συνέχεια όμως επεκτάθηκε. Ως εκ
τούτου, η αντιπολίτευση ποινικοποιήθηκε και ολόκληρες οικογένειες αλλά και
μεμονωμένα άτομα έγιναν υποκείμενα τιμωρίας: το άρθρο 2 του νόμου του
1871 περιέγραφε λεπτομερώς τα μέλη της οικογένειας που μπορούσαν να στα­
λούν σε εσωτερική εξορία. Τον Σεπτέμβριο του 1946 ψηφίστηκε ένας άλλος νό ­
μος που τιμωρούσε τις οικογένειες τω ν λιποτακτώ ν, αποτέλεσμα του φόβου της
Δεξιάς για κομμουνιστική διείσδυση μέσα στο ίδιο το κράτος, από τον οποίο
εκπορεύονταν οι εκκαθαρίσεις σε βάρος της Αριστερός και ο έλεγχος των γρα­

φειοκρατιών, που είχαν αποτελέσει κοινό παρονομαστή των αρχών της ψυχρο­
πολεμικής περιόδου σε ολόκληρη τη Δύση.14
Η αύξηση στην κλίμακα και την εμβέλεια της εφαρμογής του νόμου από το
κράτος μπορεί να εκτιμηθεί ποσοτικά και όχι απλώς μέσω της αυξημένης επιτή­
ρησης των ίδιων του των υπαλλήλων, που απαιτούσε ο αγώνας για την καταπο­
λέμηση του κομμουνισμού. Η δύναμη της χωροφυλακής και μόνο διπλασιάστηκε
σε σχέση με τη μεταξική περίοδο. Επίσης, οι καταδίκες σε φυλάκιση για πολιτι­
κά αδικήματα έγιναν συχνότερες. Καθώς τα στρατόπεδα της μεταξικής περιόδου
είχαν κλείσει, στις κανονικές φυλακές ο συνωστισμός ξεπέρασε κάθε προηγού­
μενο με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα νέο σύστημα που περιλάμβανε κέντρα
κράτησης, νησιά εκτόπισης και στρατόπεδα, με αποκορύφωμα την ίδρυση του
κέντρου «αναμορφώσεως» στη Μακρόνησο. Μολονότι δεν υπάρχει συνολική
μελέτη αυτού του συστήματος μέσα στην ευρύτερη προοπτική της ελληνικής σω­
φρονιστικής πολιτικής, οι μελέτες του παρόντος βιβλίου βοηθούν στην εκτίμηση
της εσωτερικής δυναμικής του και των κοινωνικών του συνεπειών.
Είναι αλήθεια ότι η ιδέα της φυλάκισης μεγάλου αριθμού κομμουνιστών,
ανδρών και γυναικών κάθε ηλικίας, χρονολογείται από την προπολεμική πε­
ρίοδο - και μάλιστα την περίοδο πριν τον Μεταξά.15 Οι ιδεολογικές βάσεις του
κρατικού αντικομμουνισμού, συμπεριλαμβανομένης της τιμωρίας ατόμων
εξαιτίας των φρονημάτων τους, προϋπήρχαν ήδη στη δεκαετία του 1930. Όμως,
ο αριθμός των φυλακισμένων ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερος από κάθε άλλη φο­
ρά και επίσκιαζε ακόμα και τους χιλιάδες που είχαν φυλακιστεί από το καθε­
στώς του Μεταξά. Η μεγαλύτερη αυστηρότητα του νόμου φάνηκε στον πρωτο­
φανή αριθμό γυναικών, ακόμα και παιδιών, που κρατούνταν επισήμως, γεννώ­
ντας την ανάγκη ίδρυσης ειδικών στρατοπέδων κράτησης γυναικών. Το 1934,
για παράδειγμα, στις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ στεγάζονταν περίπου 130
γυναίκες κρατούμενες· μια δεκαετία αργότερα, ο αριθμός τους είχε σχεδόν δε­
καπλασιαστεί. Οι πιέσεις που υπέστη η πρωτόγονη υποδομή προκειμένου να
υπηρετήσει μια τέτοια διεύρυνση του σωφρονιστικού συστήματος γίνονται φα­
νερές στην εντυπωσιακή συλλογή φωτογραφιών που τράβηξαν κρατούμενες, η
οποία εκδόθηκε πρόσφατα με τον τίτλο Γυναίκες εξόριστες στα στρατόπεδα
τον Εμφυλίου,16
Η έκταση της κρατικής βίας ήταν επίσης μεγαλύτερη σε σύγκριση με το πα­
ρελθόν. Μολονότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μελέτη για τη χρήση της θανατικής
ποινής στην ελληνική ιστορία, είναι σχεδόν σίγουρο ότι, στο διάστημα 1945-50,
η χρήση της σε βάρος της Αριστερός επίσκιασε κάθε άλλη σε προγενέστερες ή
μεταγενέστερες περιόδους. Εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι, ενώ οι
κυβερνήσεις της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου ήταν απρόθυμες να προχω­
ρήσουν στην εφαρμογή της θανατικής καταδίκης δωσίλογων και εγκληματιών
πολέμου, δεν είχαν ανάλογες αναστολές σε περιπτώσεις αριστερών, ιδάος μετά
τις εκλογές του 1946. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα,
όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες κατά τη δεκαετία του 1940, η
κοινωνία εξοικειώθηκε όσο ποτέ άλλοτε ή έκτοτε, με τον βίαιο θάνατο .

Η έρευνα του Πολυμέρη Βόγλη για τους θανατοποινίτες πολιτικούς κρα­
τούμενους εξετάζει τις επιπτώσεις αυτής της εγγύτητας με το θάνατο (Κεφά­
λαιο 4). Η απειλή του θανάτου ήταν μέρος των πιέσεων που ασκούσε το κράτος
στους αντιπάλους του προκειμένου να τους πείσει να αποκηρύξουν τις ιδέες
τους και να επανέλθουν δημοσίως στην εθνική κοινότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η
απειλή του θανάτου αποτέλεσε την έκφραση μιας οξύτατα πολωμένης ιδεολογι­
κής πάλης και τη λογική κορύφωση μιας σειράς από νόμους που στόχευαν σα­
φώς στην τιμω ρία σκέψεων και ιδεών και όχι πράξεων - με σημαντικότερο α π ’
όλους το Ιδιώνυμο του 1929, αλλά και τους νόμους που τιμωρούσαν τις εθνοτικές μειονότητες για υποτιθέμενη έλλειψη εθνικής συνείδησης.
Το φαινόμενο της δημόσιας αποκήρυξης που εξετάζει διεξοδικά ο Βόγλης μό­
λις πρόσφατα προσελκύει την προσοχή που του αξίζει. Πηγή ντροπής και αμη­
χανίας για το κόμμα και για όσους είχαν υποκύψει αποτελεί το σημαντικότερο
ζήτημα που αποφεύγει επιμελώς η μεταπολεμική αριστερή ιστοριογραφία, παρά
το γεγονός ότι η πλειονότητα των πολιτικώ ν κρατουμένων πιθανόν να είχε υπο­
γράψει τέτοιες δηλώσεις μετάνοιας, τις οποίες το κράτος είχε φροντίσει να διασπείρει σκοπίμως και εκτεταμένα σε περιοδικά, εφημερίδες και ραδιοφωνικές
εκπομπές προκειμένου να δυσφημιστεί ο κομμουνισμός. Ό μω ς, όπω ς υποστηρί­
ζει ο Βόγλης, εκείνοι που μετανόησαν δεν βρέθηκαν παγιδευμένοι μόνο ανάμεσα
στις αντιμαχόμενες δυνάμεις της Δεξιάς και της Αριστερός, αλλά και ανάμεσα
στα αντιμαχόμενα πεδία της πολιτικής και της οικογενειακής ευθύνης.17
Το ΚΚΕ στιγμάτιζε τους «ανανήψαντες» ως αμαρτωλούς και προδότες,
ακριβώς όπω ς το καθεστώς στιγμάτιζε εκείνους που αρνούνταν να υπογράψουν.
Οι θανατοποινίτες που δεν υπέκυπταν θεωρούσαν τους εαυτούς τους ήρωες που
πέθαιναν για τα ιδανικά τους διατηρώντας ακέραιη την τιμή τους. Στα γράμμα­
τα που έστελναν προτού εκτελεστούν, διατύπω ναν παρόμοιες αντιλήψεις και τις
μετέδιδαν στους συγγενείς τους. Οι οικογένειες όμως των κρατουμένων έβλεπαν
τα πράγματα διαφορετικά και τους πίεζαν να ανανήψουν ώστε να αφεθούν ελεύ­
θεροι και να φροντίσουν τα πα ιδιά τους. Η έρευνα της Μ αντώς Δαλιάνη (Κεφά­
λαιο 5), η οποία συμπληρώνει με εξαίρετο τρόπο την εργασία του Βόγλη, επιση­
μαίνει ότι τα π α ιδιά των πολιτικώ ν κρατουμένων έτρεφαν στη συνέχεια ανάμι­
κτα συναισθήματα για τους γονείς τους. Σε συνεντεύξεις που παραχώρησαν στη
δεκαετία του 1980, πολλά από αυτά τα π α ιδιά δήλωναν το θαυμασμό τους για
τους γονείς τους και ταυτόχρονα τους επέκριναν που είχαν θέσει την πολιτική
πάνω από τις οικογενειακές τους ευθύνες. Οι επικρίσεις αυτές δεν είχαν να κά­
νουν με κάποια κατήχηση εκ μέρους της Δεξιάς: μια συναρπαστική πτυχή της
έρευνας της Δαλιάνη είναι η επισήμανση της ελάχιστης επιρροής που είχε ασκή­
σει η αντικομμουνιστική γραμμή των σχολείων και των ορφανοτροφείων στα
παιδιά που είχαν βρεθεί εκεί. Κανένα δεν πίστεψε για μεγάλο διάστημα το ψέμα
ότι πραγματικοί γονείς του ήταν πλέον ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Πολλά από
αυτά τα πα ιδιά αισθάνθηκαν απλώ ς ότι η ιδεολογική πολιτική της δεκαετίας του
1940 είχε απαιτήσει πολλά από τους γονείς τους και, στο τέλος, τους είχε ανα­
γκάσει να επιλέξουν ανάμεσα στο κόμμα και την οικογένεια.

Αλλοι δύο συντελεστές του παρόντος βιβλίου εξετάζουν όψεις του ίδιου δι­
λήμματος. Η Τασούλα Βερβενιώτη καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι γυ­
ναίκες στην Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τη δεκαετία του
1940, βίωσαν τη μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη: ως μια λίγο πολύ απρό­
θυμη μετακίνηση από τη δημόσια ζωή στο οικιακό περιβάλλον (Κεφάλαιο 6).
Κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, η προσχώρηση στην αριστερή αντίσταση σήμαινε συμμετοχή στην κοινωνική επανάσταση σε μια εποχή όπου ο πόλεμος εί­
χε διαβρώσει τους δεσμούς της παραδοσιακής οικογένειας· από το 1945 και με­
τά, σήμαινε διώξεις και φυλακίσεις σε μια εποχή όπου επιβάλλονταν ξανά οι
παλαιότερες οικογενειακές και πατριαρχικές αξίες. Μερικές γυναίκες κατάφεραν να τετραγωνίσουν τον κύκλο: επανήλθαν στον κόσμο της πολιτικής ως μη­
τέρες κρατουμένων που διαμαρτύρονταν προκειμένου να δημοσιοποιήσουν τη
δεινή θέση των παιδιών τους και να εξασφαλίσουν την αποφυλάκισή τους.
Πολλές άλλες όμως βρέθηκαν αντιμέτωπες με την επιλογή μεταξύ κόμματος και
οικογένειας: ερωτεύονταν και δυσανασχετούσαν με τον τρόπο που το κόμμα
αξίωνε να αποφασίζει αν θα μπορούσαν ή όχι να παντρευτούν άρχισαν να
αντιλαμβάνονται την ανδροκρατούμενη εξουσιαστική δομή του ίδιου του κόμ­
ματος, ακόμα και στις φυλακές ή τα στρατόπεδα όπου πολλές α π ’ αυτές κρα­
τούνταν ή απλώς βρέθηκαν να ονειρεύονται το σπιτικό τους.
Η μελέτη της Riki van Boeschoten για την «αδύνατη επιστροφή» στο ορεινό
χωριό Ζιάκας (Κεφάλαιο 7) επίσης αναλύει τις επιπτώσεις του πολέμου στη συ­
μπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στην πολιτική και την κοινότητα. Ο Ζιάκας
ήταν ένα χωριό αριστερών πεποιθήσεων, το οποίο στη διάρκεια του Εμφυλίου
εγκαταλείφθηκε από το 90% των κατοίκων του. Ό πως συνέβη και με την εβραϊ­
κή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, αν και εκεί για διαφορετικούς λόγους, η ανα­
συγκρότηση της προπολεμικής κοινότητας και η επιστροφή στα πάτρια εδάφη
ήταν αδύνατη. Ωστόσο, ένα ισχυρό αίσθημα κοινότητας βοήθησε τους χωρικούς
να αντέξουν δεκαετίες χωρισμού και εξορίας. Πράγματι, η van Boeschoten υπο­
στηρίζει ότι αυτό το αίσθημα της κοινότητας υπήρξε σημαντικός παράγοντας
που βοήθησε τους κατοίκους του χωριού να επιβιώσουν και να αντιμετωπίσουν
την καταστροφή της δεκαετίας του 1940. Αυτό συνέπεσε με την ολοένα και μεγα­
λύτερη απομάκρυνσή τους από το κόμμα, που το θεωρούσαν όχι μόνο συνένοχο
στην τραγωδία τους αλλά και ανίκανο να τους παράσχει οτιδήποτε περισσότερο
α τό μια γραφειοκρατική και αυταρχική ανταπόκριση στα προβλήματα της εξο­
ρίας. Οι κομματικές συσκέψεις μετατράπηκαν σε χοντροκομμένους μηχανι­
σμούς κοινωνικού ελέγχου και οι κάτοικοι του χωριού δυσανασχετούσαν με την
ανάμιξη του κόμματος σε ζητήματα της ιδιοπικής ζωής.18
Η τύχη των κατοίκων του Ζιάκα πρέπει επίσης να μας κάνει να αναλογιστούμε τις συνέπειες της δεκαετίας του 1940 στην πολιτική γεωγραφία της
Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, χωριά όπως ο Ζιάκας αποκόπηκαν
αρχικά από την πριυτεύουσα και την εθνική κυβέρνηση και στη συνέχεια, για
σύντομο χρονικό διάστημα, μετατοπίστηκαν προς το κέντρο της πολιτικής στα
βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας. Στην περίπτωση του Ζιάκα, η επιστροφή στον

