Αρχική σελίδα Η βυζαντινή χιλιετία

Η βυζαντινή χιλιετία

0 / 0
Πόσο σας άρεσε αυτό το βιβλίο;
Ποια είναι η ποιότητα του ληφθέντος αρχείου;
Κατεβάστε το βιβλίο για να αξιολογήσετε την ποιότητά του
Ποια είναι η ποιότητα των ληφθέντων αρχείων;
Added pages 15 & 16 that were missing from version already existing in Library Genesis.

Προστέθηκαν οι σελίδες 15 & 16 (οι υπόλοιπες σελίδες προέρχονται από το αρχείο που είναι ήδη διαθέσιμο στο "Library Genesis").
Κατηγορίες:
Έτος:
1990
Εκδότης:
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Γλώσσα:
greek
Σελίδες:
503 / 479
Αρχείο:
PDF, 17,18 MB

Ίσως σας ενδιαφέρει Powered by Rec2Me

 
0 comments
 

To post a review, please sign in or sign up
Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο για βιβλίο και να μοιραστείτε την εμπειρία σας. Άλλοι αναγνώστες θα ενδιαφέρονται να μάθουν τη γνώμη σας για τα βιβλία που διαβάσατε. Ανεξάρτητα από το αν σας άρεσε το βιβλίο ή όχι, εάν θα πείτε για αυτό ειλικρινά και λεπτομερώς, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να βρουν για τον εαυτό τους νέα βιβλία που θα τους προκαλέσουν ενδιαφέρον.
1

Bugünkü Sovyet Ekonomisi

Έτος:
1967
Γλώσσα:
turkish
Αρχείο:
PDF, 4,60 MB
0 / 0
2

Eine Welt zu gewinnen. Marx, der Kapitalismus von heute und was wir tun können

Έτος:
2018
Γλώσσα:
german
Αρχείο:
PDF, 3,54 MB
0 / 0
ΗΑΝδ-ΟΕΟΚΟ ΒΕΟΚ

Η

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΤΡΤΟΒΙΚ

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

Α Θ Η Ν Α 1990

ΗΑΝδ-ΟΕΟΚΟ ΒΕΟΚ

Η

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΤΡΤΟΒΙΚ

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

Α Θ Η Ν Α 1990

Γιά τήν Ετηί Ηαπιαηη

Όσα εϊπε ό Ταρκύνιος ό Υπερήφανος στον κήπο του μέ τίς
παπαρούνες, τά κατάλαβε ό γιος άλλά οχι ό άγγελιοφόρος
3. Ο. Η α μ α ν ν

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αυτό τό βιβλίο δέν φιλοδοξεί νά είναι μιά συστηματική εισαγωγή στή βυ­
ζαντινολογία ουτε νά δώσει μιά συνολική εΙκόνα του φαινομένου πού λέ­
γεται Βυζάντιο. Σέ καμιά περίπτωση δέν επιδίωξα τήν πληρότητα. 'Η
επιλογή τής ϋλης μου —ένα «πότ-πουρί», άν θέλει κάνεις— άνταποκρίνε­
ται σέ πολύ προσωπικές προτιμήσεις, άλλά κάπως καί στήν άνάγκη νά
καλυφθούν ορισμένα κενά τής βυζαντινολογίας πού τά θεωρώ δεδομένα,
έστω και μέ κίνδυνο νά θεωρηθώ ύποπτος αλαζονείας. "Έτσι δμως τό βι­
βλίο Ϊσως μπορέσει νά δώσει μερικά ερεθίσματα σέ έκείνους πού, χωρίς
νά είναι βυζαντινολόγοι, ένδιαφέρονται άρκετά γιά τό Βυζάντιο και δέν
Ικανοποιούνται, μακροπρόθεσμα, μέ περιγραφές πού εξαντλούνται στή με­
γαλοπρέπεια του αύλικοϋ τελετουργικού, στΙς φαντασμαγορικές ιεροτελε­
στίες, σέ έναν (άωαννιτικό χριστιανισμό)) ή στις άκροβασίες μιάς πολιτι­
κής «μεταφυσικής». Είναι πολύ άμφίβολο άν ό μέσος Βυζαντινός ζοϋσε
τόσο μετάρσια δσο μάς άρέσει νά φανταζόμαστε· ή μακρόχρονη ένασχόλησή μου μέ τό αντικείμενο μου έπιτρέπει νά πώ δτι ϊσως ήταν πολύ πιο
«έγκόσμιος» άπό δσο νομίζουμε. Εΐχε άρκετά άναπτυγμένο πολιτικό αι­
σθητήριο ώστε νά μπορεΐ νά ελίσσεται και χωρίς μεταφυσική' άγαποϋσε
άρκετά τή λεπτότητα τών τρόπων, τό χιούμορ και τήν καλλιέπεια ώστε
νά μήν εχει τό νοϋ του συνεχώς στή φυγή άπό τόν κόσμο και στό ύπερπέραν' καί, οχι σπάνια, ήταν τόσο θρήσκος, ώστε μπορούσε πότε πότε νά
κάνει καί χωρίς τούς μηχανισμούς τής ορθόδοξης Εκκλησίας. 'Η ύπαρ­
ξη του «μεγαλοπρεπούς)) στοιχείου στή ζωή τών Βυζαντινών είναι άναμφισβήτητη, άλλά ή καθημερινότητά τους πρέπει νά ήταν πολύ πιο πεζή.
Φυσικά, μέ άφετηρία τέτοιους συλλογισμούς δέν γράφεται;  ένα βιβλίο
γιά καλομαθημένους, λεπτεπίλεπτους άναγνώστες, καί άνοίγονται διάπλα­
τα οι πόρτες γιά τή μομφή τής άπομυθοποίησης. Ά λλά τί πειράζει αύ­
τό; 5/Εγραψα τό βιβλίο έχοντας στό νοϋ μου —καί θέλοντας κατά κάποιο
τρόπο νά άνακεφαλαιώσω— τίς πολυάριθμες άσκήσεις καί διαλέξεις πού
έκανα μπροστά σέ νέους, προσπαθώντας νά τούς πείσω νά μήν άκολουθήσουν χιλιοπατημένα μονοπάτια. *Αν τούς άρέσει ή Γβρβίίία Ιββΐίο, τότε
τό βιβλίο αύτό εχει έκπληρώσει τόν προορισμό του.
9

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στό βιβλίο άναφέρονται πολλά ονόματα πού, υποθέτω, δέν θά εΐναι
γνωστά στόν καθένα. Γιά νά άποφύγω τις ενοχλητικές επαναλήψεις στις
σημειώσεις καί γιά νά μήν καταφύγω σέ ενα πολύπλοκο σύστημα παρα­
πομπών, προσπάθησα νά συγκεντρώσω δλα τά άπαραίτητα βιβλιογραφι­
κά στοιχεία σέ ενα σχετικά εκτεταμένο ευρετήριο ονομάτων, στό τέλος
του βιβλίου.
Ά πό τή βιβλιογραφία, πού καί αύτή μνημονεύεται στό τέλος του βι­
βλίου, έκανα μιά αυστηρή επιλογή, άλλά είναι πολύ πιθανό δτι ξέχασα νά
άναφέρω μερικά βιβλία. ’Ά ν τό ονομά μου εμφανίζεται σχετικά συχνά, ό
λόγος είναι, άπλώς, δτι σέ διάφορα άρθρα καί μονογραφίες εχω πραγματευθεϊ διεξοδικά μερικά ζητήματα πού έδώ δέν μπορώ νά τά συζητήσω
παρά μόνο ακροθιγώς. Τέλος, πρόσθεσα στό βιβλίο ενα παράρτημα μέ
μεταφράσεις βυζαντινών κειμένων, πού άκόμα καί στό πρωτότυπο διαβά­
ζονται μάλλον σπάνια. Τά κείμενα αύτά μποροΰν νά διασαφηνίσουν γρη­
γορότερα άπό δσο ένα μακρύ σχόλιο μερικά πράγματα πού θά πούμε στό
κυρίως βιβλίο.
ΗΑΝ8-ΟΕΟΚΟ ΒΕΟΚ
Μόναχο, 1 Δεκεμβρίου 1977

10

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ............. .. ......... ....................... ν . .......................................... 9

I.

II.

Ε ισαγω γή.................................................. .......................
*\
X"
1. Ή ελληνιστική κληρονομιά . .Υ\..........................................
............
"ί. ^Εποχές της βυζαντινής ιστορίας . .
Κράτος καί Σύνταγμα...........................................................
(1.) Τό ρωμαϊκό πρότυπο..........................................................
2. Βυζαντινά θέσμια ..............................................................
3. 'Όρια τής μοναρχίας............................................................
4. Συνταγματικά όργανα .........................................................
5. Ή έκλογή τοΰ αύτοκράτορα .................................................
6. Η κυβέρνηση ............ ........................................................
7. «Ψιλή κυριότητα»..............................................................
8. ]Η κυρίαρχη ιδεολογία ........................................................

13
^15
μ

43
47
52
63
71

100
(

^ΙΠ^} Πολιτική ορθοδοξία. . .Υ^....................................................
IV.

V.

VI.

Τά Γράμματα . .....................................................................
1. Λογοτεχνικά εί'δη ..............................................................
2. «Αμεσότητα» καί «έπικαιρότητα» .........................................
3. Κοινωνική κριτική; .......... ..................................................
4. Ιδεολογικοί φραγμοί.................... ........................................
5. Ή διγλωσσία ...................................... ..............................
6. Ή ρητορική .........................................................................

154
168
187
195
202
209

Θεολογία .. %/......................................................................
1. Προκαταρκτικά ...................................................................
2. Συστηματική καί πολεμική..................................................
77 3.]ό δρόμος τής δογματικής....................................................
4. Μυστικιστικά συστήματα ....................................................
^" 5. Ή μέση οδός .................... '............................ ..................

223
226
237
245
264
279

Ό μοναχισμός................ ......................................................

284

11

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

νχ ΐ* ^ Παρατηρήσεις γιά τή βυζαντινή κοινωνία . . . . ..................Ε ΐ 7
πίστη τών Βυζαντινών ................................................ ..[λΜ /
IX.

Ή ιστορική διάσταση........................................................ ..393

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ Κ Ε ΙΜ Ε Ν Α ............................................................................. 425
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠ ΟΜ Π ΕΣ.................... 461
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ.............................................................................. ...479
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ................................................................ ............481
ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ . . ............................................................ ...497

12

I. Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

•συγχρόνους του. "Ομως αύτός ό ενθουσιασμός του γιά τό ρωμαϊκό μεγα­
λείο τοΰ έκλεινε τή θέα σέ οτιδήποτε χριστιανικό, μεσαιωνικό και βυζαν­
τινό. Γιά δλα αύτά δέν μποροΰσε νά βρει άλλο πιο κατάλληλο δρο άπό
τό (((Ιθοίίηθ)). Άκόμα καί οί δικές μας βυζαντινές σπουδές έξακολουθοΰν
νά κρατοΰν άμυντική στάση καί νά διατυπώνουν άπολογίες, πού κατά βά­
θος στρέφονται έναντίον τοΰ Οί1)1)οη.
Ώστόσο, ό δρος «παρακμή» θά μ,είνει άνεξίτηλος σέ δ,τι άφορά τό Βυ­
ζάντιο καί αύτό θά πρέπει νά τό πάρουμε άπόφαση, γιατί τόν χαρακτηρί­
ζει μιά αύθαιρεσία πού δέν μπορεΐ νά τήν καταπολεμήσει κανείς μέ τή λο­
γική. Είναι, πώς νά τό κάνουμε, ενας δρος πού ταιριάζει σέ κάθε εποχή
καί κάθε κατάσταση. Κάθε παλαιότερη γενιά βρίσκει συνήθως τήν έπόμενή
της παρακμασμένη, καί δποιος έ'χει σχηματίσει μιά στερεότυπη εικόνα γιά
μιά «κλασική έποχή» δέν εΐναι δυνατό νά έχει μεγάλη ιδέα γιά τήν επο­
χή πού επακολουθεί. Ό ούμανιστής τής παλαιάς σχολής βρίσκει τό λατι­
νισμό ένός Γρηγορίου τής ΤοιΐΓ8 «φριχτό», καί καμιά μούσα δέν τοΰ έμπνέει τήν ιδέα δτι άκριβώς αύτός ό λατινισμός ήταν ενας εξαιρετικά ζω­
τικός συνδετικός κρίκος στό δρόμο πρός τόν Κ&ΟΗΐθ καί τόν Βθ88ΐιβΙ· αύ­
τό πού ονομάζουμε «παρακμή» θά μποροΰσε νά άποδειχτεΐ δτι ήταν τό
αναγκαίο προστάδιο γιά μιά νέα κλασική περίοδο καί έτσι νά κερδίσει σέ
σημασία. Έπίσης, εΐναι επικίνδυνο νά μιλάμε άβασάνιστα γιά παρακμή,
μόνο καί μόνο επειδή ξέρουμε δτι επακολούθησε μιά καταστροφή* επειδή
τό 476 μ.Χ. ή ρωμαϊκή αύτοκρατορία κατέρρευσε οριστικά (ύποτίθεται),
θεωροΰμε δτι δλα δσα προηγήθηκαν ήταν ένας συνεχής κατήφορος πού
όδηγοΰσε σ’ αύτή τή μοιραία χρονολογία. Χρησιμοποιούμε τήν καταστρο­
φή γιά νά δικαιολογήσουμε αύτή τή γενίκευση: Τό ΐδιο κάνουμε καί μέ
τήν οχι λιγότερο μοιραία χρονολογία 1453. Βλέπούμε, λοιπόν, δτι ή χρη­
σιμοποίηση τοΰ δρου «παρακμή» έξαρτάται, οχι σπάνια, άπό μιά πολύ έπιπόλαιη, μερικές φορές συναισθηματική στάση, πού στηρίζεται σέ προκατασκευασμένα σχήματα, άπό μιά άντίληψη πού, κοντά σέ δλα τά άλλα,
συγκρούεται ολοένα μέ τή θεωρία τής συνεχοΰς προόδου. Καί συχνά ό δρος
«παρακμή» δέν εΐναι παρά τό άλλοθι γιά τή νωθρότητα τοΰ ίστορικοΰ,
πού, άπλούστατα, 8εν έχει καμιά όρεξη νά άσχοληθεΐ μέ τον Ιουστινιανό,
επειδή τοΰ άρκεΐ ό Καΐσαρ, καί πού παύει νά διαβάζει τόν Προκόπιο, επει­
δή τοΰ άρέσει περισσότερο ό Θουκυδίδης —μιά νωθρότητα πού δέν άφήνει κάν τόν ιστορικό νά σκεφτεΐ ποιά πρέπει νά εΐναι ή φύση μιάς πα­
ρακμής πού διαρκεΐ χίλια καί περισσότερα χρόνια.
5Αλλά καί αύτά πού τώρα μόλις εΐπα φαίνεται δτι έχουν άπολογητικό
χαρακτήρα. Μόνο πού θά ήταν λάθος νά τά δει κανείς έτσι. Δέν έχω τήν