έλεγχο της Αθήνας οδήγησε στη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της παραδο­
σιακής κοινω νίας του. Στο χω ριό απέμειναν ελάχιστοι, περιμένοντας την αλλη­
λογραφία που έφτανε σπανίω ς από το εξωτερικό με ειδήσεις για τη συνέχιση
της ζωής του χω ριού σε άλλους τόπους, κάτι που εκείνοι το βίωναν σαν μια
«ανάσταση». Το τέλος όμως της ζωής του χωριού μπορεί να γίνει αντιληπτό και
με διαφορετικό τρόπο - σαν μέρος της αστικοποίησης και του εκσυγχρονισμού
της ζωής στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σύμφωνα με τη van
Boeschoten, τα παιδιά που είχαν εγκαταλείψει το Ζιάκα για να καταφύγουν στο
Σιδηρούν Π αραπέτασμα, και να αποτελέσουν έτσι κομμάτι του πολυσυζητημέ­
νου «παιδομαζώματος», θλίβονταν που είχαν αναγκαστεί να φύγουν από τα
σπίτια τους και ταυτόχρονα αισθάνονταν ότι είχαν αποδράσει από έναν κόσμο
με περιορισμένες ευκαιρίες για να δοκιμάσουν τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες που
πρόσφεραν πόλεις όπω ς η Π ράγα και το Βουκουρέστι.
Ίσως λοιπόν η δεκαετία του 1940 να ήταν η τελευταία φορά που η πολιτική μοί­
ρα της Ελλάδας θα κρινόταν τόσο στην ύπαιθρο όσο και στις πόλεις. Αυτό κάνει
ακόμα πιο εντυπωσιακό το γεγονός ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία επιστημονι­
κή ιστορική ανάλυση για εκείνη την κρίσιμη δεκαετία από την άποψη των μεμονω­
μένων χωριών ή περιοχών. Μέχρι πολύ πρόσφατα, η αγροτική Ελλάδα παρουσία­
ζε τη σταθερή εικόνα ενός αμετάβλητου, παραδοσιακού, μη ιστορικού κόσμου,
όπως την επέβαλε η μεταπολεμική κοινωνική ανθρωπολογία και την αποθανάτι­
σαν οι φωτογραφίες του Μελετζή, του Π απαϊωάννου και άλλων φωτογράφων, για
λογαριασμό της αναπτυσσόμενης τουριστικής βιομηχανίας της χώρας. Αυτές οι
μελέτες και οι φωτογραφίες δεν κάνουν καμία μνεία στα καταστροφικά γεγονότα
που σάρωσαν τον τόπο. Ό μω ς σε αυτό τον τόμο ο Στάθης Καλύβας, ο Γιάννης
Σακκάς και η Αη Σαράφη περιγράφουν για τη βία της δεκαετίας του 1940, σύμφω­
να με τα βιώματα κατοίκων της υπαίθρου. Η καινοτόμος μελέτη του Καλύβα για
τις βιαιότητες που διέπραξαν οι αριστεροί επικεντρώνεται στην Αργολίδα, η
οποία έχει μάλλον αγνοηθεί από τους ερευνητές (Κεφάλαιο 8). Ο Σακκάς εξετάζει
μια συστάδα χωριών κοντά στο Καρπενήσι, μια από τις πιο απομονωμένες περιο­
χές της ηπειρωτικής χώρας (Κεφάλαιο 9). Η Σαράφη αναφέρεται στο θεσσαλικό
χωριό Δεσκάτη (Κεφάλαιο 10), ίσως λιγότερο απομονωμένο αλλά όχι και πολύ:
εξάλλου η κεντρική οδική αρτηρία Αθηνών-Λαρίσης δεν λειτουργούσε κανονικά
μέχρι το 1949. Οι τοπικές αντιλήψεις χρησιμεύουν για να υπογραμμιστεί η αποφα­
σιστική σημασία της τοπικής πολιτικής και αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο
τα εθνικά πολιτικά φρονήματα και οι αγώνες φιλτράρονταν μέσα από ένα πυκνό
στρώμα τοπικών και περιφερειακών υποθέσεων και συμφερόντων.19
Και στα τρία κεφάλαια, ο Εμφύλιος πόλεμος προβάλλει σαν μια εμπειρία
πολύ πιο καταστροφική σε σχέση με την Κατοχή του Αξονα. Από το 1943 και με­
τά οι εθνικοί πολιτικοί σχηματισμοί χρειάστηκε να επιστρατεύσουν πρω τοφα­
νείς μεθόδους πειθαναγκασμού και βίας για να εξαναγκάσουν ή να παρακινή­
σουν τον λαό σε υποστήριξη και υπακοή. Αυτό ίσχυε τόσο για το ΕΑΜ/ΕΑΑΣ
όσο και για μια σειρά καθεστώτα με έδρα την Αθήνα. Σύμφωνα με την προσεκτι­
κά τεκμηριωμένη ανάλυση του Καλύβα για τον κύκλο της βίας γύρω από το

Αργος, η Αριστερά, με τις συστηματικές δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων της
πυροδότησε τα αντίποινα των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Προπο­
λεμικά, η Αργολίδα είχε δείξει ελάχιστη συμπάθεια για την Αριστερά· η διατήρη­
ση της εξουσίας που τόσο γρήγορα απέκτησε το ΕΑΜ στη διάρκεια του πολέμου,
φιλτραρισμένης μάλιστα από την κομμουνιστική ιδεολογία, απαιτούσε υψηλούς
ρυθμούς δολοφονιών, ειδικά σε εκείνη την τοπογραφικά ενδιάμεση ζώνη ανάμε­
σα στα βουνά, όπου η αντίσταση έλεγχε ευκολότερα τα πράγματα, και στις πε­
διάδες, όπου δεν τα έλεγχε σχεδόν καθόλου.
Το ΕΑΜ ήταν ίσως περισσότερο δημοφιλές στη Δεσκάτη, όπως υποστηρίζει
η Σαράφη, αλλά γύρω από το Καρπενήσι η καταστολή ήταν ζωτικής σημασίας
προκειμένου να αντιληφθούν οι χωρικοί τη δύναμη του ΕΑΜ. Η αγριότητα του
Αρη Βελουχιώτη είναι ένα παράδειγμα των ακραίων βιαιοπραγιών που ήταν
ικανή να εξαπολύσει η Αριστερά. Π αρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνει ο Σακκάς,
η δύναμη της Δεξιάς μετά την Απελευθέρωση ήταν, αν μη τι άλλο, πιο επισφα­
λής, βασισμένη σε ένα εξαχρειωμένο δίκτυο μισθοφόρων και παραστρατιωτικών που περιπολούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές, στις οποίες φοβόταν να
πλησιάσει η Εθνοφυλακή, και έβαζαν στο στόχαστρό τους ολόκληρες οικογένει­
ες όταν δεν έβρισκαν τους υπόπτους που ήθελαν. Ό ταν ξέσπασε για τα καλά ο
Εμφύλιος, τα διάφορα χωριά αντέδρασαν με πολύ διαφορετικό τρόπο· μερικά
κατάφεραν να περιορίσουν τους φόνους ενώ άλλα υπέστησαν σφαγές και τρο­
μοκρατία. Για άλλη μια φορά επανερχόμαστε στο ενδεχόμενο η μαζική βία και η
πολιτική πόλωση του Εμφυλίου να έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καταστροφή
των παλαιότερων, πιο ευέλικτων μορφών πολιτικής ένταξης που είχαν εδραιω­
θεί προπολεμικά στα χωριά και, κατά συνέπεια, να επιτάχυναν τη μετακίνηση
πληθυσμών από αγροτικές περιοχές στις πόλεις.20
Βορείως της Καστοριάς, στην περιοχή των Πρεσπών, εκτείνονται μια σειρά
εγκαταλειμμένα χωριά. Σε αυτή τη συνοριακή ζώνη τα χωριά έχουν πολλαπλά
ονόματα: ο Γάβρος, τα σπίτια του οποίου καταρρέουν μέσα στα χορταρισμένα
χωράφια, πριν το 1914 εμφανίζεται στους αυστριακούς στρατιωτικούς χάρτες
ως Γάβρες· ο Μιλιώνας, στα άδεια κτίσματα του οποίου βρίσκουν σήμερα κα­
ταφύγιο διερχόμενοι Αλβανοί που κατευθύνονται προς το νότο, σημειώνεται
ως Μέτοβο. Σ ’ αυτές τις κοιλάδες κορυφώθηκε ο Εμφύλιος πόλεμος το 1949,
προτού τα υπολείμματα του Δημοκρατικού Στρατού διασχίσουν τα σύνορα και
καταφύγουν στη γειτονική Αλβανία. Πολλοί σλαβόφωνοι χωρικοί, όσοι δεν εί­
χαν ήδη εγκαταλείψει τα χωριά τους για να γλιτώσουν από τις επιδρομές της
ελληνικής αεροπορίας, έφυγαν επίσης εκείνη την εποχή. Μερικά χρόνια αργότε­
ρα η ερήμωση των ζωτικών συνοριακών περιοχών θορύβησε την ελληνική κυ­
βέρνηση, η οποία εγκατέστησε στα χωριά αυτά Βλάχους από την Ήπειρο και τη
Θεσσαλία. Με τον καιρό όμως, οι πιο πολλοί α π ’ αυτούς επίσης έφυγαν.
Σήμερα ολόκληρη η περιοχή μαρτυρεί την περίπλοκη και σύνθετη εθνοτική διά­
σταση της εμφυλιοπολεμικής περιόδου. Με την κατάρρευση του κομμοιτνισμού και
την εμφάνιση ενός ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους στα βόρεια σύνορα της

I

Γυναίκες και παιδιά άστεγοι πρόσφυγες ατα ερείπια της Νάουσας, μετά από επιδρομή
ανταρτιόν. 1949. Αναπαραγιογή με την ευγενική παραχώρηση τυ>ν κληρονόμιον της Nan­
cy Crawshaw.