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

πρόθεση νά άρνηθώ τά παρακμιακά στοιχεία στήν εικόνα τοΰ Βυζαντίου.
Απεναντίας, νομίζω δτι αύτά άκριβώς τά στοιχεία κάνουν ενδιαφέρουσα,
τή βυζαντινολογία. Ή παρακμή (γιά νά δοΰμε έπιτέλους καί τήν άλλη
πλευρά τοΰ νομίσματος) εΐναι εξαιρετικά έλκυστική καί εχει μιά άνήμπορη χάρη. Ακριβώς επειδή εΐναι ανήμπορη, οί ιστορικοί θά επρεπε νά ασχο­
ληθούν μαζί της. Ό Καΐσαρ δέν τούς εχει άνάγκη, καί πολύ περισσότερο
ό Ίννοκέντιος Γ'. Ή παρακμή δέν ξέρει πώς νά επιβιώσει καί θά επρεπε
νά τή βοηθήσουμε γι αύτόν τό σκοπό. Πρέπει νά τή βοηθήσουμε γιά χά^
ρη τών μή παρακμασμένων, τών δημιουργικών διανοιών, πού ή δημιουργικότητά τους θά μαραινόταν χωρίς τό γόνιμο έδαφος τής παρακμής, για­
τί καί ή δημιουργικότητα χρειάζεται λίπασμα. Χωρίς τό παρακμιακό-Βυζάντιο ή ιταλική Αναγέννηση θά εΐχε σταματήσει στά μισά τοΰ δρόμου.
Καί χωρίς τή γνώση τών δομών καί τών κατηγοριών πού προκύπτουν άπό
τή μελέτη τής παρακμής, ό ιστορικός θά διαπιστώσει δτι εΐναι άνήμπορος, δταν θά προσπαθήσει νά προσδιορίσει τις δομικές άλλαγές στήν πο­
ρεία τών ήρωικών εποχών του —άφοΰ οί έποχές αύτές καταλήγουν στήν
παρακμή!
Ά ς παραμείνουμε δμως στό Βυζάντιο, πού, σάν νά μήν έφτανε τό δτι
εΐναι παρακμιακό, δέν εχει κάν -προϊστορία καί πρωτοϊστορία. Έδώ δέν
υπάρχει άλλη οψη τοΰ νομίσματος. "Ο,τι προηγείται εΐναι ή ελληνιστική
έποχή καί ή συνέχισή της μέ τήν ύστερη ελληνορωμαϊκή άρχαιότητα τών
πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων. Τό Βυζάντιο πρέπει νά τό δοΰμε ώς
σχεδόν άρρηκτη συνέχεια αύτοΰ τοΰ κόσμου. Ό Ουδίδΐν ΌΓθγδβη, πού
έ'πλασε τόν δρο ΙίθΙΙθίιίδΠΐιΐδ (έλληνισμός, ελληνιστική περίοδος) γιά τόν
γερμανόγλωσσο χώρο —οί Άγγλοσάξονες έχουν άλλη ορολογία—, εννοού­
σε μέ αύτόν τό χρονικό διάστημα πού μεσολαβεί άνάμεσα στήν κλασική
άρχαιότητα και την έμφάνιση τοΰ χριστιανισμού, τό χρονικό διάστημα τής
«συγχώνευσης» τού άνατολικοΰ πολιτισμού μέ τόν δυτικό κάτω άπό τήν
έπίδραση τής ελληνικής παιδείας. Αύτή ή χρονική περίοδος, δηλαδή οί
τρεις τελευταίοι αιώνες πριν αΐυό τόν Χριστό, συνεχίζεται χωρίς κανένα
σοβαρό ρήγμα μέ τή ρωμαϊκή αύτοκρατορική περίοδο —μιά έποχή πού
μπορεΐ ΐσως νά ονομαστεί «ύστερη ελληνιστική έποχή».
Τί χαρακτηρίζει τήν ελληνιστική εποχή στό ξεκίνημά της; Ή τερά­
στια διεύρυνση τοΰ κόσμου χάρη στις κατακτητικές έκστρατεΐες τοΰ Με­
γάλου Αλεξάνδρου, πού έριξαν τούς "Ελληνες άνάμεσα σέ ξένους λαούς
καί πολιτισμούς, μπόρεσε νά οδηγήσει σέ εναν ελληνιστικό (δηλαδή κατά.
βάθος ελληνικό) κόσμο γιά εναν καί μόνο λόγο: επειδή ό "Ελληνας, παρά
τό συγχρωτισμό του μέ άλλους λαούς, δέν εχασε καί δέν έγκατέλειψε πο18

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

τέ τό αΐσθημα τής μοναδικότητάς του. Δέν ξέχασε ποτέ τήν υποχρέωσή
του νά άντάποκρίνεται στήν εικόνα πού εΐχε μπροστά του γιά τόν έλληνικό άνθρωπο καί τήν αρετήν, δηλαδή τήν ήθική ποιότητά του. Όπωσδήποτε ή διάκριση άνάμεσα σέ "Ελληνες καί βαρβάρους έγινε λιγότερο σα­
φής* διαμορφώθηκε ενα είδος κοσμοπολιτισμού, άλλά διατηρήθηκε ωστό­
σο ή συνείδηση τοΰ "Ελληνα οτι ((ώς "Ελληνας ήταν κάτι περισσότερο άπό
τούς άλλους» (0. 8ο1ιηβί(1θΓ) και δτι εΐχε μιά ξεχωριστή άποστολή. Αύ­
τή ή αίσθηση τοΰ "Ελληνα δτι ήταν κάτι περισσότερό, καί ή θέλησή του
νά εΐναι κάτι περισσότερο άπό τούς άλλους, εΐχε καί μιά πολιτική διά­
σταση, άλλά έδώ έλειπε άπό τόν "Ελληνα τό ταλέντο, καί ή τύχη δέν τόν ,
εύνόησε. Γιά άντιστάθμισμα, θαρρείς, τό ένστικτο τής αύτοσυντήρησης
σέ έναν μεγαλύτερο κόσμο έσπρωχνε τόν "Ελληνα νά στηρίζεται άκόμα πε­
ρισσότερο στον πολιτισμό καί στήν παιδεία του. Ό πανελληνισμός δέν
μπόρεσε, μακροπρόθεσμα, νά παραμείνει ,μιά πολιτική κινητήρια δύναμη,
παρέμεινε δμως μιά πολιτιστική κινητήρια.δύναμη.. Καί ήταν σωστή, πα­
ρά τήν άπαισιόδοξη διάθεση πού εξέφραζε, ή διακήρυξη: ((Τό μόνο άξιομνημόνευτο στήν Ελλάδα εΐναι ή παιδεία καί ή τέχνη τοΰ λόγου». Ό κατεξοχήν "Ελληνας εΐναι τώρα ό μορφωμένος "Ελληνας, καί ή έλληνική αύτοσυνείδηση σ’ αύτή τήν περίοδο εΐναι κατά κύριο λόγο μορφωτική συνεί­
δηση. Τό πολιτικό καθεστώς, άντίθετα, επιβάλλεται σχεδόν πάντα άπό
έξω.
Κατά τή γνώμη μου, αύτό τό στοιχείο έχει καθοριστική σημασία γιά
ολόκληρη τή βυζαντινή περίοδο. Αύτό πού διατηρήθηκε πραγματικά άπό
τόν άρχαΐο κόσμο στον βυζαντινό μεσαίωνα ήταν ή συνείδηση τής ύπεροχής τής έλληνικής παιδείας. Ά λλα στοιχεία μπόρεσαν νά άσκήσουν
έπιρροή μόνο γιά ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Φυσικά, δέν εΐναι
έδώ τό κατάλληλο μέρος γιά νά άσχοληθοΰμε μέ τό έρώτημα γιατί ό ελ­
ληνιστικός άνθρωπος, δπως άρθρώνεται στις πηγές, ήταν έτσι καί οχι άλλιώς. Τό μόνο πού έχει σημασία έδώ εΐναι ή συνέχεια. Μιά άπό τίς ση­
μαντικότερες αιτίες αύτής τής συνέχειας εΐναι τό γεγονός δτι στό^βυζαντινό κράτος, δπως καί στήν ελληνιστική περίοδο, ό Έλληνας δέν δροΰσε
μέσα σέ ένα καθαρά ελληνικό πολιτικό πλαίσιο. Ή βυζαντινή αύτοκρατο-ι'
ρία περιλάμβανε εκτεταμένα εδάφη πού δέν ήταν έλληνικά καί σέ μερικοί
άπό αύτά δέν μιλιόταν κάν ή έλληνική γλώσσα. Τό μεγάλο «πρόβλημα| ^
τών εθνοτήτων» τοΰ βυζαντινοΰ κράτους άνάγκαζε τούς "Ελληνες, δπως I Ν
άκριβώς πριν άπό αιώνες, νά διατηρούν τή συνείδηση δτι, ώς "Ελληνες, /
ήταν κάτι περισσότερο άπό τούς άλλους λαούς, έξαιτίας τοΰ πολιτισμοΰ
καί τής παιδείας τους.
19

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

^ 5Αλλά δέν πρέπει νά.παραγνωρίσουμε τις διαφορές. Μιά άπο τις ση­
μαντικότερες εΐναι, δπως νομίζω, δτι τό Βυζάντιο δέν συμμεριζόταν τή
μεγάλη επιστημονική φιλοπεριέργεια τής ελληνιστικής έποχής στήν ακμή
της· τοΰ ελειπε έκείνη ή χαρακτηριστική γιά τήν άλεξανδρινή περίοδο διά^ θεση γιά κριτική παρατήρηση τής φύσης καί τοΰ ανθρώπου, τών νόμων
τής γης καί τοΰ ούρανοΰ. Όπωσδήποτε, ή βυζαντινή ιστορία εχει νά έπιδείξει οχι λίγες τεχνικές εφευρέσεις πού προϋποθέτουν υπομονετική φιλοπεριέργεια —Αρχιτεκτονική, ναυπηγική, υγρό πΰρ κτλ. Άλλά αύτές οί
πρόοδοι σημειώνονται, άν μπορεΐ κανείς νά πει ετσι, εξω άπό τό χώρο
I τής παιδείας* δέν καταγράφονται στό ενεργητικό τής βυζαντινής έπιστήI μης καί μένουν Ανώνυμες. Καί ή ελληνιστική κριτική, πού δέν εΐχε γιά
/ αφορμή μόνο πρόσωπα Αλλά έξίσου συχνά, καί καταστάσεις, στό ΒυζάνV τιο περιορίζεται συχνά στά πρόσωπα, στούς ((Ανταγωνιστές». Αντίθετα,
ένα χαρακτηριστικά ελληνιστικό γνώρισμα τής βυζαντινής κριτικής εΐναι
ή στενή προσήλωση στή λέξη, οχι μόνον ώς μέσο διατύπωσης έννοιών άλ­
λά καί ώς καλλιτεχνικό μέσο έκφρασης: ή λέξη εΐναι συστατικό τοΰ λό­
γου καί ό λόγος ενα αύτόνομο καλλιτέχνημα. Καί δσο περισσότερο στε­
ρεύει τό επιστημονικό καί τό βαθύτερα κριτικό πνεΰμα, τόσο περισσότε­
ρο αύτονομοΰνται ή λέξη καί ό λόγος, τόσο έντονότερος γίνεται ό Αγώνας
μέ τή λέξη, ή λογομαχία, καί ή πάλη μέ τά τεχνάσματα τοΰ λόγου.
Αύτή ή έξέλιξη όφείλεται σίγουρα σέ πολύ διαφορετικές αιτίες. Μιά
άπό αύτές φαίνεται δτι εΐναι ή εξής: Τά υλικά θεμέλια τοΰ πνευματικοΰ
πολιτισμοΰ κλονίστηκαν. Ή έξάπλωση τοΰ έλληνισμοΰ στήν Ανατολή,
στις επαρχίες πού εΐχαν υψηλή στάθμη παραγωγής, άνακόπηκε. Οί λαοί
καί οί γλώσσες αύτών τών περιοχών, πού ώς τότε επισκιάζονταν πολι­
τιστικά, άρχισαν νά Ανακτούν τις δυνάμεις τους. Ή πρωτοβυζαντινή πε­
ρίοδος γνωρίζει τή δημιουργία μιας αύτοδύναμης συριακής λογοτεχνίας
καί τις Απαρχές μιας κοπτικής. Τό Αρμενικό καί τό ίβηρικό στοιχείο Αρ­
χίζουν νά Αρθρώνονται γλωσσικά καί πολιτιστικά. Άκόμα καί στήν ΐδια
τή Ρώμη, στή διάρκεια τοΰ 3ου αιώνα, τά ελληνικά χάνουν γρήγορα σέ
σημασία ώς κυρίαρχη γλώσσα τοΰ στρώματος τών διανοουμένων. Μέ τή
μεταφορά μάλιστα τής πρωτεύουσας τής αύτοκρατορίας στή νεόδμητη
Κωνσταντινούπολη, τά λατινικά, ώς γλώσσα τής διοίκησης, Αρχίζουν νά
έξασκοΰν δλο καί μεγαλύτερη πίεση στά ελληνικά μέσα στόν ΐδιο τόν ελ­
ληνόφωνο χώρο, καθώς ό ρωμαϊκός διοικητικός μηχανισμός προσελκύει
τούς νέους, καταφέροντας γερό πλήγμα στήν αύταρέσκεια τής ελληνιστι­
κής πόλεως. Οί πολιτικές δυσκολίες με τό περσικό κράτος, πού εΐχε κα­
ταφέρει νά ορθοποδήσει, έπιβάλλουν μακρινούς παρακαμπτήριους δρόμους