Ελλάδας, οι μελετητές έστρεήκτν εκ νέου την προσοχή τους στους τρόπους με τους
οποίους οι εντάσεις της δεκαετίας του 1940 αποκάλυψαν ρήγματα μέσα στο έθνος
και υπογράμμισαν τους περιορισμούς της προσπάθειας εθνικής οικοδόμησης του
προηγούμενου αιώνα. Στη Βόρεια Ελλάδα - οι Νέες Χιόρες που είχαν κατακτηθεί

μετά το 1912- η δεκαετία του πολέμου μετέβαλε μαζικά την εθνοτική ισορροπία τό­
σο των αγροτικών όσο και των αστικών περιοχών. Το ελληνικό έθνος οικοδομήθηκε
εκ νέου στη βάση μιας αφήγησης βασισμένης σε επιλεγμένες ιστορικές μνήμες στην
οποία δεν βρήκαν θέση οι εμπειρίες των Εβραίων, των Σλάβων και άλλων ομάδων.
Η μελέτη της Αναστασίας Καρακασίδου για τους εορτασμούς της εθνικής
οικοδόμησης και των πατριωτικών πολέμων στη μεταπολεμική Μακεδονία
(Κεφάλαιο 11) χαρτογραφεί τον προσεκτικό τρόπο με τον οποίο το ελληνικό
κράτος κατασκεύασε μια λατρεία της εθνικής δόξας μέσα από διατάγματα και
κυβερνητικές ρυθμίσεις. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να θεωρήσει αυτή την
εντατική γραφειοκρατική προσπάθεια ως αντίδραση στο αίσθημα της αγωνίας
που είχαν προκαλέσει τόσο η Κατοχή όσο και ο Εμφύλιος. Η ίδια αγωνία εκ­
φράστηκε στις πατριωτικές τελετές που περιέβαλλαν τη βασιλική οικογένεια, η
οποία επεδίωκε απεγνωσμένα να προωθήσει τη θέση της στην ελληνική κοινω­
νία μετά τη φυγή της από τη χώρα το 1941 και την εμπόδιση της επανόδου της
μέχρι το δημοψήφισμα του 1946.
Η Θεσσαλονίκη, η πόλη που βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσης της Καρα­
κασίδου, κατέχει εξέχουσα θέση και στην εργασία της Bea Lewkowicz (Κεφάλαιο
12). Η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα της πόλης στο γύρισμα του αιώνα ήταν οι
Εβραίοι, μια ανθηρή κοινότητα που καταστράφηκε σχεδόν πλήρως από την Τε­
λική Λύση. Σχεδόν, όχι όμως και ολοσχερώς, και η Lewkowicz αναλύει τους τρό­
πους με τους οποίους οι επιζήσαντες ξαναέστησαν σιγά σιγά τη ζωή τους και την
κατά πολύ μειωμένη κοινότητά τους μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Η αντίθεση
με τους υπερήφανους αριστερούς του Βόγλη είναι εντυπωσιακή: για τους Εβραί­
ους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος η εξ ιδανίκευση των παθών τους σπανίως
αποτελούσε μια επιτακτική δυνατότητα· φαίνεται ότι στράφηκαν πολύ πιο απο­
φασιστικά προς τα μέσα, στην οικογένεια, τα παιδιά και την οικιακή ζωή. Συ­
γκλονισμένοι από όσα έζησαν, τόσο εκείνοι όσο και τα παιδιά τους απέφυγαν να
εισέλθουν στη δημόσια σφαίρα, η οποία θα τους επέβαλλε ανεπιθύμητα καθήκο­
ντα εθνικού και εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού. Μόνο στη δεκαετία του 1990, με
την εμφάνιση ενός νέου είδους πολιτικής της ταυτότητας σε παγκόσμιο επίπεδο
καθώς και με τη διεθνή αποδοχή των δεινών που υπέφεραν οι Εβραίοι κατά τη
διάρκεια του πολέμου, έγινε ευκολότερη η δημόσια αναγνώριση της παρουσίας
των Εβραίων στη ζωή της Ελλάδας. Όμως, ακόμα και τότε, όπως αποδείχτηκε
στα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη, η αναγνώριση αυτή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό υπό αίρεση, και μάλιστα στην ίδια τη
«μητέρα του Ισραήλ», όπως κάποτε ονομαζόταν η πόλη.
Το βάρος της μνήμης στην περίπτωση των δεινών της Ελλάδας είναι το θέμα
της συναρπαστικής ανάλυσης της Ξανθίππης Κοτζαγεώργη-Ζυμάρη και του Τά­
σου Χατζηαναστασίου για τη μνήμη τριών διαφορετικών γενιών από τη βουλγα­
ρική κατοχή στη Βορειοανατολική Ελλάδα (Κεφάλαιο 13). Εδάφη που κατείχε η
Βουλγαρία και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους σήμερα αποτελούν τμήμα της
Ελλάδας. Τα μέλη της νεότερης γενιάς δεν έχουν προσωπικές μνήμες από τον πό­
λεμο, και ένα χάσμα φαίνεται να τα χωρίζει από τους γονείς και τους παππούδες

τους που άντεξαν ορισμένες από τις π ιο σκληρές εμπειρίες ολόκληρης της κατο­
χικής περιόδου. Οι έφηβοι που κατοικούν σήμερα στην περιοχή την οποία ερεύ­
νησε η Ζυμάρη ελάχιστα ενδιαφέρονται για όσα συνέβησαν πριν από πενήντα
χρόνια. Επίσης, δεν φαίνεται να συμμερίζονται τις σχετικά σκληρές απόψεις για
τους Βουλγάρους που συχνά, και ίσως όχι αναπάντεχα, διατυποτνουν οι μεγαλύ­
τεροι. Είναι δύσκολο να διαπιστωθεί εάν αυτό αποδεικνύει τη μεγαλύτερη πολι­
τική ωριμότητα των νεότερων ή τα οφέλη που απορρέουν από την ιστορική
αμνησία. Είναι εντυπωσιακό πάντω ς ότι η ηρωοποίηση των δεινών του πολέμου
και οι πατριωτικές αφηγήσεις για μάρτυρες και για θυσίες υπέρ του έθνους φ α ί­
νεται να αφήνουν όλο και περισσότερο αδιάφορους τους Έλληνες εφήβους.
Ίσως η Ελλάδα να εισέρχεται σε μια εποχή όπου η ιστορία και η δημόσια χρησι­
μοποίησή της γοητεύουν λιγότερο από ό,τι κατά το παρελθόν. Ή μήπως αυτή η
δημόσια μυθοπλασία ουδέποτε υπήρξε πολύ ελκυστική, αλλά επιβαλλόταν στη
ζωή τω ν ανθρώπων όταν το κράτος αφιέρωνε δυνάμεις σε αυτόν το σκοπό; Στα
μέσα του εικοστού αιώνα, η ιστορία αποτελούσε ουσιαστικό όπλο για τους πρω ­
ταγωνιστές της πάλης των ιδεολογιών· στο τέλος του ίδιου αιώνα ίσως έπαψε να
εξυπηρετεί πλέον κάποια προφανή δημόσια λειτουργία. Ως εκ τούτου, το φθίνον
ενδιαφέρον για τους ήρωες και τους αγώνες του παρελθόντος συμβαδίζει με τη
μετριοπαθέστερη θέση που κατέχει η πολιτική στην καθημερινή ζωή.
Τέλος, η μελέτη της Σούζαν-Σοφίας Σπηλιώτη για τις πολιτικές σκοπιμότητες
στην υπόθεση Μέρτεν (Κεφάλαιο 14) ανακινεί το ζήτημα της εσκεμμένης σιωπής
που επικράτησε στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 γύρω από την υπόθεση του
δωσιλογισμού κατά την περίοδο του πολέμου. Η φύση του ελληνικού δωσιλογισμού ουδέποτε έχει ερευνηθεί σοβαρά. Το ότι παρουσιάστηκε σε εκτεταμένη κλίμα­
κα, σε διάφορες μορφές και για ποικίλους λόγους είναι αναμφισβήτητο. Το σκάν­
δαλο Μέρτεν, που ξέσπασε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με τη σύλληψη ενός
εγκληματία πολέμου στην Ελλάδα δεν είχε να κάνει μόνο με την αποκάλυψη του με­
γέθους των βρόμικων συναλλαγών στις οποίες είχε εμπλακεί κατά την περίοδο του
πολέμου η μεταπολεμική ελληνική ελίτ. Χάρη στην αξιοποίηση από τη Σπηλιώτη
γερμανικών αρχείων που πρόσφατα δόθηκαν στη δημοσιότητα, μπορούμε σήμερα
να δούμε πώς το ίδιο το σκάνδαλο επηρέασε την ελληνογερμανική μεταπολεμική
διπλωματία και πώ ς το ζήτημα των εγκλημάτων πολέμου συνδέθηκε με ζητήματα
οικονομικής βοήθειας ή ακόμα και με την οικοδόμηση της Κοινής Αγοράς.
Από τη μια υπάρχει σιωπή, άρνηση, αποκήρυξη, από την άλλη οργανωμένες τε­
λετές, παρελάσεις και μύθοι. Α πό τη μια έχουμε κατεστραμμένες, εγκαταλειμμέ­
νες ή χαμένες κοινότητες, από την άλλη κατασκευασμένες, ενισχυμένες ή ανα­
διοργανωμένες. Η παρούσα συλλογή δοκιμίω ν προσπάθησε να συμβάλει στη
χαρτογράφηση της Ελλάδας της δεκαετίας του 1940 προς αυτές τις κατευθύν­
σεις με τις ιστορίες ενός τεμαχισμένου και αναδιαρθρωμένου πολιτικού σώμα­
τος. Η προσπάθεια βασίζεται στην έρευνα νέων πηγών και μαρτυριών, γραπτώ ν
και προφορικώ ν, συμπεριλαμβανομένων πολλώ ν τοπικώ ν αρχείων και άλλων
συλλογών που π ρ ιν από δύο δεκαετίες δεν ήταν στη διάθεση των ερευνητών.

Ενισχυμένη από την αποκάλυψη αυτών των υλικών, αλλά και ενθαρρύνοντας,
με τη σειρά της, περαιτέρω ανακαλύψεις, η ιστορική έρευνα για τη σύγχρονη
Ελλάδα ανθεί. Υπάρχουν πολλά ακόμα να ερευνηθούν: οι κοινωνικές και πολι­
τικές πλευρές της μεταπολεμικής αστικής ανάπτυξης, λόγου χάρη, ή η λειτουρ­
γία του δικαστικού σώματος* πάνω α π ’ όλα ίσως, η φύση της συντηρητικής και
κοινοβουλευτικής δεξιάς πολιτικής πρακτικής στα μεταπολεμικά χρόνια, ιδω­
μένης όχι μόνο σαν ένα προκάλυμμα για εξωκοινοβουλευτικές μορφές φασι­
σμού, αλλά και σαν επιτυχημένο όχημα για τον κοινωνικό και οικονομικό με­
τασχηματισμό της Ελλάδας. Το παρόν βιβλίο δεν φιλοδοξεί να είναι πλήρες,
πόσο μάλλον να προσφέρει την τελευταία λέξη πάνω στο θέμα του. Θα έχει επι­
τύχει όμως το σκοπό του εφόσον διαθέσει στην ερευνητική κοινότητα ένα μέρος
των καινοτόμων και συναρπαστικών μελετών που βρίσκονται σε εξέλιξη, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα ανένηψε από την πιο παρατεταμένη και τραυματική εμπειρία του σύντομου βίου της ως έθνους-κράτους.21

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στις πρώιμες μελέτες συγκαταλέγονται τα έργα των C. Μ. Woodhouse, The Apple
of Discord: A Survey of Recent Greek Politics in Their International Setting (Λονδίνο
1948, To Μήλο της έριδος, Αθήνα 1976)· Ε. C. Myers, Greek Entanglement (Λονδίνο
1955, Η ελληνική περιπλοκή. Οι Βρετανοί στην κατεχόμενη Ελλάδα, Αθήνα 1976)* R.
Leeper, When Greek Meets Greek (Λονδίνο 1950)* G. Chandler, The Divided Land: An
Anglo-Greek Tragedy (Λονδίνο 1959, Διχασμένη γη. Μια αγγλοελληνική τραγωδία, Θεσ­
σαλονίκη 2000)* D. G. Kousoulas, Revolution and Defeat: The Story of the Greek
Communist Party (Λονδίνο 1965, Επανάστασις και ήττα: Η ιστορία το νΚ Κ Ε 1918-1949,
Αθήνα 1971)· S. G. Xydis, Greece and the Great Powers (Θεσσαλονίκη 1963). Επιστημονι­
κές μελέτες περιλαμβάνουν τα έργα των J. Ο. Iatrides, Revolt in Athens: The Greek
Communist «Second Round» (Πρίνστον 1972, Εξέγερση στην Αθήνα, Αθήνα 1973)· J.
Hondros, Occupation and Resistance: The Greek Agony, 1941-1944 (Νέα Υόρκη 1983)* L.
Winner, American Intervention in Greece, 1943-1949 (Νέα Υόρκη 1982, Η αμερικανική
επέμβαση στην Ελλάδα, 1943-1949, Θεσσαλονίκη 1991)· Ρ. Papastratis, British Policy
towards Greece during the Second World War, 1941-1944 (Κέιμπριτζ 1984).
2. Ιστορία της καθημερινότητας, γερμανικά στο κείμενο. (Σ.τ.Μ.)
3. John Ο. Iatrides, επιμ., Greece in the 1940s: A Nation in Crisis (Ανόβερο και Λονδί­
νο 1981, Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα 1984)· L.
Baerentzen, J. Ο. Iatrides και Ο. L. Smith, επιμ., Studies in the History of the Greek Civil
War (Κοπεγχάγη 1987, Μελέτες για τον Εμφύλιο πόλεμο, Αθήνα 1992)· Iatrides και
Linda Wrigley, επιμ., Greece at the Crossroads: The Civil War and its Legacy (University
Park, Pau 1995)· David H. Close, The Origins of the Greek Civil War, 1945-1949 (Λονδίνο
1995, Οι ρίζες τον Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, Αθήνα 2003).
4. «Μετά την Απελευθέρωση», ιταλικά στο κείμενο. (Σ.τ.Μ.)
5. «Μετά τον πόλεμο», ιταλικά στο κείμενο. (Σ.τ.Μ.)
6. Ν. Svoronos, «Greek History, 1940-1950: The Main Problems», στο J. Iatrides, επιμ.,
Greece in the 1940s, 2.
1. Public Record Office, Λονδίνο, φάκελοι του War Office (στο εξής WO) 204/9380,

παρατίθεται στο Μ. Mazower, «Policing the Anti-Communist State in Greece, 19221974», στο M. Mazower, επιμ., The Policing of Politics in the Twentieth Century (Πρόβιντενς και Οξφόρδη 1997), 142. Για το γενικότερο πρόβλημα, βλ. C. Pavone, «The General
Problem of the Continuity ot the State and the Legacy of Fascism», ανέκδοτα χειρόγραφα.
8. Για τη χρήση της βίας από τοπικούς πληθυσμούς, βλ. για παράδειγμα G. Crainz,
«“Guerra Civile” και “Triangolo della morte”», Meridiana 13 (1992): 17-55· L. Alessandrini, «The Option of Violence: Partisan Violence in the Bologna Area, 1945-1948», ανέκδο­
τα χειρόγραφα που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο «After the War was Over», Π ανεπι­
στήμιο του Σάσεξ, Ιούλιος 1996.
9. Close, Origins■Mazower, «Policing the Anti-Communist State».
10. Public Records Office, Λ ονδίνο, φάκελοι του Foreign Office (στο εξής FO)
371/48270, Εβδομαδιαία Έκθεση, 15-21 Απριλίου 1945· FO 371/48272, Εβδομαδιαίες
Εκθέσεις, 6-19 Μ αΐου 1945.
11. FO 371/48263, Εβδομαδιαίες Εκθέσεις, 4-10 Μαρτίου 1945· FO 371/48279 R
14675, Caccia Bevin, 25 Αυγούστου 1945.
12. Σημειωτέον ότι, ακόμα και πριν από τον πόλεμο, οι αντικομμουνιστές εκσυγχρο­
νιστές φοβούνταν την απειλή που συνιστούσε η κομμουνιστική οργάνωση για το αποδιοργανωμένο ελληνικό κράτος.
13. Ν. Αλιβιζάτος, O l πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής
εμπειρίας (Αθήνα 1995).
14. Κ. Ο ικονομοπούλου, Έκτακτα στρατοδικεία και νομοθεσία αφορούσα την δημο­
σίαν τάξιν και ασφάλειαν (Αθήνα 1951), 89, 115.
15. Βλ. Γλυκοφρύδη, Φνλακαί, 2:140 αναφορικά με την πρόταση ενός ειδικού των
φυλακών στο μεσοπόλεμο να συσταθεί ειδική φυλακή για κομμουνιστές.
16. Β. Θεοδώρου, επιμ., Γυναίκες εξόριστες στα στρατόπεδα τον Εμφυλίου: Χίος,
Τρίκερι, Μακρόνησος, Αϊ-Στράτης, 1948-1954 (Αθήνα 1996). Ευχαριστώ την Τασούλα
Βερβενιώτη που μου συνέστησε αυτό το βιβλίο. Λεπτομέρειες για τη δεκαετία του 1930
βρίσκονται στο Γλυκοφρύδη, Φυλακαί, 2: 20.
17. Βλ. τώρα Σ. Μ πουρνάζος, «Ο αναμορφωτικός λόγος των νικητών στη Μακρόνη­
σο», στο Ν. Κοταρίδης, επιμ., Το εμφύλιο δράμα. Δοκιμές 6, ειδική έκδοση (1997): 101-34.
18. Βλ. επίσης το βιβλίο της van Boeschoten Ανάποδα χρόνια: Συλλογική μνήμη και
ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950) (Αθήνα 1997).
19. Η προσέγγιση αυτή δεν έχει υιοθετηθεί τόσο από ιστορικούς αλλά από ανθρωπο­
λόγους. Βλ. τα σχόλια της van Boeschoten στο «Γεωπολιτική της ελληνικής αντίστασης»,
στο Ν. Κοταρίδης επιμ., Το Εμφύλιο δράμα, 8 σημ.2.
20. Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις τεράστιες μετακινή­
σεις πληθυσμών, οργανωμένες ή αυθόρμητες, που συνοδέυσαν τη σύγκρουση. Βλ. Α.
Λαΐου, «Population Movements in the Greek Countryside during the Civil War» στο
Baerentzen, Iatrides και Smith, επιμ., Studies in the History of the Greek Civil War, 55-105.
21. Αρκετά από τα κεφάλαια του παρόντος βιβλίου αρχικά ήταν δοκίμια που είχαν
παραγγελθεί για το συνέδριο της Σύγχρονης Ιστορίας «After the War Was Over:
Reconstructing Family, Nation and State in Southern Europe», το οποίο πραγματοποιήθη­
κε στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ το 1996. Οφείλω να ευχαριστήσω τους παρακάτω χορη­
γούς του συνεδρίου για την υποστήριξή τους: το Research Development Fund και το
Graduate Research Centre in the Humanities του Πανεπιστημίου του Σάσεξ, τη Βρετανι­
κή Ακαδημία, το Elisabeth Barker Fund, τη Βικτωρία Σολωμονίδη και την Ελληνική Πρε­
σβεία, τον Edwige Girardin της Γαλλικής Πρεσβείας, το Ιταλικό Ινστιτούτο Πολιτισμού,
το Sternberg Foundation, τη Royal Historical Society, το Hellenic Foundation, το Kessler
Foundation και την Economic History Society.

/
Τρεις μ ορ φ ές π ολιτικ ή ς δικαιοσύνης:
Ε λλάδα, 1944-45
Mark Mazower
Η ναζιστική κατοχή στην Ελλάδα, όπω ς και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οδήγησε
στην πλήρη κατάρρευση κράτους και κοινω νίας. Ο Εμφύλιος που ακολούθησε
ήταν το αποκορύφω μα πολυάριθμω ν συγκρούσεων ανάμεσα σε διαφορετικές
ομάδες, καθεμία από τις οποίες είχε το δικό της όραμα για την κοινωνική και
πολιτική ανασυγκρότηση. Κ αθώς πλησίαζε το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέ­
μου, το ζήτημα της πολιτικής δικαιοσύνης αποκτούσε επείγοντα χαρακτήρα,
αλλά δεν υπήρχε ενιαία αντίληψη της σημασίας του. Α πεναντίας, οι διεκδικητές
της εξουσίας προώθησαν ευρύτατα αποκλίνουσες απόψ εις ως προς την π ο λ ιτι­
κή δικαιοσύνη: τα «Λ αϊκά Δικαστήρια» της Ελεύθερης Ελλάδας, την οποία
ήλεγχαν οι κομμουνιστές, βασίζονταν σε εντελώς διαφορετική αντίληψη για το
σκοπό και τη φύση της δικαιοσύνης σε σύγκριση με τα δικαστήρια που ιδρύθη­
καν μετά την Απελευθέρωση από το κράτος στην Αθήνα, το οποίο υποστήριζαν
οι Βρετανοί.
Εκείνο που περιπλέκει ακόμα περισσότερο την εικόνα και την κάνει ίσως πιο
συναρπαστική είναι ότι, παράλληλα με τα νομικά πρότυπα που ανέπτυξαν οι
εθνικά οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, υπήρξαν και πολλές εκφράσεις ατομι­
κών και τοπικώ ν προσπαθειώ ν ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της δικαιοσύνης.
Αυτοί οι «αυτοσχεδιασμοί εξουσίας», όπω ς αποκάλεσε ο Ντε Γκωλ τις αντίστοι­
χες ενέργειες στη Γαλλία, εμφανίστηκαν στη διάρκεια του πολέμου, ξέσπασαν με
την Απελευθέρωση και συνεχίστηκαν για μήνες, ακόμη και για χρόνια, με φόντο
τον Εμφύλιο πόλεμο. Χ ω ρίς να χάνει από την οπτική του αυτή τη σημαντική διά ­
σταση της «λαϊκής δικαιοσύνης», το παρόν κεφάλαιο επικεντρώνεται στις τρεις
κύριες μορφές πολιτικής δικαιοσύνης που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα γύρω από
την Απελευθέρωση: στη συλλογική εκδίκηση ενάντια στον εθνοτικό εχθρό· στα
νομικά πρότυπα της αριστερής αντίστασης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ· και στη δικαϊκή π ο ­
λιτική που υιοθέτησε η επίσημη κυβέρνηση από την Απελευθέρωση και μετά.
Από τις τρεις αυτές μορφές πολιτικής δικαιοσύνης, ίσως η λιγότερο σημαντική
να ήταν η πρώτη, τουλάχιστον όσον αφορά την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια του
πολέμου, οι δυνάμεις του Αξονα είχαν επιχειρήσει να σπείρουν την εθνοτική δι-

χόνοια στην Ελλάδα, με σχετικά μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί είχαν προσπαθήσει να
προωθήσουν μια «Ρωμαϊκή Λεγεώνα» Βλάχων στη Θεσσαλία, οι Βούλγαροι εί­
χαν ενθαρρύνει τους Μακεόόνες «αυτονομιστές» στην περιοχή της Καστοριάς,
ενώ οι Γερμανοί μαζί με τους Ιταλούς είχαν δοκιμάσει να δημιουργήσουν μια πέ­
μπτη φάλαγγα στην Ήπειρο, μεταξύ των μουσουλμάνων Αλβανών γύρω από τις
Φιλιάτες. Οι Βλάχοι ήταν σε μεγάλο βαθμό εξελληνισμένοι, ενώ οι Μακεδόνες
αποτελούσαν μια πολυάριθμη και υπολογίσιμη δύναμη στις απομονωμένες ορει­
νές περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι. Ως αποτέλεσμα, καμία από τις δύο ομά­
δες δεν μπήκε συλλογικά στο στόχαστρο λόγω της προδοσίας μιας μειοψηφίας
δωσίλογων της. Όμως οι περίπου 20.000 μουσουλμάνοι Αλβανοί, γνωστοί ως
Τσάμηδες, οι οποίοι κατείχαν εύφορα εδάφη κοντά στα αλβανικά σύνορα, δεν
στάθηκαν τόσο τυχεροί. Οι Έλληνες της Ηπείρου ήταν αφοσιωμένοι εθνικιστές
και η περιοχή αποτελούσε προπύργιο του ΕΔΕΣ, μιας αντιστασιακής οργάνωσης
με αλυτρωτικές και μοναρχικές τάσεις. Τα γεγονότα του 1944-45, τα οποία ακό­
μα και σήμερα αποσιωπούνται στην Ελλάδα, έδειξαν πώς ο ΕΔΕΣ εφάρμοσε τις
ιδέες του (οι οποίες σίγουρα αντανακούσαν αρκετά πιστά τις ιδέες του ντόπιου
ελληνικού αγροτικού πληθυσμού) περί συλλογικής εθνοτικής δικαιοσύνης.
Οι ρίζες του ανταγωνισμού ανάμεσα σε Έλληνες και Τσάμηδες ανιχνεύονται
στο πρόσφατο παρελθόν. Σε αυτή την πάμφτωχη περιοχή, οι Τσάμηδες κατείχαν
μεγάλο τμήμα των πιο εύφορων εδαφών. Από το 1913 που η Ή πειρος πέρασε
στα ελληνικά χέρια, οι Μουσουλμάνοι μπέηδες είχαν χάσει την πολιτική βαρύ­
τητα που είχαν επί οθωμανικής κυριαρχίας· παρ’ όλα αυτά, η οικονομική επιρ­
ροή τους παρέμενε σταθερή, γεγονός που εξόργιζε τον ντόπιο ελληνικό πληθυ­
σμό. Σε τρεις δεκαετίες ελληνικής κυριαρχίας δεν είχε διαπιστωθεί καμία σοβα­
ρή προσπάθεια να ενθαρρυνθεί η αφομοίωση των Τσάμηδων· απεναντίας, η υπο­
βολή παραπόνων στη Γενεύη μαρτυρούσε την αίσθησή τους ότι γίνονταν αδικίες
σε βάρος τους.1
Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων επιδεινώθη­
καν. Τον Οκτώβριο του 1940 οι ελληνικές αρχές αφόπλισαν 1.800 επιστρατευ­
μένους Τσάμηδες και τους έστειλαν να εργαστούν στη διάνοιξη επαρχιακών
δρόμων τον επόμενο μήνα, συνέλαβαν όλους τους Αλβανούς άντρες που δεν εί­
χαν επιστρατευτεί και τους μετέφεραν σε στρατόπεδα ή σε νησιά εξορίας. Δεν
εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι μόλις οι Ιταλοί κατέλαβαν τελικά την Ελλάδα
το 1941, βρήκαν Τσάμηδες ακτιβιστές πρόθυμους να διεκδικήσουν την ενοποίη­
ση της περιοχής με την Αλβανία. Μερικές εκατοντάδες στρατολογήθηκαν στην
αντικομμουνιστική Bai Komitare αναλαμβάνοντας δράση σαν τοπικοί χωροφύ­
λακες. Από το φθινόπωρο του 1943, αυτές οι ένοπλες ομάδες συνεργάζονταν με
τη Βέρμαχτ στην πυρπόληση ελληνικών χωριών. Φαίνεται ότι πολλοί μπέηδες
της περιοχής καθώς και ο Μουφτής δεν επικροτούσαν τέτοιες ενέργειες. Το κα­
λοκαίρι του 1944 είχε γίνει φανερό ότι η αποχώρηση των Γερμανών από την
Ηπειρο ήταν πλέον ζήτημα χρόνου. Όταν οι ομάδες των Τσάμηδων αρνήθηκαν
πρόταση του ΕΔΕΣ να ενωθούν μαζί του ενάντια στον αριστερό ΕΑΑΣ, ο αρΧΤ/ός του ΕΔΕΣ Ναπολέων Ζέρβας διέταξε γενική επίθεση κατά των χιοριών