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

γιά τό έμπόριο άπό τήν Ανατολή, οδηγώντας έτσι στήν αύξηση τών τι­
μών καί στή μείωση τής εύημερίας των κύκλων πού, μέ τήν ιδιότητα τού
μαικήνα, φρόντιζαν γιά τήν άνθηση τής τέχνης καί τής επιστήμης. Πολύ
πριν άπό τό τέλος τής άρχαιότητας, γερμανικές φυλές κατέκλυσαν καί λεη­
λάτησαν οχι μόνο τίς βόρειες παρυφές τής αύτοκρατορίας άλλά άκόμα καί
τήν ίδια τήν Ελλάδα. Στά Βαλκάνια, ή μεθόριος πού σχηματίζει ό Δού­
ναβης μετά βίας μπορεΐ νά κρατηθεί, ένώ ή Ιταλία εΐναι άπό τόν 5ο αιώ­
να κλωτσοσκούφι τών βαρβάρων. Ό κόσμος, μέσα στον όποιο μποροΰσε
νά ξεδιπλωθεί ό ελληνισμός, γίνεται δλο καί μικρότερος, οί δυνατότητες
άνταλλαγής, πού τρέφουν τήν πνευματική ζωή, περιορίζονται συνεχώς, ή ι
υλική βάση πού ήταν ζωτικά άναγκαία γιά τόν μορφωμένο άνθρωπο τής
ύστερης άρχαιότητας, έστω καί μόνον έξαιτίας τής πατροπαράδοτης άν- ;
τίληψής του γιά τήν άμέριμνη άφοσίωση στις μοΰσες, καταρρέει, καί ή /
άμεση άνάγκη τής επιβίωσης δέν άργεΐ νά γίνει σημαντικότερη άπό τήν
καλλιέργεια τών πνευματικών άξιών. Τό στρώμα τών μορφωμένων συρ­
ρικνώνεται καί άρχίζει νά άπλώνεται ή άπογοήτευση, ό προαιώνιος εχθρός
τής διανοητικής φιλοπεριέργειας.
Ό Ραυΐ νβΓίαίηβ έξέφρασε μέ πετυχημένο τρόπο αύτή τή διάθεση:
Είμαι ή Αυτοκρατορία στο έσχατο σκαλί του ξεπεσμού.
Βλέπω νά διαβαίνουν οι κατάξανθοι βάρβαροι,
ένώ έγώ σκαρώνω άσχετα άκρόστιχα, σ’ ένα ϋφος
σάν χρυσάφι που πάνω του χορεύει ο κουρασμένος ήλιος.
"Ολα τά ήπιαμε, δλα τά φάγαμε, δέν μένει πιά
τίποτα νά πούμε, έκτος άπό ένα ποίημα,
μέ στίχους κάπως απλοϊκούς, πού τούς ρίχνει κανείς στή φωτιά.
’Απόμεινε άκόμα ένας σκλάβος, ένας άλήτης
πού κιόλας δέν νοιάζεται πιά γιά μάς,
άπόμεινε κι ή πλήξη, φερμένη δέν ξέρω ποϋθε,
πού μάς πλακώνει.
'Τπάρχουν καί εκείνοι οί άκόμα βαθύτεροι καί διεισδυτικότεροι στίχοι τοΰ
Κωνσταντίνου Καβάφη, δπου οί "Ελληνες περιμένουν στήν άγορά τόν έρχομό τών βαρβάρων, πού τελικά προσπερνούν τήν πόλη τους:
Καί τώρα τί θά γένουμε χωρίς βαρβάρους;
01 άνθρωποι αύτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.
21

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Γιά νά συνοψίσουμε μιά μακρόχρονη διαδικασία σέ όσο γίνεται λιγότερα
λόγια: Σέ μιά τέτοια κατάσταση, ή μορφωτική συνείδηση συνδέεται αναγ­
καία μέ τή συνείδηση τής Αποκλειστικότητας, άρχικά πρός τά εξω, Απέ­
ναντι στό καινούριο «βαρβαρικό» περιβάλλον, Αναπόφευκτα δμως, πριν
περάσει.πολύς καιρός, καί πρός τά μέσα, Απέναντι σέ δσους πίστευαν δτι
μπορούσαν νά επιβιώσουν καί χωρίς κλασική παιδεία. Έτσι, έπί αιώνες
τροφοδοτείται ή διαμάχη γύρω άπό τό έρώτημα ποιος εχει «σωστή» παι­
δεία, ποιος είναι πραγματικά καλλιεργημένος καί ποιος οχι. Μεγάλο μέ­
ρος τής βυζαντινής «γραμματείας» γίνεται πεδίο πολεμικής. Τό χιούμορ
χάνεται, τά έπιχειρήματα τά Αντικαθιστά ή ειρωνεία, ή χλεύη καί, δχι σπά­
νια, μιά αλλόκοτη βαναυσότητα. Πολλοί δέν τρέφονται πιά άπό τις παλαιές ελληνιστικές Αξίες παρά θά ελεγε κανείς δτι τις κατακρεουργούν.
Δέν εΐναι δύσκολο νά διαπιστώσουμε δτι αύτός ό ξεχωριστός τρόπος
νά συνδιαλέγεται κανείς μέ μιά παράδοση καί νά διαμορφώνει μιά στάση
Απέναντι της μεταδόθηκε καί σέ ενα νέο είδος φιλολογικής δραστηριότη­
τας: τή χριστιανική θεολογία. Ώς σωτηριολ^^λ--^^
χριστιανισμός δέν ήταν μιά θρησκειοΓπου^Απευθυνόταν κατά προτίμηση
στούς μορφωμένους. Άλλά^ Από τόν. Μεγάλο.^Κωνσταντίνο καί μετά, δσο
π^ισ^ότ^ρβ-^ρς&ινί^^ «εύπρέπεια» Απαιτούσε νά είναι κανείς χριστια­
νός, τόσο περισσότερο ^χριστιανική διδασκαλία άρχισε νά ένδιαφερει τους
λογίου<ς, πού καταπιαστηκαν μαζί της μέ τόν γνώριμό τους τρόπο. Ό μορ­
φωμένος δέν μπορούσε να διεκδικήσει τήν Αποκλειστικότητα τών θεμε­
λιωδών Αξιών τοΰ χριστιανισμού. Γιά τό σκοπό αύτό δημιουργήθηκε ή
θεολογία. Έκεΐνο δμως πού μάς ένδιαφέρει έδώ δέν εΐναι ή ΐδια ή δη­
μιουργία της, δέν εΐναι ή Απαραίτητη συμπλήρωση μιας θρησκευτικής
διδασκαλίας μέ μιά επιστημονική θεολογία, άλλά ό τρόπος μέ τόν όποιο
τή συνέλαβαν οί λόγιοι, δηλαδή τό πώς οί μορφωμένοι τής παλιάς σχο­
λής επέβαλαν καί έδώ τόν πιο(1π8 ρΓΟΟβάθΐκΙί τους —μάς ένδιαφέρει, μέ
άλλα λόγια, ή στάση τού βυζαντινού λογίου. Καί ή στάση αύτή έ'μεινε σέ
πολλές περιπτώσεις γνήσια ελληνιστική, δσο βέβαια μπορούσε ο πρώιμος
Βυζαντινός νά άφομοιώσει τόν ελληνισμό.
Έ τσι δμως φαίνεται σάν νά τονίζουμε μόνο τήν άρνητική έπίδραση τοΰ
έλληνιστικοΰ παρελθόντος. Ωστόσο, δέν πρέπει νά παραβλέψουμε τις θε­
τικές συνέπειες τής πολιτιστικής κληρονομιάς πού άφησε στό Βυζάντιο ή
ελληνιστική εποχή. Θά ποΰμε, λοιπόν, δυό λόγια γιά τούς έκπροσώπους
τής ύστερης ελληνιστικής παιδείας: τούς ρήτορες καί τούς σοφιστές. Ό
^σοφιστής εΐναι ό άθάνατος ελληνιστής, πού διαβαίνει άνεμπόδιστος καί
Απρόσβλητος μέσα Από τή βυζαντινή χιλιετία. Αύτός διέσωσε τήν ούσία
22

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

του έλληνισμοΰ καί τήν άντιπροσωπεύει στό Βυζάντιο. Στό πρόσωπό του
παίρνει συγκεκριμένη μορφή ή μορφωτική συνείδηση πού κάνει τόν Βυ­
ζαντινό νά νιώθει ώς Βυζαντινός, ώς κάτι περισσότερο άπό τούς άλλους
άνθρώπους. 'Η οργή, μέ τήν όποια καταδικάζεται ό σοφιστής, συνηγορεί
κατά βάθος ύπέρ αύτοΰ, ή τουλάχιστον υποδηλώνει πόσο πολύπλοκος εί­
ναι ό κόσμος πού ένσαρκώνεται στή φυσιογνωμία του. Ό σοφιστής σέρ­
νει πίσω του μιά μακριά ιστορία καί μιά μακριά σειρά άντιπάλων, πού
τοΰ περιποιοΰν τιμή. Άρχικά, σοφιστής είναι ό άνθρωπος πού έχει άσυνήθιστες γνώσεις καί ικανότητες —καί πού γι5 αύτό γίνεται ύποπτος. νΕ­
πρεπε νά έρθει ή άρχαία κωμωδία γιά νά τόν ρεζιλέψει καί νά τόν δια­
σύρει —έχοντας μάλιστα τήν άνεπανάληπτη έμπνευση νά παρουσιάσει τόν
Σωκράτη ώς τυπικό εκπρόσωπο αύτοΰ τοΰ ύποπτου είδους! Άργότερα,
στά χρόνια τοΰ ΙΙλάτωνα, συμβαίνει κάτι πού, ώς ένα βαθμό, θά έπαναληφθεΐ άργότερα στό Βυζάντιο: οί λόγιοι πού καβγαδίζουν κατηγορούν ό
Ινας τόν άλλον ώς σοφιστή. Τώρα πιά ή λέξη αύτή σημαίνει τόν άνθρωπο
πού άντί για την άλήθεια γυρεύει τήν επιτυχία καί τό χρήμα, πού περιαυ­
τολογεί, ύποκρίνεται ένα ψεύτικο ενδιαφέρον γιά τά φιλοσοφικά ζητήμα­
τα καί εξαντλείται σέ φλυαρίες. Αύτή εΐναι ή μία πλευρά. Άπό μιά άπο­
ψη, είναι ένα φαινόμενο πού σημαίνει, άπλώς, δτι ή πολεμική άνάμεσα
στούς λογίους έχει φτάσει ήδη σέ πλήρη άνθηση καί βρίσκεται στήν ημε­
ρήσια. διάταξη. Ά ν θέλουμε νά μπούμε στήν ούσία, μποροΰμε νά ποΰμε
δτι, γιά τό Βυζάντιο} εκείνος πού έπλασε τήν πιο έγκυρη εικόνα τοΰ τί
μπορεΐ νά εΐναι ή σοφιστική ήταν ό Ισοκράτης. Σύμφωνα μέ αύτόν, ή
καθημερινή ζωή, μέσα στήν οποία κινείται ό άνθρωπος τής ύστερης άρ­
χαιότητας, ό άνθρωπος τής πόλεως, δέν εΐναι δυνατό νά διέπεται ολόκλη­
ρη άπό τήν ύψηλή φιλοσοφία καί άπό τίς άπόλυτες δσο καί εξωπραγμα­
τικές άξιες της. Οί άνέκκλητες άλήθειες ίσως νά εΐναι υπόθεση τής φι­
λοσοφίας καί μποροΰν νά μείνουν δική της άρμοδιότητα. Άλλά στήν κα­
θημερινή ζωή πρέπει νά παίρνονται άποφάσεις πού*'δέν μποροΰν νά πε­
ριμένουν ώσπου νά βρει ό φιλόσοφος τήν άλήθεια. Τά προβλήματα πού
θέτει ή καθημερινή ζωή πρέπει νά λύνονται μέ τή βοήθεια καλοζυγισμέ­
νων γνωμών καί πεποιθήσεων, στηριγμένων στή σύγκλιση διαφόρων εν­
δεχομένων. Ή συλλογή βσο τό δυνατό περισσότερων άπό αύτές τίς εμ­
πειρίες, ή κατάδειξη τής συνάφειάς τους καί ή πειστική παρουσίαση τής
σύγκλισής τους άποτελοΰν καθήκον μιάς τεχνικής, πού, άπό τή σκοπιά
τής έξάσκησης, ορίζει τόν εαυτό της ώς ρητορική τεχνική,,άλλά κατά βά­
θος εΐναι κάτι πολύ περισσότερο. Μέ κίνδυνο νά κατηγορηθώ γιά άνεπίτρεπτο «μοντερνισμό», άποτολμώ τόν ισχυρισμό δτι πρόκειται έδώ
23