των Τσάμηδων. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο σημειώθηκαν δύο επιθέσεις με τη
συμμετοχή της Δέκατης Μ εραρχίας του ΕΔΕΣ και ντόπιω ν Ελλήνων χωρικών
που ανυπομονούσαν να εκδικηθούν για την πυρπόληση των χω ριώ ν τους: πολ­
λά χω ριά Τσάμηδων πυρπολήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι, περίπου
18.000, διέσχισαν τα σύνορα προς την Αλβανία.2
Η όλη επιχείρηση βασιζόταν σ ’ ένα στρατιωτικό σχέδιο που απέβλεπε στη
διεύρυνση της ζω τικής παραλιακής ζώνης βορείως της Π άργας, η οποία βρι­
σκόταν υπό τον έλεγχο του ΕΔΕΣ (και, κατά συνέπεια, τω ν Βρετανών). Ό μω ς,
αυτό το ξέσπασμα, που σήμερα θα το αποκαλούσαμε «εθνοκάθαρση», συνοδεύ­
τηκε από μεγάλες καταστροφές και λεηλασίες. Οι Βρετανοί παρατηρητές το πε­
ριέγραψαν ως «μια εντελώς επαίσχυντη υπόθεση», ένα «όργιο εκδίκησης», με
τους αντάρτες της περιοχής «να προβαίνουν σε λεηλασίες και απρόκλητες κα­
ταστροφές τω ν πάντω ν». «Ο επίσκοπος Π αραμυθιάς», όπω ς ανέφερε ένας απε­
σταλμένος του Foreign Office, «συμμετείχε σε λεηλασίες οικιώ ν και, βγαίνοντας
από ένα σπίτι, ανακάλυψε ότι το ήδη βαρυφορτωμένο μουλάρι του είχε στο με­
ταξύ απογυμνωθεί από μερικούς αντάρτες». Στη συνέχεια, στελέχη του ΕΔΕΣ
κατέλαβαν εδάφη και κτήματα που προηγουμένως ανήκαν σε Μ ουσουλμάνους.3
Σε αντίθεση με τον ΕΔΕΣ και τους Έ λληνες χω ρικούς της Θ εσπρωτίας, ο
ΕΔΑΣ διαφωνούσε με τη συλλογική τιμω ρία της κοινότητας τω ν Τσάμηδων.
Εκατοντάδες Τσάμηδες είχαν καταταγεί στις δυνάμεις του και διατηρούσε σχε­
τικά καλές σχέσεις με την αντίσταση στην ίδια την Αλβανία, που καθοδηγού­
νταν από τους κομμουνιστές. Ως αποτέλεσμα, όταν ο ΕΔΑΣ ανάγκασε τους
άντρες του Ζέρβα να καταφύγουν στην Κέρκυρα στα τέλη του 1944, η θέση των
Τσάμηδων άλλαξε ξαφνικά. Τους δύο πρώ τους μήνες του 1945, ενώ η Ή πειρος
παρέμενε υπό τον έλεγχο του ΕΔΑΣ, περίπου 4.000-5.000 πρόσφυγες επέστρε­
ψαν στα σπίτια τους.
Εντούτοις, η επιστροφή τους ήταν προσωρινή. Μετά τη Συμφω νία της Βάρ­
κιζας τον Φεβρουάριο, η οπ οία έθεσε τέλος στις συγκρούσεις ανάμεσα στον
ΕΔΑΣ και τους Βρετανούς στην Αθήνα, ο συσχετισμός τω ν δυνάμεων στην
Ή πειρο μεταβλήθηκε για άλλη μια φορά σε βάρος του ΕΔΑΣ. Τον Μ άρτιο, τα
υπολείμματα της δύναμης του ΕΔΕΣ πέρασαν από την Κέρκυρα στην η πειρω τι­
κή χώρα, κατατάχθηκαν στην νεοσύστατη Εθνοφυλακή και δεν άργησαν να
στραφούν ξανά, με συσσωρευμένη οργή, εναντίον τω ν Τσάμηδων. Με επικεφα­
λής τον πρώην αξιω ματικό τού Ζέρβα συνταγματάρχη Ζώτο, μια άτακτη παραστρατιωτική ομάδα πρώην ανταρτώ ν και ντό πιω ν προκάλεσε αιματοκύλισμα.
Στη χειρότερη σφαγή, που έγινε στις Φ ιλιάτες στις 13 Μ αρτίου, εξήντα έως
εβδομήντα Τσάμηδες έχασαν τη ζωή τους. Οι υπόλοιποι διέφυγαν ξανά στην
Αλβανία αφήνοντας πίσω τις λιγοστές οικογένειες που συνάντησε σε άθλιες
συνθήκες εκείνο το καλοκαίρι ένας εργαζόμενος της βρετανικής UNRRA.4
Στο εξής, η μοίρα τω ν Τσάμηδων σπανίω ς απασχολεί, συνήθως σε συνάρτηση
με τις ελληνικές αλυτρωτικές διεκδικήσεις για τη Βόρειο Ή πειρο. Επισήμως η
ελληνική κυβέρνηση ισχυριζόταν πω ς ούτε είχε εξωθήσει τους Τσάμηδες να εγκαταλείψουν τη χώρα ούτε ήταν αντίθετη στην επιστροφή τους· απλώ ς διατηρούσε

το δικαίωμα να δικάσει τους φερόμενους ως εγκληματίες πολέμου και δωσίλο­
γους για τα εγκλήματά τους. Στην πράξη, οι πιθανότητες επιστροφής των προ­
σφύγων ήταν ελάχιστες. Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 1945, ο λόγος του ελληνι­
κού κράτους είχε ελάχιστη πέραση στη Θεσπρωτία: την περιοχή λυμαίνονταν
ένοπλες συμμορίες με την υποστήριξη της Εθνοφυλακής, η οποία ήταν άκρως
εθνικιστική και αντιμουσουλμανική στην κατεύθυνσή της. Ούτε μπορούσαν να
αισθανθούν ασφαλείς οι Τσάμηδες μετά τα αποτελέσματα μιας επίσημης έρευνας
που διεξήγαγε ο Ελληνικός Στρατός, σύμφωνα με την οποία η σφαγή στις Φιλιάτες ουδέποτε έλαβε χώρα: όταν διεξήχθη η συγκεκριμένη έρευνα, ο υπεύθυνος για
τη σφαγή, ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζώτος, έτυχε να είναι αποσπασμένος στο
αρχηγείο της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Ηπείρου, στα Ιωάννινα.5
Ο ΕΔΕΣ, όπως έχω αναφέρει αλλού, πέραν του εθνικιστικού στόχου ενός εθνοτικά ομοιογενούς κράτους που να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερο τα αλύ­
τρωτα εδάφη, δεν επιβαρυνόταν από κάποιο ιδεολογικό σχέδιο για τη μεταπολε­
μική Ελλάδα. Συνεπώς, η συλλογική εθνοτική ενοχή εξέφραζε, γ ι’ αυτόν, την κυ­
ρίαρχη μορφή πολιτικής δικαιοσύνης. Για το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όμως, τα πράγματα
ήταν πολύ διαφορετικά. Όντας σε γενικές γραμμές αδιάφορο για τα εθνικιστικά
αιτήματα, το ΕΑΜ/ΕΑΑΣ έδινε μεγάλη σημασία στη μεταρρύθμιση των κοινωνι­
κών θεσμών. Στο τέλος του πολέμου είχε υπό τον έλεγχό του τεράστιες περιοχές
-σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα πλην της Αθήνας, της Κρήτης και μερικών τμημά­
των της Ηπείρου- και ασχολούνταν ήδη με την εφαρμογή της «Δαϊκής Κυριαρ­
χίας». Παρατηρητές είχαν ήδη σημειώσει τον μανιχαϊστικό χαρακτήρα της κο­
σμοθεωρίας του ΕΑΜ: «Όποιος δεν ήταν με το μέρος τους ήταν φυσικό να θεω­
ρείται αντίπαλος», ανέφερε ένας Αμερικανός στρατιωτικός σύνδεσμος. Για πολ­
λούς λόγους, η αποκάλυψη των προδοτών και των δωσίλογων έγινε κύριο μέλημα της οργάνωσης. Η ανάπτυξη της «επαναστατικής δικαιοσύνης» απαιτούσε
καινούργιους νομικούς θεσμούς και ταυτόχρονα σαρωτική βία.6
Οι βιαιοπραγίες της Αριστερός -ο ι οποίες είχαν στόχο άλλους Έλληνες και
όχι Γερμανούς- αναγνωρίζονται και συζητούνται στην Ελλάδα ακόμη λιγότερο
α π ’ ό,τι στη Γαλλία και την Ιταλία. Για παράδειγμα, η πρόσφατη πλημμύρα
αγιογραφικών κυρίως εκδόσεων για τον Αρη Βελουχιώτη δεν έχει προφανώς
προκαλέσει οποιαδήποτε συζήτηση για τις βιαιοπραγίες του περιβόητου καπετά­
νιου των ανταρτών. Κι όμως, κατά τη διάρκεια της ίδιας της Κατοχής το ΕΑΜ
δεν εξόντωσε μόνο πραγματικούς δωσίλογους αλλά και πιθανούς αντιπάλους.
Σε κάποιες περιοχές όπως στην Αργολίδα, η δράση των «ταγμάτων θανάτου»
(κυρίως της ΟΠΛΑ, της πολιτικής αστυνομίας του ΕΑΜ) είχε δημιουργήσει κλί­
μα τρομοκρατίας. Στα βοιτνά γύρω από τους Δελφούς το ΕΑΜ συνελάμβανε και
εκτελούσε άτομα που βοηθούσαν τους Βρετανούς, με το επιχείρημα ότι μια τέ­
τοια δραστηριότητα έδειχνε ότι επρόκειτο για πράκτορες της Γκεστάπο. «Σε
ολόκληρη την Αττική και τη Βοιωτία βασιλεύει η τρομοκρατία», ανέφερε ένας
άλλος Βρετανός αξιωματικός στις αρχές Σεπτεμβρίου και συνέχιζε: «Πάνω από
500 έχουν εκτελεστεί τις τελευταίες εβδομάδες. Εξαιτίας της δυσωδίας από τη