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

γιά τήν «έπικοινωνιακή επιστήμη» τής ύστερης Αρχαιότητας καί δτι ή
έπιστήμη αύτή έχει νά έπιδείξει έδώ μιά άπό .τις αθάνατες κατακτήσεις
της, άπό τήν όποια έπηρεάστηκε σοβαρά ό μισός μεσαίωνας καί μεγάλες
περίοδοι τών νεότερων χρόνων.. Κανένας δέν νομιμοποιείται νά κρίνει αύ­
τή τήν άξιολόγηση, άν δέν μπει πρώτα στόν κόπο νά άφομοιώσει αύτή
τήν «τεχνική», γιατί μόνο τότε μπορεΐ νά προσμετρήσει πόση ψυχολογία,,
άκόμα μάλιστα καί κοινωνική ψυχολογία, κρύβεται στις υποδείξεις της,
πόση άνθρωπογνωσία έφαρμόζεται έδώ καί πόσες προσβάσεις στό «έσύ»
άνοίγονται έτσι. Αύτή ή τεχνική, δημιουργεί μιά γέφυρα άνάμεσα στούς
υψηλούς στόχους τής θεωρίας (έναντίον τής όποίας δέν άσκεΐ πολεμική
καί άπό τήν όποια άντλεΐ ορισμένα στοιχεία) καί τις πρακτικές άνάγκες
τής συμβίωσης τών άνθρώπων, αύτές πού στό Βυζάντιο ονομάζονται, γε­
νικά, πράγματα. Βέβαια, μέ τήν άπώλεια τών πολιτικών έλευθεριών, α*ύτό τό ίσοκρατικό ιδεώδες έχασε καί τήν πολιτική του διάσταση, μέ τή
στενότερη σημασία τής λέξης. Άλλά μιά άπό τις συνέπειες αύτής τής άπώλείας ήταν δτι ή πλειονότητα τών μορφωμένων έπέμεναν πεισματικά νά
ένδιατρίβουν στις καθαρές σφαίρες τής «θεωρίας», νά άποφεύγουν δσο
μπορούσαν τή δημοσιότητα καί νά θεωρούν δτι αύτός ό άναχωρητισμός
ήταν άπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν πνευματική ζωή. Ή καθημερινή
ζωή δέν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον, δέν πολυσυγκινοΰσε ου^ε κάν τήν
ήθική θεολογία. Έτσι, έκεΐνοι πού δέν έδειχναν άπαρέσκεια γιά τήν κα­
θημερινή ζωή, δηλαδή οί σοφιστές-ρήτορες, άλλά καί ό πολιτικός, πού αι­
σθανόταν δεσμευμένος άπό τό καθήκον του, δέν μπορούσαν παρά νά ει­
σπράττουν περιφρόνηση. Καί ή περιφρόνηση αύτή μεγάλωνε εύθέως άνάλογα μέ τό πλήθος έκείνων πού, μέ τήν πρόφαση δτι ύπηρετούσαν τά ίσοκρατικά ιδεώδη, διέπρατταν τού κόσμου τις άγυρτεΐες.
Θά τό τονίσουμε γιά άλλη μιά φορά: καί έδώ έπίσης πρόκειται γιά ένα.
γνήσια ελληνιστικό στοιχείο καί ύστεροελληνιστικό πού κληρονόμησε τό
Βυζάντιο. Ά λλά δσα έλαττώματα καί άν είχαν οί σοφιστές, δσους κινδύ­
νους καί άν άντιπροσώπευαν, σφράγισαν πάντως καί αύτοί τή φυσιογνω­
μία τού βυζαντινού πολιτισμού. Μάς άρέσει π.χ. νά μιλάμε γιά «καλογε­
ροποίηση» τού βυζαντινού πολιτισμού* μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται δτι
τή διαπιστώνουν ήδη τόν 6ο αιώνα. Θά άσχοληθοΰμε άργότερα μέ τό κα­
τά πόσο είναι σωστό αύτό ή οχι.Άλλά θά ποΰμε προκαταβολικά τό εξής:
ό κίνδυνος τής καλογεροποίησης ή άκόμα καί τοΰ έκθεοκρατισμοΰ —άν
λέει τίποτα αύτή ή λέξη— καί τής κληρικοποίησης βρήκε τό ισχυρότε­
ρο άντίβαρό του α αύτό άκριβώς τό στρώμα τών λογιών πού έχουν πάνω
τους τόσο έντονα τά σημάδια τών σοφιστών. Οί λόγιοι αύτοί δέν γνώρι24

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ζαν μόνο μιά τεχνική, άλλά ήξεραν νά τής δώσουν καί περιεχόμενο. Καί
μέ αύτό τό ποικιλόμορφο περιεχόμενο, πού τούς τό ένέπνεε ή κοσμική καί
ελληνιστική παιδεία τους, κράτησαν όρθιες τίς άξιες ένός τρόπου ζωής
πού άμφίσβητοΰσαν οί άναχωρητές καί οί ασκητές. Καί σ’ αύτό είχαν έπι-'
τυχία. Κατάφεραν μάλιστα νά κάνουν τά ιδανικά τους ελκυστικά σέ -άν­
θρώπους τής Εκκλησίας, μερικές φορές μάλιστα άκόμα καί σέ καλόγε­
ρους. 'Η μόρφωση πού παρείχαν εδινε σέ κάποιον θαυμάσιες προϋποθέ­
σεις γιά νά άποκτήσει τό βαθμό τού επισκόπου, καλύτερες καί άπό δσο
οί θεολογικές γνώσεις* ό βιογράφος καί τού πιο άγιου καλόγερου σημειώ­
νει μέ ικανοποίηση τήν ύπαρξη αύτής τής μόρφωσης (άν ύπήρχε). Στό
Βυζάντιο, κανένας δέν κατάφερε ποτέ νά περιορίσει αύτές τίς «άνθρωπιστικές σπουδές» στό ρόλο τής άπλής προπαίδευσης γιά τή συστηματι­
κή μελέτη τής θεολογίας ούτε, πολύ περισσότερο, νά τίς έκτοπίσει χάρη
σέ μιά έπιστημονική θεολογία. ((Αγποιιγ άβδ ΙβίίΓθδ βϊ άβδίΓ άβ Όίβπ»
—αύτό τό δίλημμα δέν ύπήρχε γιά τόν μέσο Βυζαντινό, άν έξαιρέσουμε
τόν άναχωρητή. Ό κοσμικός διανοούμενος εΐχε μιά έλευθερία κινήσεων
πού ήταν σχεδόν άπρόσβλητη. 'Η έλευθερία αύτή κινδύνευε μόνο σέ πε­
ριπτώσεις πού ό διανοούμενος προσπαθούσε ύπερβολικά άπερίσκεπτα νά.
άπομακρυνθεΐ άπό τόν εκκλησιαστικό καί, γενικότερα, τόν θρησκευτικό·
χώρο.
Έ τσι δμως εχει γίνει τό κρίσιμο βήμα άπό τή ρητορική-σοφιστική τε­
χνική στό περιεχόμενο. Έπαιζε τάχα τό περιεχόμενο κάποιο ρόλο, πλάι.
στήν εύαισθησία γιά τή μορφή πού προήγε ή τεχνική; Ό διαχωρισμός
τής μορφής άπό τό περιεχόμενο εΐναι συνήθως δυσκολότερος σέ εναν οψιμο πολιτισμό άπό δσο σέ πρώιμα στάδια. Αύτό ισχύει πολύ περισσότερο
γιά τό Βυζάντιο, επειδή ό κλασικισμός, πού άπό τή φύση του δίνει ιδιαί­
τερο βάρος στή μορφή, άποτελεΐ ενα συνεχές καί ζωτικό γνώρισμα τής
ιστορίας τοΰ βυζαντινοΰ πολιτισμοΰ. Ά λλά καί αύτό τό πρόβλημα εΐναι
προβυζαντινό: ξεκινάει άπό τήν αύτοκρατορική περίοδο ή άκόμα καί άπό
τήν ελληνιστική Αλεξάνδρεια. Μέ τόν δρο κλασικισμό εννοούμε έδώ μιά.
ιδιαίτερα έντονη μέριμνα γιά τή συντήρηση τών κλασικών πολιτιστικών
άγαθών καί τή συνακόλουθη σχολαστική μίμησή τους, άλλά πρέπει νά
προσθέσουμε δτι, παρόλο πού ό αύτούσιος κλασικός πολιτισμός θεωρείται,
τό ΰψιστο πρότυπο, στήν. πράξη καλλιεργείται μιά κάπως άπλουστευμένη
καί εύπεπτη έκδοχή του. Ό κλασικισμός τών φιλολόγων τής πρώιμης
ελληνιστικής έποχής έ'κανε τήν άρχή, περιορίζοντας τό φάσμα τών άξιανάγνωστων κειμένων, αύτών πού μιά ορισμένη έποχή θεωρούσε κλασικά
γιά τόν εαυτό της. Έ τσι δημιουργήθηκε άπό πολύ νωρίς ό κανόνας τών
25

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

τραγικών, ό κανόνας τοΰ κλασικοΰ έπους και ένας κατάλογος τών λυρι­
κών ποιητών. Ή φιλολογική εργασία δέν άργεΐ νά περιορίσει τήν προσο­
χή της άποκλειστικά σ5 αύτούς καί, σιγά σιγά, δλα τά ενδεχομένως πο­
λύτιμα έργα πού άποκλίνουν άπο τόν κανόνα .χάνονται. Οί φιλόλογοι αύ­
τοί κάνουν μιά έπιλογή γιά τά επόμενα σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια καί
τό γοΰστο τους είναι απροσμάχητο. Τό Βυζάντιο δέν πρόλαβε νά πάρει
μέρος σ’ αύτό τό ξεδιάλεγμα, άλλά ουτε θά προλάβει νά πάρει μέρος στήν
πορεία πρός νέους ορίζοντες. Μέ τήν έπιλογή πού έκαναν οί ελληνιστές
φιλόλογοι γεννήθηκε ή έννοια τοΰ κλασικοΰ καί μαζί της ό κλασικισμός,
άν καί δισταχτικά στήν άρχή. Όπωσδήποτε γίνεται αισθητή ή επιδίωξη
τών δημιουργών νά φτιάξουν έργα πού νά μποροΰν νά συγκριθοΰν μέ τά
μεγάλα πρότυπα. Άρχικά, αύτό δέν σημαίνει τή δουλική μίμηση καί τήν
παραίτηση άπό κάθε πρωτοτυπία. Ά λλά ή νέα λογοτεχνία γεννιέται σέ
συνθήκες διασποράς. Παρά τή διακριτική γοητεία της, τής λείπει τό φυ­
σικό της έδαφος, ή πόλις καί ή άγορά, μέ τις γιορτές τους, τούς μύθους
τους καί τήν ιστορία τους, πού πρέπει νά εξυμνηθεί ή νά άμφισβητηθεΐ
καί, πάντως, νά έρμηνευθεΐ πολιτικά. Οί λογοτέχνες προσανατολίζονται
πρός τά μεγάλα πρότυπα τής πατρίδας τους, πού άνήκουν ήδη στήν Ι ­
στορία. Αύτά τά πρότυπα πρέπει πρώτα νά τά μελετήσουν, καί μόνο σέ
μιά δεύτερη φάση μποροΰν, έμπνευσμένοι άπό τό πνεΰμα καί τή γλώσσα
έκείνων, νά φτιάξουν δικές τους δημιουργίες, πού έχουν τή σφραγίδα τής
"νοσταλγίας γιά ένα σχεδόν μυθοποιημένο, έξιδανικευμένο παρελθόν, πα­
ρόλο πού τό μυθικό «είναι» δέν μπορεΐ πιά νά πραγματοποιηθεί. Εννοεί­
ται δτι μέ τό πέρασμα τών αιώνων ή διαδικασία αύτή έγινε δυσκολό­
τερη. Ή χρονική άπόσταση καί ή συνακόλουθη δυσκολία κατανόησης,
άκόμα καί άπό γλωσσική άποψη, μεγάλωσε, καί άνάμεσα στό πρότυπο
καί τό προσωπικό δημιούργημα παρενέβαινε δλο καί πιό αισθητά ή φι­
λολογία ώς άπαραίτητη προϋπόθεση, γιατί μόνον αύτή ήταν σέ θέση νά
κρατήσει άνοιχτή τήν πρόσβαση στό κλασικό πρωτότυπο καί υπόδειγμα.
Γιά νά συνοψίσουμε, καί έδώ έπίσης ό ελληνισμός γίνεται νονός ένός, φαι­
νομενικά, ειδικά βυζαντινού προβλήματος. Αύτό ισχύει γιά τή φιλολογία,
στό βαθμό πού άναγνωρίζει ορισμένα κλασικά πρότυπα καί προσανατολί­
ζεται πρός αύτά, άλλά έπίσης στό βαθμό πού άσχολεΐται καί μέ τό πρό­
βλημα τής γλώσσας, κρίνοντάς την καί αύτήν, δπως καί τήν καθαυτό λο­
γοτεχνική παραγωγή, μέ κριτήριο τά «κλασικά» πρότυπα. Οί άπαρχές
τοΰ προβλήματος τής διγλωσσίας είναι καί αύτές προβυζαντινές.