σήψη των πτωμάτων, είναι αδύνατον να περάσει κανείς από ένα σημείο κοντά
στο στρατόπεδό μου. Γυμνά, αποκεφαλισμένα πτώματα κείτονται άταφα στο
έδαφος. Εξαιτίας των ισχυρών αντιδραστικών στοιχείων της, [ο ΕΛΑΣ] έχει
επιλέξει αυτή την περιοχή». Οι πολυάριθμοι ομαδικοί τάφοι που ανοίχτηκαν το
1945-46 πιστοποίησαν τη σοβαρότητα της εν λόγω καταστολής· το ίδιο ισχύει
και για τις λίστες προγραφώ ν -π ο υ αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια, και δεν ήταν
δυνατόν να θεωρηθούν στο σύνολό τους π λα στές- ατόμων που το ΕΑΜ σκόπευε
να εκτελέσει: κυρίως βασιλόφρονες, εθνικιστές ή, απλώς, πλούσιους «αστούς».7
Από το καλοκαίρι του 1944, η εξουσία του ΕΑΜ στην «Ελεύθερη Ελλάδα»
εδραιώθηκε με τη δημιουργία της δικής του αστυνομίας, της Εθνικής Π ολιτο­
φυλακής, που απέσπασε καθήκοντα αστυνόμευσης από τους αντάρτες του
ΕΛΑΣ. Ό τα ν οι βρετανικές δυνάμεις έφτασαν στην Πελοπόννησο, βρήκαν την
ΕΠ να τηρεί την τάξη στη θέση της παλιάς, ανυπόληπτης χωροφυλακής. Έ τσι,
στην Πάτρα, για παράδειγμα, η ΕΠ περιπολούσε στην πόλη μαζί με τους Βρε­
τανούς μέχρι τον Νοέμβριο. Ό σο για την περιοχή της Θεσσαλονίκης, αναφέρθη­
κε ότι «κατά την άφιξη τω ν Π εριφερειακών και Τοπικώ ν Αρχηγείων στις α ντί­
στοιχες περιοχές τους, το ΕΑΜ /ΚΚΕ είχε τον απόλυτο έλεγχο με την υποστήρι­
ξη τω ν ενόπλων δυνάμεων του ΕΛΑΣ, του ΕΑΑΝ και της ΕΠ. Δεν λειτουργού­
σε καμία αστυνομία ή χωροφυλακή και τα καθήκοντά τους είχε αναλάβει η
ΕΠ». Το ίδιο συνέβαινε σχεδόν σε ολόκληρη τη χώ ρα.8
Π ερίοπτη θέση στη λίστα με τις ομάδες δω σίλογω ν που αποτελούσαν στόχο
του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατείχαν, φυσικά, η χωροφυλακή και τα παραστρατιω τικά
Τάγματα Ασφαλείας. Με την αποχώρηση τω ν Γερμανιυν, οι μονάδες αυτές, που
κρύβονταν στην Π ελοπόννησο, φοβούνταν το σφαγιασμό τους από τον ΕΛΑΣ.
Ο ΕΛΑΣ υιοθέτησε την άποψη ότι, εφόσον οι ομάδες αυτές είχαν προγραφεί δη­
μοσίως από την ελληνική κυβέρνηση, έπρεπε να θεωρηθούν εχθρικοί σχηματι­
σμοί. Ο ίδιος ο Αρης πέρασε στην Π ελοπόννησο για να επιβλέψει τις επιχειρή­
σεις εναντίον τους. Οι Βρετανοί προειδοποίησαν τον ΕΛΑΣ να μην πάρει το
νόμο στα χέρια του και επέμεναν ότι οι ταγματασφαλίτες έπρεπε να αντιμετω ­
πιστούν σαν αιχμάλω τοι πολέμου* οι ύπ οπτοι για συνεργασία με τον εχθρό
έπρεπε να κρατηθούν έως ότου «συγκροτηθούν κατάλληλα αστικά δικαστήρια
από την ελληνική κυβέρνηση». Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Γενικό Ε π ι­
τελείο στην Ιταλία σχολίασε σε αυτό το στάδιο ότι θα προτιμούσε τα Τάγματα
Ασφαλείας να «παραμείνουν οπλισμένα σε στρατιω τικούς καταυλισμούς».9
Αυτή η ανταλλαγή απόψεων έλαβε χώρα κατά το πρώτο μισό του Σεπτεμβρίου.
Ήδη όμως σημειώνονταν οι πρώτες επιθέσεις εναντίον πολιορκούμενων άλλων
διοσιλόγων. Στις 18 Σεπτεμβρίου αναφέρθηκε ότι στον Μελιγαλά και στην Καλα­
μάτα είχε πραγματοποιηθεί σφαγή ταγματασφαλιτών και άλλων δωσίλογων: δε­
κάδες είχαν χάσει τη ζωή τους στον Μελιγαλά ύστερα από ανταλλαγή πυρών, ενώ
οι υπόλοιποι είχαν οδηγηθεί από τον Αρη στην Καλαμάτα. Εκεί, δώδεκα άτομα εί­
χαν κρεμαστεί από φανοστάτες και άλλοι είχαν ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου από
τον εξαγριωμένο όχλο. Αυτό το γεγονός έβαλε σε δύσκολη θέση την ηγεσία του
ΕΑΜ, η οποία αρχικά αρνήθηκε τις σφαγές και στη συνέχεια τις αποκήρυξε. Ο

Αλέξανδρος Σβώλος και ο Στέφανος Σαράφης, μετριοπαθή ανώτερα στελέχη της
Αντίστασης, επέμειναν ότι το ΕΑΜ ακολουθούσε τις εντολές της ελληνικής κυ­
βέρνησης. Με τηλεγράφημά του ο Σβώλος διέταξε την παύση των εκτελέσεων αναφέροντας ότι έπρεπε να περιμένουν τις ποινές των δικαστηρίων με βάση το νόμο
που σχεδιαζόταν εκείνη την εποχή. Οι αναγκαίες συλλήψεις προδοτών για τον καθησυχασμό της κοινής γνώμης θα έπρεπε να γίνονται υπό την επίβλεψη υπεύθυ­
νων τμημάτων του ΕΛΑΣ. Στις 26 Σεπτεμβρίου αναφέρθηκαν από την Κεφαλλονιά δηλώσεις επικεφαλής του ΕΛΑΣ σύμφωνα με τις οποίες δεν επρόκειτο να
ασχοληθούν με τους κρατουμένους τους έως ότου συσταθούν αρμόδια δικαστήρια
από την ελληνική κυβέρνηση.10
Ενώ μερικά στοιχεία στους κόλπους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δήλωναν αλληλέγγυα
με την ελληνική κυβέρνηση, άλλα ακολουθούσαν πιο ριζοσπαστική γραμμή.
Στην ίδια την Κεφαλλονιά, για παράδειγμα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ίχνη
διχασμού ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και την ΕΠ που παρέμενε υπό αυστηρό κομμου­
νιστικό έλεγχο. Η ΕΠ, επιμένοντας ότι ακολουθεί διαταγές ανωτέρων, εξακο­
λούθησε να προβαίνει σε συλλήψεις υποτιθέμενων προδοτών. Ταυτόχρονα, το
ΕΑΜ ανακοίνωσε τη σύσταση «λαϊκής αυτοδιοίκησης» στο νησί.11
Στην πραγματικότητα, παρά την ήπια γραμμή που ακολουθούσαν οι εκπρό­
σωποι του ΕΑΜ στο εξωτερικό, στο εσωτερικό η οργάνωση εξακολουθούσε να
ενισχύει τους θεσμούς της «Λαϊκής Κυριαρχίας». Η πίεση της κοινής γνώμης
για την τιμωρία των δωσίλογων, στην οποία όπως είδαμε παραπάνω είχε ανα­
φερθεί ο Σβώλος, ήταν ουσιαστική και, όπως κατά την Απελευθέρωση, υπήρχαν
πολλοί που ήταν πρόθυμοι να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Ως εκ τούτου,
μπορούμε να θεωρήσουμε εν μέρει τα «Λαϊκά Δικαστήρια» ως προσπάθεια του
ΕΑΜ να ανταποκριθεί στη λαϊκή προδιάθεση σε μια εποχή που τα πνεύματα
ήταν πολύ οξυμμένα: «Στις 14.15, έξω από το υπουργείο Πολέμου και κατά την
είσοδο του ταγματάρχη Παπαδόπουλου στο κτίριο του υπουργείου, προκλήθηκε ανταλλαγή πυρών. Έ νας νεαρός με πιστόλι πλησίασε τον ταγματάρχη, τον
κατηγόρησε για δωσιλογισμό και δήλωσε ότι έχει προταθεί η σύλληψή του.
Οταν ο πολίτης τον έπιασε από το χέρι, ο ταγματάρχης πυροβόλησε τρεις φο­
ρές και όλες οι σφαίρες πέτυχαν τον επιτιθέμενο. Ο νεαρός πυροβόλησε δύο
φορές αστοχώντας ... Ο ταγματάρχης τελεί υπό κράτηση».12
Τέτοια αιφνίδια περιστατικά συνέβαιναν διαρκώς, ιδιαίτερα με χωροφύλα­
κες ή αστυνομικούς. Εκτός αυτού, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ έμπαιναν συχνά στον
πειρασμό να ξεκαθαρίσουν μόνοι τους παλιούς λογαριασμούς, όπως διαπιστώ­
νεται από το παρακάτω περιστατικό που συνέβη τον Νοέμβριο στην Αθήνα:
Γύρω στις 14.30 ένας αξιωματικός του ΕΛΑΣ κύκλωσε με δέκα άντρες μια
ταβέρνα απέναντι από τη Σχολή Χωροφυλακής. Μέσα στην ταβέρνα βρίσκο­
νταν ο υπολοχαγός ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΡΙΠΓΓΣΗΣ (που συνδεόταν κατά κάποιον
τρόπο με τα Τάγματα Ασφαλείας) και ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΣ,
αμφότεροι Εθνικιστές.
Οταν ο ΤΡΙΠΙΤΣΗΣ αντελήφθη ότι βρίσκονταν κυκλωμένοι από πο-

λιτοφύλακες του ΕΛΑΣ, προσπάθησε να εξέλθει από την πόρτα αλλά δέ­
χτηκε πυρά, τα οποία και ανταπέδωσε.
Έ να ς χωροφύλακας που βρισκόταν εκεί κοντά προσπάθησε να στα­
ματήσει φραστικά τη συμπλοκή, και όταν απέτυχε πυροβόλησε στον αέ­
ρα προσπαθώ ντας να τρομάξει τους άντρες του ΕΛΑΣ. Τότε εκείνοι πέταξαν μέσα στην ταβέρνα μια χειροβομβίδα και αποχώρησαν. Μια γυ­
ναίκα τραυματίστηκε στο μέτω πο.13
Η ανταπόκριση όμως στη λαϊκή οργή ήταν μόνο μια πτυχή της ιστορίας των
«Λ αϊκών Δικαστηρίων» και ίσως όχι η π ιο σημαντική. Η λαϊκή δικαιοσύνη είχε
επίσης τη δική της ιδεολογική αξία για την «Οργάνωση». Τα «Λ αϊκά Δικαστή­
ρια» είχαν αποτελέσει μεγάλο επίτευγμα του ΕΑΜ από τις πρώ τες κιόλας μέρες
της εμφάνισής του στα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας στις αρχές του 1943: στο
κάτω-κάτω αντανακλούσαν τη σημαντικότερη αξίωση της Αντίστασης - τη δη­
μιουργία ενός εναλλακτικού κράτους. Η λειτουργία αυτώ ν τω ν «δικαστηρίων»
συνεχίστηκε και μετά την Απελευθέρωση.
Στη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, «υποθέσεις ποινικού χαρακτήρα εκδικάζονταν από “Λ αϊκά Δικαστήρια” του ΕΑΜ ή από Στρατοδικεία του ΕΛΑΣ».
Ακόμη και μετά την εγκαθίδρυση της κυβέρνησης Π απανδρέου στην Αθήνα τον
Ο κτώβριο και τη δημοσίευση της Συντακτικής Π ράξης 1 (βλέπε παρακάτω), η
οποία καθόριζε τις διαδικασίες της δίκης τω ν δω σίλογω ν, οι δικηγόροι που
διορίστηκαν αναγκάστηκαν να συνεχίσουν τη συνεργασία με τον ΕΛΑΣ- όταν
μέλη του ΕΛΑΣ ανακάλυπταν κ άποιον υπόλογο, ενίοτε «επιλαμβάνονταν οι
ίδιοι του θέματος»: αυτό σήμαινε είτε εκτέλεση είτε, όλο και συχνότερα, κράτη­
ση επ ’ αόριστον. Ως εκ τούτου, από τον Νοέμβριο και μετά μπορούμε να δια ­
κρίνουμε μια φάση ιδιαίτερα ρευστού συμβιβασμού ανάμεσα στο νομικό σύστη­
μα της κυβέρνησης της Αθήνας και στο νομικό σύστημα του ΕΛ Α Σ.14
«Λαϊκά Δικαστήρια» λειτούργησαν σε όλα τα χω ριά της Λέσβου μέχρι και
τον Φεβρουάριο του 1945. Σε μια φυλακή της Μ υτιλήνης που είχε εκκενωθεί
από τους προηγούμενους κρατουμένους, το ΕΑΜ κρατούσε φυλακισμένους
εκατό υπόπτους για δωσιλογισμό. Οι διορισμένοι από την κυβέρνηση της Αθή­
νας δικηγόροι κρατούνταν στο περιθώ ριο, ανίκανοι να διερευνήσουν τις υπο­
θέσεις ή έστω να αποφυλακίσουν τους κρατούμενους, καθώς δεν υπήρχε αστυ­
νομική δύναμη για να τους προστατεύσει από τυχόν επιθέσεις. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις, στις αρχές Φεβρουάριου στη Μ ακεδονία και τη Θράκη ο ΕΛΑΣ
κρατούσε περίπου 6.500-7.000 δω σίλογους πρ ο ς εξέταση. Σύμφωνα με αναφο­
ρές, «Λαϊκά Δικαστήρια» στην Καβάλα δίκαζαν Βούλγαρους εγκληματίες π ο ­
λέμου. Αλλα λειτουργούσαν σε όλη την Πελοπόννησο. Στη Θήβα το έργο του Ε ι­
δικού Δικαστηρίου παρεμποδίστηκε όταν ο επικεφαλής του ΕΛΑΣ αρνήθηκε να
παραδώσει δώδεκα κρατουμένους κατηγορούμενους για δωσιλογισμό ή τους
φακέλους του ς.15
Αξίζει να παραθέσουμε εκτενέστερα αυτό το τελευταίο παράδειγμα, ώστε να
αποδοθεί το κλίμα που επικρατούσε εκείνους τους αβέβαιους μήνες:

Ο κύριος Κ. Κουτουρίσης, κυβερνητικός επίτροπος του Ειδικού Δικα­
στηρίου για τη διερεύνηση υποθέσεων δωσίλογων, δηλώνει ότι η Εθνική
Πολιτοφυλακή [ΕΠ] διενεργεί συλλήψεις βασιλοφρόνων ή συντηρητικών
ατόμων, μολονότι τα άτομα αυτά δεν έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα.
Επιπροσθέτως, η ΕΠ δεν αναφέρει τις συλλήψεις στις κυβερνητικές δι­
καστικές αρχές. Ο κύριος Μ. Κουτουρίσης δηλώνει επίσης ότι ο ΕΛΑΣ
και η ΕΠ αποτελούν κράτος εν κράτει. Συμμορφώνονται με τους νόμους
του ελληνικού κράτους μόνο όταν οι νόμοι αυτοί συμφωνούν με την πο­
λιτική του κόμματός τους.
Δήλωσε επίσης ότι οι 12 άνδρες που συνελήφθησαν από την ΕΠ στη
Θήβα με την κατηγορία της συνεργασίας με τον εχθρό είχαν μεταφερθεί
στη 2α Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Έ χει ήδη ζητήσει από τη 2α Μεραρχία του
ΕΑΑΣ τους φακέλους τους καθώς είναι αδύνατον να μελετήσει τις υπο­
θέσεις τους χωρίς κάποιο στοιχείο εναντίον τους. Επίσης, έχει ζητήσει
να μάθει πού βρίσκονται αυτοί οι 12 άνδρες. Επί του παρόντος δεν έχει
λάβει καμία απάντηση από τη 2α Μεραρχία του ΕΑΑΣ.
«Ο ΕΑΑΣ και η ΕΠ αποτελούν κράτος εν κράτει»: αυτό οπωσδήποτε ίσχυε, αν και
ίσως μεγαλοποιεί τη δύναμη του ελληνικού κράτους σε μια περίοδο κατά την
οποία μόλις και μετά βίας εκτεινόταν πέραν του κέντρου της Αθήνας. Δύο εβδο­
μάδες πριν από τα παραπάνω γεγονότα η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε κηρύξει
παράνομα όλα τα «Λαϊκά Δικαστήρια», ένα μέτρο που δεν είχε το παραμικρό
αποτέλεσμα. Στην Πελοπόννησο, για παράδειγμα, δεν λειτουργούσαν επισήμως
δικαστήρια έξω από την Πάτρα. Πριν από τα Δεκεμβριανά, η απονομή της δικαιοσύνης γινόταν κυρίως σύμφωνα με τους όρους του ΕΑΜ· αυτό κατείχε τα όπλα.16
Η εξεύρεση πληροφοριών για τον τρόπο λειτουργίας των στρατοδικείων
του ΕΑΑΣ είναι δύσκολη. Δεν επρόκειτο πάντως για ιδιαίτερα μυστικοπαθή
σώματα: μετά την Απελευθέρωση, η Ενδεκάτη Μεραρχία του ΕΛΑΣ έκανε τις
συνεδριάσεις της στο κτίριο της ΧΑΝ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Στη Βέ­
ροια, η Δεκάτη Μεραρχία του ΕΑΑΣ είχε συστήσει ένα δικαστήριο για δωσίλο­
γους. Την επταμελή επιτροπή του αποτελούσαν ένας ταγματάρχης του ΕΛΑΣ,
που περιγραφόταν ως «Δικαιοσύνη του Λαού», τέσσερις νέοι αξιωματικοί και
δύο «σύντροφοι»: ένας αγρότης και ένας οδηγός φορτηγού. Η έλλειψη προη­
γούμενης νομικής πείρας των μελών τους πρέπει να αποτελούσε κοινό χαρα­
κτηριστικό αυτών των σωμάτων. Συνήθως, αυτοί που δίκαζε κρίνονταν ένοχοι
και καταδικάζονταν σε θάνατο αλλά -τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσειςυπήρχε δυνατότητα να ασκηθεί έφεση στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΑΣ.
Υπήρξαν μερικές αθωωτικές αποφάσεις.
Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με αρκετά στοιχεία, ήδη στα τέλη του 1944 η
«λαϊκή δικαιοσύνη» του ΕΑΜ, που τόσο είχε εξυμνηθεί, στην πραγματικότητα
γινόταν όλο και λιγότερο δημοφιλής. Αυτό ίσιος ίσχυε λιγότερο για τα «Λαϊκά
Δικαστήρια», που είχαν συσταθεί από τοπικές επιτροπές διαιτησίας και παρέ­
μεναν δημοφιλή σε κάποιες περιοχές, και περισσότερο στην περίπτιοση της πιο

βάναυσης και στυγνής δικαιοσύνης που απένειμαν η ΕΠ και ο ΕΛΑΣ στους π ο ­
λιτικούς τους αντιπάλους. Ο μως και στις δύο περιπτώσεις η καινοτομία των
διαδικασιώ ν που ακολουθούσε το ΕΑΜ προκάλεσε την καχυποψ ία του ντόπιου
πληθυσμού. Έ τσι, ο πληθυσμός της Σκύρου δυσαρεστήθηκε όταν κάποιος Κ ων­
σταντίνος «Συντροφιάς» αποβιβάστηκε ξαφνικά με επτά ένοπλους αντάρτες,
ανακοίνωσε ότι ήταν ο «οργανωτής του ΕΑΜ στο νησί», συνέλαβε περίπου εί­
κοσι χωροφύλακες και τους μετέφερε για κράτηση στην Τουρκία σαν δω σίλο­
γους. Μ ολονότι οι αντάρτες δεν προκάλεσαν ιδιαίτερα προβλήματα, δεν κα­
τόρθωσαν να κερδίσουν τους κατοίκους του νησιού, η πλειονότητα των οποίω ν
«απεχθάνεται την παρουσία τους και αντιμετω πίζει τις προθέσεις τους με κα­
χυποψία». Ό τα ν το ΕΑΜ προκήρυξε εκλογές για την οργάνωση της «αυτοδιοί­
κησης», ελάχιστοι εμφανίστηκαν για να ψηφίσουν. Σύμφωνα με έναν Βρετανό
παρατηρητή: «Οι περισσότεροι κάτοικοι περιμένουν εναγωνίως την άφιξη κά­
ποιου εκπροσώπου της Κυβέρνησης Παπανδρέου* δεν μπορούν να κατανοή­
σουν την παρούσα κατάσταση».17
Οι αμφιβολίες αυτές εντάθηκαν βεβαίως κατά τη διάρκεια και στη συνέχεια
των Δεκεμβριανών. Ως επακόλουθο αυτής της σφοδρής σύγκρουσης, και οι δύο
πλευρές συνέλαβαν ομήρους: οι Βρετανοί έστειλαν χιλιάδες υπόπτους για αρι­
στερά φρονήματα σε στρατόπεδα της Ανατολικής Αφρικής· και το ΕΑΜ/ΕΑΑΣ
οδήγησε μια ομάδα «αστών» αντιπάλω ν του και αιχμαλώτων Βρετανών στρατιω­
τών σε αναγκαστικές πορείες στα βουνά. Καθώς κυκλοφόρησαν ειδήσεις για την
τρομερή θηριωδία με την οποία αντιμετωπίστηκαν ορισμένοι από αυτούς τους
ομήρους, καθώς και για μαζικές εκτελέσεις, η λαϊκή αποστροφή για τις ακρότητες
του ΕΑΜ εντάθηκε. Ακόμα και στους κόλπους της ΕΠ και του ΕΛΑΣ, η εντεινόμενη αναστάτωση θορύβησε τα στελέχη του Κ ομμουνιστικού Κ όμματος.18
Εντούτοις, όταν τον Φεβρουάριο του 1945 υπογράφηκε η Συμφω νία της
Βάρκιζας και έληξαν οι μάχες στην Αθήνα, ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν πόσο γρήγορα το ΕΑΜ /ΕΑΑΣ θα περνούσε από τη θέση του καταπιεστή στη θέση του θύματος. Να όμως τι έγινε: μετά το τέλος τω ν Δεκεμβριανών,
ακολούθησε βίαιη αντεπίθεση της Δ εξιάς την οποία ούτε η κυβέρνηση της Αθή­
νας ούτε οι Βρετανοί μπορούσαν να ελέγξουν. Σε λιγότερο από ένα μήνα, η
προσφάτω ς αναδιοργανωμένη χωροφυλακή άρχισε να ξεκαθαρίζει λογαρια­
σμούς με τους πα λιούς εχθρούς της, και τα μέλη του ΕΑΜ/ΕΑΑΣ ανακάλυψαν
ότι η ανάμιξή τους στα «Α αϊκά Δικαστήρια» εκείνο τον χειμώνα τους οδηγούσε
στη φυλακή ή σε ακόμα χειρότερες περιπέτειες.19
Οι διαμαρτυρίες που απηύθυνε το ΕΑΜ προς την ελληνική κυβέρνηση και
τους Βρετανούς υποστηρικτές της στις αρχές Μ αρτίου του 1945 σήμαναν τον
επιτάφιο της ιδέας του ΕΑΜ/ΕΑΑΣ για τη λαϊκή δικαιοσύνη. Π αραθέτοντας
τον μακρύ κατάλογο των παραβιάσεων της Συμφω νίας της Βάρκιζας από τους
δεξιούς, οι ηγέτες του ΕΑΜ εξέφραζαν την αγανάκτησή τους για τις συλλήψεις
ατόμων που είχαν συμμετάσχει στα «Α αϊκά Δικαστήρια» και τα στρατοδικεία
του ΕΑΑΣ. Επέμειναν ότι «η αναγκαιότητα του αγώνα και της τήρησης της τά­
ξης καθιστούσε αναγκαία την ύπαρξη τω ν Σ τρα τοδικείω ν συνεπώς, οι διώ ξεις

και οι συλλήψεις για τους προαναφερθέντες λόγους είναι απολύτως παράνομες
και προκαλούν έκπληξη». Το ΕΑΜ όμως δεν βρισκόταν πλέον σε θέση να καθο­
ρίσει τα όρια της νομιμότητας, και πολύ σύντομα θα έπαυε να εκπλήσσεται.20
Η τιμωρία των δωσίλογων και των εγκληματιών πολέμου αποτελούσε ζήτημα κε­
φαλαιώδους σημασίας για τους περισσότερους Έλληνες κατά την Απελευθέρω­
ση. Η επιθυμία για κάθαρση δεν περιοριζόταν μόνο στην Αριστερά, και αυτό γί­
νεται φανερό, για παράδειγμα, από το κύριο άρθρο της Ενώσεως, μιας μετριοπα­
θούς δεξιάς εφημερίδας της Πάτρας, στο οποίο επισημαίνεται η ανάγκη εκκαθά­
ρισης όλων των προδοτών και εξυγίανσης της χωροφυλακής και των Σωμάτων
Ασφαλείας. Συνεπώς, η κυβέρνηση Παπανδρέου, η οποία επέστρεψε στην Ελλάδα
στα μέσα Οκτωβρίου, δεν μπορούσε να αποφύγει την εκπλήρωση αυτής της απο­
στολής. Οι προσπάθειες όμως του ελληνικού κράτους να επαναφέρει -ή να εγκαθιδρύσει- δικαϊκά πρότυπα παρόμοια έστω με αυτά μιας φιλελεύθερης δημοκρα­
τίας επηρεάστηκαν αναπόφευκτα από τις πολιτικές δυνάμεις τόσο της Δεξιάς
όσο και της Αριστερός, που επίσκιασαν και κάποιες φορές φάνηκε να κατατρο­
πώνουν τον «πολιτικό κόσμο» που είχε επανέλθει στην εξουσία στην Αθήνα μετά
την Απελευθέρωση.21
Αυτό έγινε φανερό ευθύς εξαρχής όταν ο υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνη­
σης Παπανδρέου Τσάτσος, ετοίμασε τον Σεπτέμβριο του 1944 στην Ιταλία τη Συ­
ντακτική Πράξη 1, η οποία καθόριζε τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες θα δι­
κάζονταν οι δωσίλογοι στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Απηχώντας τη δύναμη (και
το φόβο) του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εκείνη την περίοδο, τα ειδικά δικαστήρια που ανακοί­
νωσε ο Τσάτσος αρκετές εβδομάδες αργότερα περιγράφηκαν επίσημα ως «Ααϊκά
Δικαστήρια» με μικτή σύνθεση δικαστικών, στρατιωτικών και πολιτών. Ο νόμος
του Τσάτσου προέβλεπε διάφορους βαθμούς συνεργασίας, με ποινές που κυμαί­
νονταν από εξάμηνη φυλάκιση έως και καταδίκη σε θάνατο, αλλά δήλωνε ότι όλες
οι υποθέσεις έπρεπε να ξεκινήσουν εντός εξαμήνου από τη λήξη της Κατοχής.22
Στην πραγματικότητα, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, οι δικαστικοί που διό­
ρισε η κυβέρνηση Παπανδρέου τους πρώτους μήνες της Απελευθέρωσης δεν
μπορούσαν να εκτελέσουν κανονικά τα καθήκοντά τους. Τα Δεκεμβριανά και η
συνακόλουθη αποδυνάμωση του ΕΑΜ/ΕΑΑΣ τροποποίησαν τις αρχικές ρυθμί­
σεις. Η σύνθεση της επιτροπής ενόρκων άλλαξε με μια πρόσθετη Συντακτική
Πράξη και μειώθηκε ο «λαϊκός» της χαρακτήρας. Το χρονικό όριο για τις διώ­
ξεις μετατέθηκε αρκετές φορές εξαιτίας της καθυστέρησης στη συγκρότηση των
ειδικών δικαστηρίων για δωσίλογους. Είναι αλήθεια ότι η διατύπωση της Πρά­
ξης τροποποιήθηκε προκειμένου να γίνει πιθανότερη η καταδίκη πρώην υπουρ­
γών. Εντούτοις, η υποβόσκουσα απροθυμία για την αποτελεσματική αντιμετώ­
πιση του ζητήματος των δωσίλογων ήταν φανερή. Ακόμα και υπό την πίεση των
Βρετανών για επίσπευση της δίκης διαβόητων δωσίλογων, καμία δίκη δεν διεξήχθη πριν από τα τέλη Φεβρουάριου. Απεναντίας, οι δίκες των αριστερών που
συμμετείχαν στα Δεκεμβριανά άρχισαν τον επόμενο μήνα, και για την εκδίκαση
των υποθέσεων αυτών συγκροτήθηκε έκτακτο στρατοδικείο.23