26

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

“Ή συνείδηση τής παιδείας, χάρη στήν οποία ό "Ελληνας κατέκτησε προ­
νομιακή θέση στον καινούριο κόσμο, σίγουρα δέν εΐναι τό μόνο πού κλη­
ρονόμησε τό Βυζάντιο άπό τόν ελληνισμό. "Οπως άναφέραμε ήδη, οί "Ελ­
ληνες ήταν σχεδόν άν ικανοί νά συγκεκριμενοποιήσουν καί πολιτικά τήν
ίδιαιτερότητά τους, δηλαδή νά διατηρήσουν τήν πολιτική αύτονομία τους
απέναντι στις μεγάλες μή ελληνικές δυνάμεις. Επικαλούνταν κάθε τόσο
τό πολιτικό ιδεώδες τοΰ πανελληνισμοΰ άλλά δέν τό πραγματοποίησαν
ποτέ, τουλάχιστον οχι μένοντας πιστοί σέ εκείνη τή δημοκρατική σκέψη
πού άποτελοΰσε τό ύπόβαθρο τής Πανελλήνιας Ιδέας. "Ο,τι άπό τίς πο­
λιτικές ιδέες τής ελληνιστικής έποχής έφτασε ώς τό Βυζάντιο καί πραγματοποιήθηκε έκεΐ έν μέρει, εΐναι μιά πολύ δυσνόητη άντίληψη γιά τήν
έλευθερία τής πόλης, μιά άντίληψη πού οί Βυζαντινοί τήν έπικαλοΰνταν
συχνά καί έξίσου συχνά έφάρμοζαν τό γράμμα της: σέ ολόκληρη τήν πρωτοβυζαντινή περίοδο ή πόλις προφασίζεται δτι ζεΐ μιά δική της ζωή, πλάι
στήν αύτοκρατορική διοίκηση. Τό ΐδιο τό ρωμαϊκό κράτος, πού παρέδω­
σε τή σκυτάλη στό Βυζάντιο, δέν έχει έλληνική καταγωγή. Εΐναι γεγο­
νός, βέβαια, δτι οί πολιτικές ιδέες πού ώς ενα βαθμό τό έμφοροΰσαν, άπό
δπου καί άν προέρχονταν σέ τελική άνάλυση, πέρασαν άπό τό χωνευτήρι
τής έλληνικής σκέψης, πριν ύλοποιηθοΰν. 'Η ιδέα τοΰ αύτοκράτορα καί τής
αύτοκρατορίας μπορεΐ νά μήν ελκει τήν άπώτερη, έλκει δμως τήν άμεση
καταγωγή της άπό εναν ελληνικό φιλοσοφικό στοχασμό πού γεννήθηκε
άπό τήν άπόγνωση μπροστά στήν αδυναμία τής κλασικής δημοκρατίας νά
επιβιώσει.’Ίσως τά συστατικά καί οί πρώτες ώθήσεις αύτής τής σκέ­
ψης νά προέρχονταν έν μέρει άπό τήν Ανατολή άλλά αύτό δέν σημαίνει
δτι μποροΰμε νά χαρακτηρίσουμε τίς ιδέες πού γεννήθηκαν «άνατολικές»*
•άς άφήσουμε πιά δτι ή άνοδος τής Ρώμης έπαιξε άποφασιστικό ρόλο στήν
εξέλιξη τών πολιτικών ιδεών. Ό κλασικός "Ελληνας δέν ήταν καθόλου άνεξοικείωτος μέ τήν ιδέα τής μοναρχίας. Ό άναγνώστης τοΰ Όμήρου —καί
ποιος μορφωμένος δέν διάβαζε "Ομηρο;— ήξερε τή ρήση του εις κοίραψος εστω (μόνον ενας νά εΐναι άρχηγός), ήξερε τούς βασιλιάδες ’Αγαμέμνονα καί Μενέλαο. Ό Πίνδαρος έξυμνεΐ τίς..ΌλυμτείΛκές νίκες..τών σικελών τυράννων καί ό Αισχύλος έκθειάζει τόν Ξέρξη ώς σύντροφο τών θεών
—εικόνες πού άρχικά ξένιζαν καί δέν ήταν δυνατό νά έπηρεάσουν τήν πο­
λιτική φιλοσοφία τών Ελλήνων. 5Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός ή άθηναική δημοκρατία ΐσα ΐσα γνώρισε τή σοβαρότερη κρίση της, πού τέλειωσε μέ τήν κυριαρχία τριάντα τυράννων. Οί σκέψεις γύρω άπό ενα νέο
πολίτευμα δέν μποροΰσαν πιά νά μείνουν σκέτη θεωρία. Ό Πλάτων, πε­
ρισσότερο άπό κάθε άλλον, συμπύκνωσε τίς διάφορες άποκλίνουσες μεταρ27

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ρυθμιστικές ιδέες σάν σέ ενα συγκλίνοντα φακό. Αύτό πού προέκυψε ήταν
ή άντίληψη γιά έναν θειον άνδρα, έναν βασιλικό ήγεμόνα, πού ένσαρκώνει
τό νόμο τής ήθικής καί, κατά συνέπεια, πολιτικής δράσης, έπειδή οί θεοι
τόν προίκισαν μέ, τά άπαραίτητα προσόντα γιά νά έκτελέσει τό καθήκον
του. Ή άναζήτηση ένός ^νέου συντάγματος καταλήγει νά γίνει άναζήτηση
ένός συγκεκριμένου άνδρα, μιας προσωπικότητας. Καί οί έμπειρίες άπό τό
παγκόσμιο κράτος τοΰ Αλεξάνδρου δίνουν τό έρέθισμα γιά μιά πολιτική
σκέψη πού άγκαλιάζει πιά μεγάλες ένότητες, δπως φανερώνουν οί έννοιες
οικουμένη καί οτΙ)ί8. Στόν ισχυρό άνδρα δέν ταιριάζει ή πόλις άλλά ή αύ­
τοκρατορία. Α ξίζει νά τονίσουμε, γιά νά μήν άδικήσουμε τήν έλληνιστική άντίληψη περί κράτους, δτι πρόκειται έδώ μόνο γιά ενα άπό τά πολ­
λά νήματα τοΰ φιλοσοφικού στοχασμοΰ. Ό Πολύβιος, γιά παράδειγμα,
προτείνει ένα μικτό πολίτευμα καί ό Κικέρων συμφωνεί μαζί του. Ά λλά
τό μέλλον άνήκε στήν ιδέα τής μοναρχίας, οχι έπειδή ήταν καλύτερα θε­
μελιωμένη παρά έπειδή ή Ρώμη έβγαλε τόν άνδρα πού ήξερε πώς νά τήν
άξιοποιήσει μέ βαρυσήμαντες έπιπτώσεις. Καί τό Βυζάντιο παρέλαβε αύ­
τή τή μοναρχία άπό τή Ρώμη. Ό ελληνισμός φτάνει στό Βυζάντιο περ­
νώντας καί μέσα άπό τή ρωμαϊκή πολιτική.
Ό ελληνισμός, δπως τόν δρισε ό Οπδίαν ΒΓθγ8θΠ, δέν γνώριζε άκό­
μα τό χριστιανισμό. Ά λλά γιά τόν ύστερο ελληνισμό, δπως τόν έννοοΰμε
έδώ, δηλαδή γιά τόν έλληνισμό τής αύτοκρατορικής περιόδου, ή θρησκεία
αύτή δέν είναι πιά ξένη καί ήδη τόν 2ο αιώνα, άλλά προπαντός τόν 3ο,
ό χριστιανισμός δέν είναι πιά μιά μικρή αίρεση πού ζεΐ στήν παρανομία
καί πού δέν εΐναι σέ θέση νά άφήσει ΐχνη στή σύγχρονή της κοινωνία. Ή
χειραφέτησή του άρχισε πριν άπό τόν Γαλέριο καί τόν Κωνσταντίνο. Έ ­
χει μακρόχρονη προϊστορία, πού οί διωγμοί δέν τή διέκοψαν παρά μόνο
γιά ένα μικρό χρονικό διάστημα. Όπωσδήποτε δέν μποροΰμε νά ποΰμε δτι
ό χριστιανισμός, δπως τόν άντιλαμβανόταν καί τόν καλλιεργούσε τό Βυ­
ζάντιο, εΐναι κληρονομιά τοΰ ύστερου ελληνισμού άλλά εΐναι βέβαιο δτι
ή περίοδος αύτή άποτύπωσε στή νεαρή θρησκεία ορισμένα γνωρίσματα
πού, στό Βυζάντιο, δέν έμενε παρά νά άναπτυχθοΰν περισσότερο γιά νά
άποκτήσουν καθοριστική σημασία.
Μοΰ φαίνεται δτι στήν ιστορία τοΰ βυζαντινοΰ πολιτισμοΰ έπαιξε άποφασιστικό ρόλο τό γεγονός δτι, ήδη σ’ αύτή τήν πρώιμη έποχή, έγκαθιδρύθηκε ένας ίστορικοφιλοσοφικός δεσμός άνάμεσα στό χριστιανισμό καί
τήν ιστορία τής ρωμαϊκής αύτοκρατορίας. Ό δεσμός αύτός στηρίχτηκε
στό εύαγγελικό έδάφιο: «Έξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αύγούστου άπογράφεσθαι πάσαν τήν οικουμένην». Αύτή ή «άπογραφή πληθυσμοΰ» μπο28

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ρεΐ νά γίνει μόνο στό καθεστώς τής ραχ &ιΐ£υ8ί&, δπου δλοι οί λαοί ζοΰν
κάτω άπό τήν έξουσία ένός καί μόνον αύτοκράτορα. Τό κατόρθωμα τοΰ
Αύγούστου είναι δτι έβαλε τέλος στήν πολυαρχία. Άλλά, σύμφωνα μέ τόν
Ωριγένη, τό ούσιαστικό νόημα αύτής τής έπιτυχίας είναι δτι έτσι δημιουργήθηκανΧοί άπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τήν άναγγελία τοΰ εύαγγελικοΰ μηνύματος σέ δλα τά έθνη, δπως δρισε ό Χριστός. Ό Θεός διά­
λεξε γιά τό σκοπό αύτό τόν Αύγουστο καί εύόδωσε τό ένοποιητικό του
έργο. Έτσι, λοιπόν, ^ήταν εκδήλωση τή<: Οεία£ πρόνοιαν τό δτι ό Χριστός
γεννήθηκε στά χρόνια τοΰ Αύγούστου. *Ο\Μελίτ4^£Σάρδεωνι θά έγκολπωθεΐ αύτή τήν ιδέα, άν καί σέ γενικότερη μορφή: έξαρτά τήν εύτυχία καί
τήν προκοπή τής αύτοκρατορίας άπό τήν έξάπλωση τοΰ χριστιανισμού,
πού άρχισε έπί Αύγούστου. Ό Εύσέβιος Καισαρείας θά δημιουργήσει μιά
ιστορική καί πνευματική γέφυρα πρός τό Βυζάντιο συνδέοντας, μέσω τής
θείας πρόνοιας, τήν άρση τών έθνικών φραγμών μέσα στήν αύτοκρατορία
μέ τήν άρση τοΰ πολυθε'ισμοΰ άπό τό χριστιανισμό, συσχετίζοντας τήν
έπίγεια μοναρχία μέ τή θεία καί βλέποντας στόν Κωνσταντίνο τόν όλοκληρωτή τοΰ έργου πού άρχισε ό Αύγουστος —καί, κατά βάθος, τής εξέ­
λιξης πού έγκαινίασε ή γέννηση τοΰ Χριστοΰ. Αύτοί οί συλλογισμοί δέν
είναι καθόλου άπομονωμένοι μέσα σέ μιά άραιή θεολογική άτμόσφαιρα
παρά άποτελοΰν τήν ελληνοχριστιανική παραλλαγή ένός στοχασμοΰ γύρω
άπό τή μοναρχία, πού άπασχολοΰσε καί τούς είδωλολάτρες διανοητές έκεί­
νων τών χρόνων. Πρόκειται γιά μιά χριστιανική προσέγγιση στήν τόσο
δυσφημημένη ώς τότε αύτοκρατορία, καί ή προσέγγιση αύτή βρίσκει άναλογίες καί στήν καθημερινή ζωή τών χριστιανών, συνοδεύοντάς τις καί δίνοντάς τους ιδεολογική κάλυψη. Στό πλέγμα τών φιλοσοφικών καί θεο­
λογικών στοχασμών άντιστοιχοΰν χειροπιαστά γεγονότα. Τά γεγονότα αύ­
τά συνοψίζονται στή διείσδυση τοΰ χριστιανισμού στά ήγετικά στρώματα
τής κοινωνίας, χωρίς αύτό νά σημαίνει δτι άνακόπηκε ή διάδοσή του στά
κατώτερα στρώματα. Οί διωγμοί δέν μπόρεσαν νά άναχαιτίσουν μακρο­
πρόθεσμα αύτή τήν έξέλιξη. Οί «Ι&ρδί», οί «εξωμότες», πού έχανε ό χρι­
στιανισμός στή διάρκεια τών διωγμών, άντισταθμίζονταν άπό τή μαζική
προσχώρηση νέων πιστών μετά τήν άρση τής κατάστασης έκτακτης άνάγκης. Καί αύτοί πού άποφάσιζαν νά άσπαστοΰν τό χριστιανισμό, δελεα­
σμένοι άπό τις πλούσιες έπαγγελίες του γιά λύτρωση, δέν ήταν πιά μόνο...^
δοΰλοι, λαϊκοί άνθρωποι καί Άνατολίτες. Όλο καί περισσότεροι συγκλη- ;
^ικοί, αξιωματικοί, άνώτεροι κρατικοί^υπάλληλοι καί,“προπαντός, αύλινκοι προσχωρούν στή νέα θρησκεία. Τό άποτέλεσμα ήταν οτι οί προκαθήμενδΓ'τής“χ^<τττ^ν1^ής'Έ^)^ήτάς*εγκατέλειψαν μερικά στοιχεία τής άρ29

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

νητικής στάσης τους άπέναντι στήν αύτοκρατορία. Έτσι, ή άπαγόρευση
πρός τούς έν Χριστώ άδελφούς νά άκολουθοΰν το στρατιωτικό επάγγελμα
έπεσε σέ λησμονιά, τό ΐδιο καί ή άπαγόρευση τής άνάληψης κρατικών
άξιωμάτων πού συνδέονταν μέ τήν ύποχρέωση τής προσφοράς θυσιών καί
μέ τή «χρήση τού ξίφους».
Ό τονισμός τής νομιμοφροσύνης άπέναντι στον αύτοκράτορα καί ή χρι­
στιανική προσευχή ύπέρ τής 8&1ιΐ8 ριι1)1ίο& γίνονται πράξεις δλο καί συ­
χνότερες καί επιτακτικότερες. Ά λλα τό κράτος πρέπει νά τά βγάλει πέ­
ρα μέ ενα μαζικό κίνημα πού άπλώνεται πρός τά πάνω. Δείχνεται λοιπόν
διαλλακτικό: σέ οχι λίγες περιπτώσεις χριστιανοί κρατικοί λειτουργοί
άπαλλάσσονται άπό τήν ύποχρέωση τής προσφοράς θυσιών καί οί άξιωματικοί δέν άντιμετωπίζουν πιά κυρώσεις δταν άσπάζονται τό χριστια­
νισμό—άνοχή πού μάλλον δέν άπολάμβανε ό άπλός νεοσύλλεκτος. Τέλος,
είναι έπίσης ενδεικτικό δτι ό εθνικός φιλόσοφος Κέλσος προτρέπει τούς
χριστιανούς νά συμμετέχουν στήν κρατική ζωή καί νά άσκούν διάφορα
κρατικά λειτουργήματα. Ή συμβίωση άνάμεσα στό χριστιανισμό καί
τήν αύτοκρατορία γίνεται στενότερη. Τό άποτέλεσμα εΐναι δτι γύρω στό
261, πολύ καιρό πριν άπό τόν Γαλέριο καί τόν Κωνσταντίνο, ό αύτοκρά­
τορας Ι^αλλρ^0£ εκδίδει ενα εδικτο πού άναγνωρίζει στούς χριστιανούς
τήν ελεύθερη διάθεση τών λατρευτικών κτιρίων καί τών νεκρρταφεΐων .τους
καί άπαγορεύει τήν «παρενόχλησή» τους. Δέκα χρόνια άργότερα, τό,. 272,
ή Εκκλησία τής Αντιόχειας, σέ μια διένεξη γύρω άπΑ τήν-τιλήρωση ^ής
επισκοπικής έδρας τής πόλης, άποτείνεται στον αύτοκράτορα Αύρηλιανό
μέ τήν παράκληση^ νά επέμβει. Ό αύτοκράτορας δέν άποκρούει αύτό τό
αΐτημα καί μάλιστα άποφασίζει μέ έναν τρόπο πού προϋποθέτει τή νομότυ­
πη οργάνωση ολόκληρης τής Εκκλησίας. 'Η έμφάνιση καί τό φέρσιμο τών
έπισκόπων προδίνουν στήν κοινή γνώμη δτι επέρχεται μιά νέα άρχουσα
τάξη. Ό Παύλος ό Σαμοσατεύς, ό έπίσκοπος πού στάθηκε άφορμή γιά
τή διένεξη τού 272‘στήν Αντιόχεια, συμπεριφέρεται ώς ρωμαίος άνθύπατος, καί ό Κυπριανός τής Καρχηδόνας παρατηρεί κάπου δτι δ αύτο­
κράτορας Δέκιος δέχτηκε τήν εΐδηση γιά τή στάση ένός σφετεριστή τού
θρόνου πιο ψύχραιμα άπό δσο τήν έκλογή νέου επισκόπου τής Ρώμης. Ά ν
ό Ιππόλυτος τής Ρώμης έπιμένει νά θεωρεί δτι ό διάβολος εΐναι ή δύνα­
μη πού στηρίζει τήν αύτοκρατορία καί νά εξομοιώνει τή Ρώμη μέ τήν
πόρνη Βαβυλώνα, αύτός καί οί όμόφρονές του σπρώχνονται σιγά σιγά στήν
άπομόνωση. Παντού δημιουργοΰνται νέες εκκλησίες, γιά νά δεχτούν τίς
μάζες τών καινούριων πιστών* μιά αύτοκράτειρα καλεί στήν αύλή της τόν
μεγάλο θεολόγο Ωριγένη, ή σύζυγος τού Διοκλητιανού Πρίσκα είναι χρι30

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

στιανή, τό ΐδιο καί ή κόρη του Βαλερία. Ό Διοκλητιανός μάχεται γιά μια.
χαμένη ύπόθεση^γΐϋΧ^^-^φ^^ιανισμός έχει ήδη νικήσει—Ηαί ενας από.
τού£_οχι άσήμαντ^υ^ λόγ^υ^ αύτής τής επιτυχίας του είναι δτι δέχτηκε
^^πληρ’ά ^Γ'ί να
τ ίμη(ΐο^πλ^σιασε και προσαρμόστηκε στον
((κόσμο^ι^^-κθ^ δπως-σλα--δ8^νουν.7^ 4ΐη^ή προσέγγιση και προσαρμογή
δέν ήταν καθόλου .μικρότερη στά άνώτερα στρώματα άπό δσο στα κατώ­
τερα μέλη,χής,Εκκλησίας, ’Ί|δη πριν άπό τό διωγμό τοΰ Διοκλητιανοΰ
ό «βυζαντινός χριστιανισμός» είναι προ τών πυλών.
Παράλληλα μέ τήν προσαρμογή στις κοινωνικές καί πολιτικές συνθή­
κες τής αύτοκρατορίας, σημειώνεται μιά εσωτερική οργανωτική εξέλιξηπού θά άποτελέσει τή βάση γιά τήν οικοδόμηση τοΰ βυζαντινοΰ κράτους.
Αύτό πού κατοχυρώθηκε επίσημα το 325 ^τή,Νίχαι^ δηλαδή τά πρω­
τεία ορισμένων επισκοπικών πόλεων άπέναντι σέ ολόκληρες επαρχίες καί
διοικήσεις, μέ άλλα λόγια ό πυρήνας τών κατοπινών πατριαρχείων, είναι
άπό πριν τετελεσμένο γεγονός. Οί ομοιότητες μέ τή διαίρεση τών επαρ­
χιών καί τίς επισκοπές τής αύτοκρατορίας είναι άναντίρρητες. ’Ίσως ό*
«άποστολικός» χαρακτήρας αύτών τών εδρών στά μάτια τών πρώτων Βυ­
ζαντινών νά έπαιξε κάποιο ρόλο, δπως καί ή σημασία τών άντίστοιχων
πόλεων, άλλά δέν μποροΰμε νά παραβλέψουμε τό γεγονός δτι ύπήρχαν πρα­
κτικοί λόγοι πού επέβαλλαν τήν προσαρμογή στις διοικητικές ενότητες
τοΰ κοσμικού κράτους, έστω καί άν ή βαρύτητα καί ό συσχετισμός των
διαφόρων λόγων παράλλαζαν άπό περίπτωση σέ περίπτωση.
Ή θεολογία έγει αρχίσει καί ν*ύτή από καιρό οχι μόνο^/ά^^πτύααεται, άλλά καί νά αποκτά τά χαρακτηριστικά εκείνα πού θά..καταλήξουν
ά ργότε^
γιά τήν ορθοδοξία. ΕΙναι^εγ^νόξ, βέ­
βαια, δτι τ^ροβυζαντινή^περίοδθ£ έπέτρεπε τήν ΰπαρζη πολύ περισσότετάσεων άπό δσο οί κατοπινές εποχές. 5Από αύτή τήν
άποψη, ή^θεολογία τοΰ 2ου καί^τοΰ 3ου αιώνα έχει μια~εύρύτητα καί, έπομένω^-μιά,ζίιχνχάΒ^ πού καμιά μεταγενέστερη εποχή δέν θά τις φτάσει»
Έτσι, θά λέγαμε δτι ή βυζαντινή ιστορία άρχίζει σχεδόν προγραμμα­
τ ισ μένα^ περικυκλωμένη άπό παγιωμένες μορφές καί τύπους,"^ραϊσμέ­
νες ά ν τ ι λ ή α ι τ ή μ α τ α . Ά π ο την άλλη μεριά,,
δμως, άντιμετωπίζει τήν πρόκληση νέων εξελίξεων μέ πολιτικό καί θρη­
σκευτικό χαρακτήρα, πού επιβάλλουν μιά σύνθεση μέ τήν παράδοση. Αύ­
τή ή σύνθεση δέν μποροΰσε παρά νά έχει βυζαντινή σφραγίδα.
Στον τρόπο πού άνταποκρίθηκε τό Βυζάντιο σέ δλα αύτά τά ερεθίσμα­
τα είναι άφιερωμένα τά επόμενα κεφάλαια. Ά λλά πριν άρχίσουμε, θά άνα31

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

-φέρουμε ένα παράδειγμα, πού δέν τό διαλέξαμε αύθαίρετα, παρά επειδή
θίγει, ώς ενα. σημείο, τήν ΐδια τήν ουσία τοΰ ζητήματος, γιά νά έξηγήσουμε πώς άντέδρασε τό Βυζάντιο στήν πρόκληση τών καιρών καί ποιο
δρόμο Ακολούθησε γιά νά φτάσει σέ μιά νέα σύνθεση. Πρόκειται γιά τό
έρώτημα,^πώς ή έλληνική αυτοσυνείδηση, .στήν παιδεία καί στόν πολιτισμό
συμβιβάστηκε μέ τή διείσδυση τοΰ ρωμαϊκού στοιχείου (πού γίνεται χει­
ροπιαστή μέ τήν ίδρυση τής Κωνσταντινούπολης), γιά νά προκύψει έτσι
"ενα νεο αμάλγαμα. Ή προβληματική αύτή είναι ορατή στούς δύο έλληΝ
νϊσ?ί&^.τΛΰ-.4θυ···αί'ώνα,·· τόν Θεμίστιο καί τόν Λιβάνιο. Ό Θεμίστιος, γεν­
νημένος γύρω στό 317, κατάγεται άπό τήν Παφλαγονία καί είναι γιος
ένός εύγενή τής υπαίθρου, πού έχει λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, Ό πατέρας
του τόν σπουδάζει πρώτα στό σπίτι του καί έπειτα στή νεόχτιστη Κων­
σταντινούπολη. Έκεΐ ό Θεμίστιος άνοίγει, γύρω στό 345, φιλοσοφική
σχολή, δπου έρμηνεύει κυρίως τόν· Αριστοτέλη. Έπειτα δμως στρέφεται
καί πρός τή ρητορική καί έτσι Αποκτά έπαφή μέ τήν αύτοκρατορική αύ­
λή. Τό 355 ό αύτοκράτορας Κωνστάντιος τον Αναγορεύει συγκλητικό. Ό
Θεμίστιος έκπροσωπεΐ τήν αύλή. καί τή σύγκλητο σέ διάφορες αποστο­
λές, έκφωνεΐ δημόσιους λόγους γιά τούς αύτοκράτορες, χαιρετίζει, δπως
κάθε εθνικός, τήν Ανάρρηση τοΰ Ίουλιανοΰ στό θρόνο, άλλά δέν πέφτει σέ
δυσμένεια μετά τόν πρόωρο θάνατο τοΰ τελευταίου. Άκόμα καί ό χριστιανικότατος αύτοκράτορας Θεοδόσιος τόν^ διορίζει παιδαγωγό τοΰ δια­
δόχου καί μάλιστα τόν Αναγορεύει έποφχο τής Κωνσταντινούπολης.
Καί τώρα ο Λιβάνιος. Διδάσκεται τή ρητορική καί ή ρητορική μένει
τό έπάγγελμα καί ή άγαπημένη_ του Απασχόληση ώς τό τέλος τής ζωής
του, Άπό τό 336 ώς τό 340 σπουδάζει στήν Αθήνα, έπειτα περιοδεύει
τήν Ελλάδα καί πηγαίνει στήν Κωνσταντινούπολη, δπου διατελεΐ καί αύ­
τός γιά ένα σύντομο χρονικό διάστημα δάσκαλος. Αηδιασμένος, δπως λέ­
γεται, Από τό φθόνο τών Αντιπάλων του, μεταφέρει τή σχολή του στή Νι­
κομήδεια καί λίγο Αργότερα* στή γενέτειρά του Αντιόχεια, δπου θά μεί­
νει ώς τό θάνατό του ένας φημισμένος δάσκαλος καί σύμβουλος τής κοι­
νότητας.
Οί δύο ,άνδρες γνωρίζονται καί θεωροΰν οτι. είναι φίλοι. Άλλά σπάνια
συναντιούνται. Καί οί δύο έχουν παρόμοια Αφετηρία, φοιτοΰν λίγο πολύ
στις ΐδιες σχολές, Ανήκουν στόν ΐδιο ύστεροελληνιστικό πνευματικό χώ­
ρο, μέ τά ιδιαίτερα ένδιαφέροντα καί αίτήματά του. Άλλά παρά τή ((φι­
λία)) τους δέν Αργεί νά έκδηλωθεΐ άνάμεσά τους μιά δυσαρέσκεια πού θά
καταλήξει στήν Ανοιχτή διάσταση. Δέν είναι τυχαίο δτι οί πρώτες διαφο­
ρές πού προβληματίζουν τόν Θεμίστιο περιστρέφονται γύρω άπό τή σχέ32