Τον Φεβρουάριο του 1945, με βάση τη Συμφωνία της Βάρκιζας, έγιναν προ­
σπάθειες ομαλοποίησης της δικαστικής κατάστασης που είχε προκόψει από τα
Δεκεμβριανά. Ο στρατιω τικός νόμος άρθηκε (εκτός από την περιοχή της Αθή­
νας) και το έκτακτο στρατοδικείο, τουλάχιστον θεωρητικά, διαλύθηκε. Χορηγή­
θηκε αμνηστία για τα «πολιτικά αδικήματα τα τελεσθέντα από 3ης Δεκεμβρίου
1944 μέχρι της υπογραφής του παρόντος [14 Φεβρουάριου 1945]». Στο εξής,
μόνο ποινικά αδικήματα, όπω ς ο φόνος, ήταν αξιόποινα. Έ να ς Βρετανός νομι­
κός παρατηρητής έγραψε με αισιοδοξία: «Η εξουσία της Κυβέρνησης θα επε­
κταθεί εν ευθέτω χρόνω σε ολόκληρη τη χώρα με αποτέλεσμα την επαναφορά
του δικαϊκού συστήματος, το οποίο ευελπιστούμε ότι θα αποδειχθεί ισχυρός
παράγοντας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του λαού». Ό πω ς θα δια ­
πιστώσουμε στη συνέχεια, η ευχή αυτή παρέμεινε ευσεβής πόθος.24
Στην εισαγωγή του στη Συντακτική Πράξη 6, η οποία αναθεώρησε τη σύνθε­
ση τω ν δικαστηρίων για δω σίλογους, ο υπουργός Δικαιοσύνης Νικόλαος Κολυβάς -π ο υ τη συνέτασσε ενώ στα περίχω ρα της Αθήνας συνεχίζονταν οι μάχες
με τον Ε Λ Α Σ- ξεκαθάρισε τη στάση του απέναντι στους δωσίλογους υπουρ­
γούς: είχαν βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στους Γερμανούς και η ευθύνη
τους παρέμενε μεγάλη έστω κι αν, όπω ς προέκυπτε, π ο λιτικοί ηγέτες με επιρ­
ροή τούς είχαν ενθαρρύνει κ α τ’ ιδίαν να δεχτούν αξιώ ματα. Εάν δεν δικάζο­
νταν οι υπουργοί της κατοχικής κυβέρνησης, κανένας δεν μπορούσε να κατηγορηθεί δικαίω ς για δωσιλογισμό. Ούτε μπορούσαν να επικαλεστούν π α τρ ιω τι­
σμό αφού, σύμφωνα με τον συντάκτη της Πράξης, το καλό της πα τρίδα ς δεν
αποτελούσε αντικειμενικό κριτήριο. Α πεναντίας, η δίκη τω ν δω σίλογω ν π ο λ ι­
τικώ ν αποτελούσε πολιτικό και ηθικό καθήκον. Η κυβέρνηση, μέσω του Κολυβά, δεσμεύτηκε να εκτελέσει αυτή την αποστολή και να δώσει το παράδειγμα
τόσο στον πολιτισμένο κόσμο όσο και στις μελλοντικές γενιές, δείχνοντας ότι
κανείς δεν μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες στους εχθρούς της πατρίδα ς και να
παραμένει ατιμώρητος.25
Ε ίναι εντυπωσιακό ότι ο Κ ολυβάς δικαιολόγησε την ελαχιστοποίηση της
παρουσίας μη δικηγόρω ν στα προτεινόμενα δικαστήρια αρνούμενος κατηγορη­
ματικά την π ο λιτικ ή φύση τω ν εγκλημάτων τω ν δω σίλογω ν, με το επιχείρημα
ότι το έγκλημά τους δεν ήταν πολιτικό αλλά του κοινού ποινικού δικαίου. Για
ποιο λόγο τότε το έγκλημα της προδοσίας δεν δικαζόταν από στρατοδικείο;
Επειδή επιθυμία της κυβέρνησης ήταν να εγγυηθεί την απόδοση αμερόληπτης
δικαιοσύνης στους κατηγορουμένους, δεδομένου ότι η δικαιοσύνη στη χώρα εί­
χε λειτουργήσει σωστά και η ελπίδα ήταν ότι θα έκανε το καθήκον της και σε αυ­
τή την περίπτωση, κατέληγε αισιόδοξος ο υπουργός.26
Η παραδειγματική δίκη για την επίσπευση της οποίας σχεδιάστηκε αυτή η νο­
μοθεσία -η δίκη των πρωθυπουργών και των υπουργών της Κ ατοχής- άρχισε στα
τέλη Φεβρουάριου και συνεχίστηκε αρκετούς μήνες. Πράγματι, χρειάστηκε μια
τρίτη νομοθετική πράξη τον Μάρτιο προκειμένου να επισπευθούν οι διαδικασίες.
Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, οι βασικοί δωσίλογοι, που την περίοδο εκείνη
βρίσκονταν στις φυλακές της Αθήνας, είχαν μεταφερθεί για λόγους ασφαλείας

στην Ανατολική Αφρική· η ανάγκη αυτής της μετακίνησης αποδείχτηκε όταν ο
ΕΛΑΣ κατά τις συμπλοκές απήγαγε και σκότωσε δύο πρώην υπουργούς-προδότες. Οι υπόλοιποι όμως επέστρεψαν τελικά στην Αθήνα και δικάστηκαν.
Όπως είχε προβλέψει ο Κολυβάς αλλά και πολλοί άλλοι, οι κατηγορούμενοι
στήριξαν την υπεράσπισή τους σε δύο βασικά επιχειρήματα. Πρώτον, ισχυρί­
στηκαν και παρέθεσαν πειστικές αποδείξεις ότι μέλη του ελληνικού «πολιτικού
κόσμου», συμπεριλαμβανομένων προσωπικοτήτων όπως ο πρωθυπουργός της
Απελευθέρωσης Γεώργιος Παπανδρέου και ο διάδοχός του Νικόλαος Πλαστήρας, τους είχαν ενθαρρύνει να αναλάβουν αξιώματα σε κατοχικές κυβερνήσεις.
Το σοβαρότατο ενδεχόμενο τέτοιες δίκες να φέρουν σε δύσκολη θέση την πολι­
τική ελίτ στην οποία είχε ανατεθεί η διακυβέρνηση της χώρας μετά τον πόλεμο
γινόταν ολοένα και πιο φανερό. Ο Παπανδρέου αναγκάστηκε να καταθέσει. Το
ίδιο καλοκαίρι ο Πλαστήρας, που είχε αναλάβει πρωθυπουργός την άνοιξη του
1945, αναγκάστηκε να παρατηθεί μετά τη δημοσιοποίηση παλαιότερης επιστο­
λής του από το Βισύ της Γαλλίας, με την οποία δήλωνε πρόθυμος να σχηματίσει
φιλογερμανική κυβέρνηση στην Αθήνα!
Δεύτερον, οι κατηγορούμενοι επέμειναν ότι είχαν παρακινηθεί από πατριω­
τικά αισθήματα, πράγμα που στην περίπτωση του πρώτου πρωθυπουργού της
Κατοχής στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου σήμαινε εχθρότητα προς τους
Βουλγάρους, και στην περίπτωση του Ιωάννη Ράλλη, πρωθυπουργού την πε­
ρίοδο 1943-44, εχθρότητα προς τους κομμουνιστές. Μολονότι μια τέτοια υπερασπιστική γραμμή είχε εξαρχής αποκλειστεί, τους πρώτους μήνες μετά τα Δε­
κεμβριανά ήταν μια πολιτικά ελκυστική στρατηγική, όπως αποδείχτηκε και από
τις ετυμηγορίες: ο Τσολάκογλου καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά με την ευχή για
μετατροπή της ποινής σε ισόβια δεσμά (η οποία τελικά εισακούστηκε)· οι άλλοι
δύο κατοχικοί πρωθυπουργοί καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Αρκετοί
υπουργοί καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές φυλάκισης. Όλως παραδόξως,
το δικαστήριο απεφάνθη ότι η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας δεν μπο­
ρούσε να θεωρηθεί έγκλημα (μολονότι στις ραδιοφωνικές εκπομπές από το
Κάιρο την περίοδο του πολέμου λεγόταν ότι ακόμα και η συμμετοχή σε αυτά θα
θειυρούνταν έγκλημα) εφόσον είχαν σχηματιστεί μόνο για την προστασία της
δημόσιας τάξης από «εγκληματικά στοιχεία». Ακόμα και ο υπουργός Δικαιοσύ­
νης δεν μπόρεσε να συγκροτηθεί και να μη σχολιάσει τις ήπιες ποινές.27
Με την επικράτηση όμιυς του αντικομμουνισμού, η πολιτική ελίτ ελάχιστα
επιθυμούσε την επέκταση τέτοιων διώξεων. Ενδεικτικό της επίσημης στάσης
απέναντι στη δίκη είναι το γεγονός ότι το μοναδικό επίσημο έγγραφο των συνεδριάσειυν ήταν ένα δυσανάγνωστο στενογράφημα που έπρεπε να καταστρα­
φεί μετά από έξι μήνες. Ως αποτέλεσμα, οι σχολιαστές, τότε και τώρα, μπορού­
σαν να βασιστούν μόνο σε δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από τις συνεδριά­
σεις. Η επίσημη μνήμη εκείνων των ατυχών γεγονότων είχε σχεδιαστεί να είναι
βραχύβια.
Η δύναμη της Δεξιάς αυξανόταν πλέον ραγδαία, εξασφαλίζοντας καινούρ­
για ασυλία για τους πρώην δωσίλογους. Τον Μάρτιο, πρώην πράκτορες της

ΟΠΛΑ καταδικάστηκαν σε θάνατο την ίδια περίπου στιγμή που συνεργάτες
των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών καταδικάζονταν σε μικρές ποινές φυλά­
κισης: ένας ανώτερος δικαστής διέταξε να διεξαχθεί έρευνα για τη συμπεριφο­
ρά κάποιω ν δικαστώ ν στις δίκες των δωσίλογων, αλλά μάλλον χω ρίς ιδιαίτερο
αποτέλεσμα. Η κοινή γνώμη ανησύχησε όταν αθωώθηκε ένας πρώην αξιω ματι­
κός των Ταγμάτων Ασφαλείας που είχε πυροβολήσει και σκοτώσει ένα μέλος
της ΕΠ που προσπάθησε να τον συλλάβει τον περασμένο Οκτώβριο στην Αθή­
να. Η αγανάκτηση του κόσμου μεγάλωσε τον Αύγουστο όταν ανακοινώθηκε ότι
ένας ανώτερος επικεφαλής τω ν Ταγμάτων Ασφαλείας, ο συνταγματάρχης Παπαδόγγονας, θα προαγόταν μετά θ ά ν α το ν λίγες ημέρες αργότερα η προαγωγή
ακυρώθηκε. Τον Ο κτώβριο, η δίκη μερικών επικεφαλής τω ν Ταγμάτων Ασφα­
λείας και άλλων δω σίλογω ν αξιω ματικώ ν της ασφάλειας άρχισε σε συνθήκες
φαρσοκωμωδίας, «με τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να τάσσεται με το μέρος
των κατηγορουμένων