Η ΕΛΛΗ Ν ΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ση άνάμεσα στή φιλοσοφία, τή ρητορική καί τή σοφιστική. Στούς πρώι­
μους λόγους του, ό Θεμίστιος άντιμάχεται οχι μόνο τή σοφιστεία, δηλα­
δή τό ρητορικό τέχνασμα καί τή ρητορική επιτήδευση, άλλά καί έκείνη
τή μορφή φιλοσοφικού στοχασμού πού, δπως είπαμε πιό πάνω, κλείνεται
στό καβούκι της καί άπαρνεΐται κατηγορηματικά τόν κόσμο καί τήν πο- λιτική. Τό πρόγραμμα τοΰ Θεμίστιου διακηρύσσει: ((Δέν πρέπει νά επι­
τρέπει κανείς στούς φιλοσόφους νά κρύβονται δπου θέλουνΓΉ διδασκα­
λία μας···πρέπει νά εΐναι δημόσια* πρέπει νά μάθει νά άντιμετωπίζει τό
πλήθος άλλά καί τήν όχλοβοή». Τό πρόγραμμα αύτό μποροΰσε νά θεω­
ρηθεί στοιχείο τής ένδοελληνιστικής ζύμωσης ιδεών. Άλλά'δ διάλογος δη­
λητηριάστηκε, δταν ό Θεμίστιος έγινε συγκλητικός καί βρήκε πρόσβαση
στήν αύτοκρατορική αύλή. Τό κοινό πού διεκδικεΐ τώρα γιά τή φιλοσο­
φία του εΐναι οί ιθύνοντες κύκλοι τοΰ ρωμαϊκοΰ κράτους, έπομένως δέν
ταυτίζεται μέ τό κοινό τής έλληνικής πόλεως, τοΰ ίδανικοΰ στό όποιο έμε­
ναν. άπεγνωσμένα άγκιστρωμένοι δλοι οί έλληνιστές. Έ τσι, κατηγορεΐται
τώρα ό ίδιος γιά σοφιστεία, γιά ύπεκφυγές ενός άνθρώπου πού πούλησε
τήν ψυχή του στή ρωμαϊκή διοίκηση καί πρόδωσε τόν έλληνισμό. Έδώ
βρίσκεται ή ούσία τής διαφωνίας! Ή μεταφορά τής έδρας τής αύτοκρατορικής διοίκησης στήν Κωνσταντινούπολη έφερε τόν ρωμαϊκό διοικητικό
μηχανισμό τόσο κοντά στούς έλληνιστές, ώστε οί τελευταίοι καταθορυβήθηκαν. Ό Λιβάνιος εΐναι εκείνος πού άντιλήφθηκε ξεκάθαρα πόσο βα­
ρυσήμαντη ήταν αύτή ή >αλλαγή: Ό Μέγας Κωνσταντίνος εΐναι ό εχθρός
τής έλληνιστικής πόλης καί ακριβώς μέ τήν ίδρυση τής Κωνσταντινού­
πολης έδωσε τή χαριστική βολή στήν πόλη. Μερικές φορές άνήκει καί ο
Λιβάνιος στούς έγκωμιαστές τής .Κωνσταντινούπολης, ΐσως άπό ύποχρέωση* άλλά φαίνεται δτι δέν έμεινε έντελώς άσυγκίνητος άπό τή γοητεία τής
νεαρής πολιτείας: Ή Αντιόχεια, λέει, δέν εΐναι παρά ένα ταπεινό λιμάνι,
άπό δπου πρέπει νά ξεκινήσει κανείς γιά νά ξεμπαρκάρει σέ άλλα, επι­
βλητικότερα ^έρη. "Οπου δμως ό Λιβάνιος δέν αισθάνεται ύποχρέωση νά
αναλυθεί σέ έγκώμϊα, έκεΐ ή σύγκριση άνάμεσα στήν Αντιόχεια καί τήν
Κωνσταντινούπολη γίνεται μιά πικρή στατιστική τών άπωλειών καί τών
άνεπιθύμητων κερδών έκεΐ εκδηλώνεται ή άντίθεση στήν άλαζονεία μιας
μητρόπολης πού,"επιπλέον, έπιδιώκει μορφωτικούς σκοπούς ξένους πρός
τήν έλληνική παράδοση καί άσκεΐ μιά έλξη πού δέν μπορεΐ παρά νά έχει
συνέπεια τήν αφαίμαξη καί τό μαρασμό τής έλληνιστικής πόλεως.
Ό Θεμίστιος μπαίνει στήν ύπηρεσία αύτής τής αύτοκρατορικής Κων­
σταντινούπολης καί δμως ισχυρίζεται δτι παραμένει εκπρόσωπος τοΰ 'έλληνισμοΰ. Άλλά δέν πείθει. Κατηγορεΐται ώς μισθοφόρος πού εΐναι ετοι3

33

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

μος νά άπαρνηθεΐ τήν πόλη. Ή αύτοϋπεράσπισή του είναι ένας εντυπω­
σιακός άναχρονισμός.'5Ανήκει, λέει, καί αύτός σέ μιά πόλη, γιατί είναι
πολίτης τής Κωνσταντινούπολης πού είναι καί αύτή πόλις' δταν ταξιδεύει,
έκπροσωπεΐ τόν πολιτισμό τοΰ κωνσταντινουπολίτικου άστεως καί τρέφε­
ται άπό τούς «δημοσίους άρτους» δπως κάθε άλλος Κωνσταντινουπολίτης.
Έπίσης, συνεχίζει, δέν άνήκει στή ρωμαϊκή ιηίΐίΐία (στρατενεσθαι), πράγ­
μα πού έδώ σημαίνει τή σταδιοδρομία τοΰ ρωμαίου δημόσιου υπαλλήλου,
γιατί δέν κάνει καριέρα, εΐναι ένας άπλός πολίτης. "Ομως δλα αύτά τά
έπιχειρήματα, άν συγκίνησαν ποτέ κανέναν, παύουν νά πείθουν άπό τή
στιγμή πού ό Θεμίστιος αναλαμβάνει έπαρχος τής Κωνσταντινούπολης.
Τώρα πιά καί ό Λιβάνιος θεωρεί δτι ξέκοψε οριστικά άπό τόν ελληνιστι­
κό κόσμο. Ά λλά ό Θεμίστιος δέν σταματά τις προσπάθειες νά δικαιολο­
γηθεί. Μέ τό άξίωμα τοΰ έπάρχου (ρΓ&θίβοΙιΐδ), μέ τό όποιο συνδεόταν
ή πρωτοκαθεδρία-στή σύγκλητο, έγινε, λέει, ό πρώτος πολίτης τής πό­
λεως πού λέγεται Κωνσταντινούπολη καί αύτό, υποστηρίζει, συμβιβάζε­
ται θαυμάσια μέ τις παραδόσεις τής ελληνιστικής πόλης. Μέ τήν ορολο­
γία τοΰ καιροΰ του: τό λειτούργημά του εξακολουθεί νά σημαίνει, δπως
υποστηρίζει, τό πολιτενεσθαι, δηλαδή τή φροντίδα γιά τήν πόλη, καί δέν
εΐναι ρωμαϊκή άρχή. Εΐναι πολύ άπίθανο δτι ό Θεμίστιος τά έγραψε δλα
αύτά μέ καθαρή συνείδηση, γιατί ή σύγκλητος τής Κωνσταντινούπολης εΐ­
χε πάψει άπό καιρό νά εΐναι μιά άστική βουλή καί εΐχε γίνει ένα κρατικό
δργανο, ένώ τό άξίωμα τοΰ έπάρχου ήταν μιά τυπικά ρωμαϊκή άνώτατη διοικητική θέση. Άλλά ό Θεμίστιος βρισκόταν σέ άμυνα, δέν τολμοΰσε προφανώς νά ταχθεί άπροκάλυπτα υπέρ τής νέας κατάστασης καί
προσπαθούσε νά έξευμενίσει τούς άντιπάλους του μέ ένα απεγνωσμένο
φ ΐίά ρΐΌ φΙΟ.
Οί άντίπαλοί του, μάλιστα, μπορούσαν νά ,έπικαλεστοΰν έναν ρωμαίο
αύτοκράτορα, τόν Ίουλιανό, πού δέν έδειξε άνταπόκριση στήν άγάπη τοΰ
Θεμίστιου. *0 Ίουλιανός εΐχε ελληνιστική παιδεία δσο κανένας άλλος, ή
φιλοδοξία του ήταν νά άποκαταστήσει τό έλληνιστικό ιδεώδες. Ά ν δμως
ονομάστηκε «ό έστεμμένος φιλόσοφος», ΐσως αύτό νά εΐναι θετικό γιά τό
πρόσωπό του, άλλά δέν σημαίνει δτι ήθελε .νά παραχωρήσει στούς φιλο­
σόφους κρατικά άξιώματα. Αντίθετα: συμβούλεψε τόν Θεμίστιο νά περιο­
ριστεί στή σχολή του καί νά μεριμνήσει έκεΐ μαζί μέ τούς μ&θητές του γιά
τή διαφύλαξη τής ελληνιστικής παράδοσης. Τό πολιτικό καθήκον τοΰ φι­
λοσόφου ήθελε, προφανώς, νά τό εκπληρώσει χωρίς τόν Θεμίστιο ή κάποιον
έλληνιστή. Μπαίνει έπικεφαλής τών φιλοσόφων, άλλά δέν προτίθεται νά
βάλει τούς φιλοσόφους έπικεφαλής τοΰ κράτους. Κατά τά άλλα, εΐναι πι34

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

θανό δτι έκεΐνο πού κατέκρινε ό Λιβάνιος δέν ήταν τόσο ή ρωμαϊκή έξου­
σία καθ’ έαυτή, δσο τά συνοδευτικά της φαινόμενα, ιδιαίτερα ό έκγραφειοκρατισμός τής Ανατολής καί ή άπομύζηση τών νεανικών δυνάμεων
τής πόλεως. Παραπονιέται κάθε τόσο γιά τήν τεχνική έκπαίδευση ταχυγράφων καί νομομαθών, πού εΐναι έντελώς ξένη στήν έλληνική παιδεία,
γιατί αύτό πού δ ι δ ά σ κ ε τ α ι δέν στηρίζεται σέ καμιά φιλολογική αύθεντία,
σέ κανέναν Όμηρο καί σέ κανένα Πλάτωνα, ουτε άνοίγει καμιά έλληνική
προοπτική· έκτος άπό αύτό, εΐναι κάτι πού ξεφεύγει.άπό τή συζήτηση
—άπό τό ελληνιστικό παιχνίδι μέ τή λέξη. Άλλά ό διοικητικός μηχανι­
σμός τής αύτοκρατορίας στελεχώνεται άπό τέτοιους υπαλλήλους μέ τεχνι­
κή έκπαίδευση καί οί νέοι άνθρωποι, λέει ό Λιβάνιος, δέν έχουν άλλη φι­
λοδοξία άπό τό νά έπιδιώκουν τέτοιες θέσεις σέ βάρος “μιας βαθύτερης
έλληνικής παιδείας. Ό γνήσιος Έλληνας, συνεχίζει ό Λιβάνιος, δέν τα­
ξιδεύει συνεχώς στή Ρώμη γιά νά γίνει ξεφτέρι στό δίκαιο καί στά διοι­
κητικά, δπως κάνουν σήμερα οί νέοι. Αύτός, ό Λιβάνιος^ καυχιέται δτι δέν
μιλάει τή γλώσσα τών Ρωμαίων, άπαρνεΐται τό ιδίωμα τής έξουσίας.
Άπό τήν άλλη μεριά, δμως, ή στάση τοΰ αύτοκράτοραΊουλιανοΰ δέν
ήταν ή ΐδια μέ τή στάση δλων τών αύτοκρατόρων. -Γνωρίζουμε μιά έπι­
στολή τοΰ θείου τοΰ Ίουλιανοΰ, τοΰ Κωνστάντιου, μέ τήν όποια ό αύτο­
κράτορας αύτός παρουσιάζει στή σύγκλητο τόν νέο συγκλητικό Θεμίστιο.
Τόν προσδιορίζει ώς έλληνιστή σοφό, καί μάλιστα μέ τήν ειδική σημασία
πού εΐχε αύτός ό χαρακτηρισμός γιά τόν Θεμίστιο: ώς άνθρωπο πού εί­
ναι πρόθυμος νά μεταγγίσει τις γνώσεις του στό κοινωνικό σύνολο. Ό
Κωνστάντιος γράφει στή συνέχεια δτι τιμά τόν Θεμίστιο μέ ενα αξίωμα
ρωμαίκόν, παρόλο πού είναι "Ελληνας καί ή σύγκλητος εΐναι ρωμαϊκός
θεσμός. Ταυτόχρονα δμως, συνεχίζει, τιμά καί τή σύγκλητο, γιατί μέ τόν
Θεμίστιο μπολιάζει σ5 αύτό τό σώμα τήν έλληνική σοφία. Έδώ βλέπουμε
νά περιγράφεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα. Καί, παρά τήν παρένθεση τοΰ
Ίουλιανοΰ, τό μέλλον άνήκει σ5 αύτό τό πρόγραμμα, οχι στόν Λιβάνιο καί
τούς όμόφρονές του.
Ά λλά τό μέλλον αύτό χρειάστηκε μερικές γενιές άκόμα γιά νά ερθει*
γιατί οί άντιστάσεις δέν ήταν λιγοστές καί ό Λιβάνιος είναι μόνον ενας
έκφραστής τους. Ή βυζαντινή αύτοκρατορία έχει γίνει πιά γιά τά καλά
γεγονός, άλλά χρειαζόταν καιρός γιά νά συμβιβαστούν οί λόγιοι μέ τήν
πραγματικότητα καί νά καταλάβουν δτι δέν άρκοΰσε πιά··νά φιλοσοφούν
γύρω άπό αύτό τό φαινόμενο καί νά συζητοΰν άπό άπόσταση τά υπέρ καί
τά κατά του. Γεά τόν ελληνιστή, ή αύτοκρατορία ώς πραγματικότητα,
δέν σήμαινε τίποτα περισσότερο άπό ένα συνονθύλευμα πολυάριθμων πό­
35

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

λεων,πού ήταν λίγο πολύ αύτόνομες καί έν πάση περιπτώσει έπαναπαύονταν στήν ύποτιθέμενη έλευθερία τους. Τήν ένότητα δέν τή δημιουργούσε
μιά κεντρική διοίκηση άλλά, θά έλεγε κανείς, άπλώς τά κοινά σύνορα απέ­
ναντι στούς βαρβάρους καί ή χλιαρή συγκατάθεση τών πόλεων νά άφήσουν τήν ύπεράσπισή. τών συνόρων σέ έναν αύτοκράτορα. Ό αύτοκράτο­
ρας αύτός μπορούσε καί έπρεπε νά είναι Ρωμαίος, γιατί αύτό άποτελούσε εγγύηση δτι ήταν έμπειρος στήν περιφρονημένη τέχνη τών δπλων!
"Άν τελικά ή συμβίωση άνάμεσα στήν αύτοκρατορία καί τόν έλληνισμό εύδοκίμησε παρ’ δλα τά εμπόδια, αύτό πρέπει νά άποδοθεΐ σέ πο­
λύ διαφορετικούς παράγοντες. Νομίζω δτι πρέπει νά άναφέρουμε στήν
πρώτη σειρά, καί μέ ξεχωριστή έμφασΊ^τό^^φΑ^τκ^^ι^ ·καί-τήν Ε κ ­
κλησία. "Ενας χριστιανός έπίσκοπος, όχ^Γρηγοριος ό Ναζιανζηνός,) εΐναι
εκείνος πού πρώτος χαιρετίζει άνεπιφύλακτα τή νεόδμητη Κωνσταντι­
νούποληώς νέα καί δεύτερη Ρώμη, άκριβώς_επειδή είναι μιά άλλη Ρώ­
μη, άπαλλαγμένη από τδΤστίγμα τής δεσποτείας, τής τυραννίας πάνω σέ
..ελεύθερους πολίτες καί,τής ειδωλολατρίαςμέ τίς φρικαλεότητές της. Σέ
αύτή τήν Κωνσταντινούπολη εδρεύει ένας /ριστ ιανός,.μ^αμαΐας.αύτοκ ράτο ρας, διάδοχος τοΰ «ρωμαίου» Κωνσταντίνου, πού χάρισε στήν Εκκλησία
τήν„4λ§υθε.ρία. Εΐναι ένδιαφέρουσα ή διαπίστωση δτι ό ΐδιος Γρηγόριος ό
Ναζιανζηνός άντιμάχεται δριμύτατα τήν άντίληψη τοΰ αύτοκράτορα Τουλιανοΰ γιά τόν έλληνισμό. 'Η >^^"Ελληνος%-^4μΓφωνα.μέ τόν Γρηγόριο,
δέν εΐναι θρησκευτική έννοια? δπως,,τΑν-ει^φανί^.ι^,ο ^Ιουλιαν-ός^ καί ελλη­
νίζω δέν σημαίνει μέ κανένα τρόπο «εϊμαι έθνικός» άλλά «μί,λώ ελληνι­
κά», καταγίνομαι μέ τήν έλληνική γλώσσα, μέ τή μητρική μου γλώσσα.
Έτσι, ό Γρηγόριος άποκρούει τήν κατηγορία δλων τών εχθρών τοΰ Θεμίστιου, πού θεωροΰν δτι εΐναι άδύνατος ό διαχωρισμός τής γλώσσας άπό
τήν κοσμοθεωρία. Ό Γρηγόριος, βέβαια, δέν μποροΰσε νά άναχαιτίσει τήν
εξέλιξη τής έννοιας «"Ελληνας», άλλα σ5 αύτό τό τελευταίο ζήτημα εΐχε
δίκιο. Οί περισσότεροι επίσκοποι τοΰ 4ου αίώνα δέν ήταν.πιά^φτωχοί ψα­
ράδες, "όπως οί Απόστολοι, άλλ' άνθρωποι μέ έξαιρετική^μόρφωση, ^πού
άπό περιουσιακή άποψη άνήκαν, οχι σπάνια, στις μεγάλες οικογένειες τής
αύτοκρατορίας. Τή μόρφωσή τους τήν άπέκτησαν έκεΐ δπου τήν είχαν
αποκτήσει ό Λιβάνιος καί ό Θεμίστιος, άλλά δέν έβλεπαν πιά γιά ποιο λό­
γο δέν έπρεπε νά διαχωρίζουν τήν παγανιστική βάση άπό τίς ύφολογικές
καί αισθητικές άρετές τής κλασικής γραμματείας. Αυτοί οί έπίσκοποι
έχουν τά μάτια τους στραμμένα στήν Κωνσταντινούπολη, οχι τόσο μέ τήν
έννοια δτι βλέπουν έκεΐ τό έκκλησιαστικό τους κέντρο άλλά πιο πολύ έπειδή έκεΐ έδρεύει ό χριστιανός αύτοκράτορας, στον όποιο χρωστοΰν τήν
36

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

.ελευθερία καί τήν έλευθεροκοινωνία τους, ό όποιος τούς διαθέτες τδ__αύ„τοκρατορικό ταχυδρομείο καί ό όποιος εΐναι σέ θέση νά έπικυρώ_σει.πο­
λιτικά τήν έκάστοτε έρ.μηνεία τους γιά τήν ορθοδοξία. Γι5 αύτόν τό λόγο,
καί έπειδή οί συντηρητικοί έλληνιστές τοΰ τύπου τοΰ Λιβάνιου εΐναι άγκιστρωμένοι στήν ιδέα τής πόλεως, ή ιδέα αύτή δέν άργεΐ νά χάσει τήν άπήχησή της στους έπισκόπους. Ζοΰν μέσα σέ εναν μεγαλύτερο κόσμο, δπου
οί οργανωτικές μορφές τους προσεγγίζουν δλο καί περισσότερο τις αντί­
στοιχες τοΰ κράτους. Περιοδεύουν πολύ συχνά στις επαρχίες, συνεδριά­
ζουν στό ενα μέρος καί συζητοΰν στό άλλο. Ή έπισκοπική πόλη δέν μπο­
ρεΐ πιά νά καθορίσει τόν όρίζοντά τους. Ά λλά ή πόλις ένδίδει σ’ αύτούς,
τούς υπολογίζει περισσότερο άπό δσο τά άστικά βουλευτήρια, δέν μπορεΐ
νά κάνει άλλιώς. Γιατί δσο φτωχότερη γίνεται, δσο περισσότερο εχει άνάγ­
κη τήν οικονομική βοήθεια τών έπαρχιακών διοικητών καί τής κεντρι­
κής διοίκησης, τόσο σημαντικότεροι γίνονται οί επίσκοποι* χάρη στήν
ξεχωριστή τους θέση στήν κοινωνία καί στήν δλο καί μεγαλύτερη Οικο­
νομική σημασία τους, δέν άργοΰν νά γίνουν διορισμένοι ή καί κληρονομι­
κοί άθίβΠδΟΓβδ οίνϋ&Ιιιπι, πού συναναστρέφονται μέ τούς τοπικούς διοι­
κητές ώς ΐσοι πρός ίσους, πού μάλιστα οί τοπικοί διοικητές άρχίζουν νά
τούς φοβοΰνται γιατί προαναγγέλλεται ήδη κάτι πού θά κωδικοποιηθεΐ
άργότερα άπό τόν Ιουστινιανό: έ'να διακριτικό δικαίωμα τών επισκόπων
νά εποπτεύουν τις τοπικές Άρχές. Τί σημασία εχει μπροστά σ5 αύτό ακό­
μα καί ό πιό εμπνευσμένος λόγος τοΰ Λιβάνιου, άν βέβαια δεχτοΰμε δτι
δέν σέρνεται πίσω άπό τά γεγονότα-, σάν ενα εΐδος άκαδημαϊκής έξιδανίκευσής τους; Ό πληθυσμός τών πόλεων προτιμά νά εύθυγραμμίζεται μέ
τούς έπισκόπους, καί εμμεσα αύτό ένισχύει τήν ιδέα τής αύτοκρατορίας.
. "Ενας άλλος παράγοντας: "Οσοι εποικοι καί άν ήρθαν άπό τήν Ιταλία,
δταν ιδρύθηκε ή Κωνσταντινούπολη, οί μεγάλες μάζες τοΰ πληθυσμοΰ,..πού
συγκεντρώθηκαν έδώ, στόν Βόσπορο, προέρχονταν κατά κύριο λόγο άπό
^ά ανατολικά* ή Κωνσταντινούπολη εγινε πολύ γρήγορα μιά έλληνική πό-λη, δπου άπό τήν άρχή τό λατινικό στοιχείο εμεινε περιορισμένο, κατά
πάσα πιθανότητα, στήν αύτοκρατορική αύλή καί στή γραφειοκρατία. Καί,
γύρω στά μέσα του.5ου-^ίών^ αύτή ή πόλη εγινε αδιαφιλονίκητη· κλη­
ρονόμος τής παλρμάς Ρώμης, άφοΰ ή Ρώμη τοΰ Τίβερη εΐχε γίνει λεία τών
Γότθων καί τών Βανδάλων. Πρόσφατα, οί ερευνητές συγκέντρωσαν μέ
φροντίδα τις άντιδράσεις τής άνατολικής αύτοκρατορίας σ’ αύτά τά γεγο­
νότα. Ή έντύπωση πού άφήνουν εΐναι δτι έδώ, σέ άντίθεση μέ τή Δύση,
δέν υπήρξε ή αίσθηση δτι εγινε κάποιο κοσμοϊστορικό γεγονός*:·Εκφρά­
στηκε βέβαια κάποια λύπη, άλλά θά μπαίναμε στον πειρασμό νά ποΰμε
37

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

οτι ή άνακούφιση ήταν μεγαλύτερη. Οί νουθεσίες, οί προειδοποιήσεις καί
οί λοιδορίες τών άντιδραστικών εθνικών κύκλων άπέναντι στήν «άντιρωμαϊκή» «Νέα Ρώμη» επαψαν νά άκούγονται, ή Κωνσταντινούπολη άπέκτησε μεγαλύτερη αύτοπεποίθηση.
Άκόμα καί τό κύριο παράπονο τών ελληνιστών, ή ρωμαϊκή γραφειο­
κρατία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο, πού φορούσαν καί τά δύο λατινικό ροΰχο
καί άπορροφοΰσαν τή νεολαία τών έλληνιστικών^πόλεων, άρχισε νά χάνει
έδαφος. Τό λεγόμενο «πανεπιστήμιο» το^θεο^οσιουϋΒ^ζακολουθοΰσε νά
εχει δύο έδρες γιά τό ρωμαϊκό δίκαιο, καί
μάθημα γινόταν σίγουρα στά
λατινικά. 'Τπήρχαν εξάλλου δέκα διδασκαλικές θέσεις γιά τή λατινική
γραμματική. Άλλά, πλάι σ5 αύτές, ύπήρχαν άλλες δέκα γιά τήν ελληνική
γραμματική, πράγμα πού, προφανώς, σημαίνει ενα άνοιγμα πρός τήν ελ­
ληνική παιδεία σέ μιά σχολή πού, άς μήν ξεχνάμε, προοριζόταν κατά κύριο
λόγο γιά τήν εκπαίδευση τών μελλοντικών δικαστών καί κρατικών λει­
τουργών. Στον τομέα τής ρητορικής, ή άναλογία εΐναι ήδη 3 πρός 5 υπέρ
τής έλληνικής τέχνης τοΰ λόγου, καί ή έδρα τής φιλοσοφίας θά πρέπει έτσι
κι άλλιώς νά υπολογιστεί υπέρ τής έλληνικής πλευράς. Άκόμα καί έκεΐ
δπου ή σημασία τής λατινικής γλώσσας γινόταν αισθητή μέ τόν πιο δυ­
σάρεστο τρόπο, δηλαδή στις καθημερινές επαφές μέ τίς Αρχές, στό δι­
καστήριο κτλ., διαφαίνεται μιά διαδικασία έπανεξελληνισμοΰ, έ'στω καί
άν ή αύτοκρατορική νομοθεσία άργοΰσε νά άκολουθήσει τίς νέες τάσεις.
Άκόμα καί οί αύτοκράτορας πού δέν μάθαιναν άπό μικροί τά έλληνικά
εξαφανίζονται σύντομα άπό τή σκηνή. Τό έδαφος ήταν έτοιμο γιά μιά κρ-ατική συνείδηση πού άκόμα άποκαλοΰσε τόν εαυτό της ρωμαϊκή άλλά ήταν
έξελληνισμένη. Ή αύτοκρατορία έγινε «βυζαντινή» επειδή ή κατακτημένη Ελλάδα εΐχε γιά μιά άκόμα φορά νικήσει στό πνευματικό πεδίο καί
μποροΰσε πιά νά θεωρήσει τήν κρατική εξουσία καί τήν κρατική οργάνω­
ση, πού άρχικά τής ήταν τόσο ξένες, ώς δικές της, ώς ένα πλαίσιο μέ­
σα στό όποιο μποροΰσε κανείς νά σταδιοδρομήσει καί νά διαπρέψει, χω­
ρίς νά εΐναι πιά άνάγκη νά αφήνει τά κοινά στούς Λατίνους.

38

2. ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Έπειτα άπό αύτές τίς εισαγωγικές παρατηρήσεις, πρέπει νά μιλήσω γιά
τήν περιοδολόγηση τής βυζαντινής ιστορίας, οχι γιά νά άνακατευτώ στό
προσφιλές παιγνίδι τών μελετητών μέ αύτό τό πρόβλημα, άλλά γιά νά
έξηγήσω τί εννοώ δταν μιλάω γιά πρωτοβυζαντινή, μεσοβυζαντινή ή ύστεροβυζαντινή περίοδο. Τό πρώτο έρώτημα είναι πότε άρχίζει τό Βυζάντιο.
Πολλοί ύποστηρίζουν δτι άρχίζει μέ τόν/Μέγα Κωνσταντίνο/ γιά τήν ακρί­
βεια μέ τήν ίδρυση τής Κωνσταντινούπολης. Δεν χρειάζεται νά τονίσου­
με τήν τεράστια σημασία πού είχε αύτό τό γεγονός* άλλά καί- δέν πρέπει
νά παραβλέψουμε δτι χρειάστηκε άρκετός καιρός ώσπου ή νέα πόλη νά
γίνει τό κυβερνητικό κέντρο πού συντόνιζε τίς δυνάμεις τής αύτοκρατο­
ρίας. Συγκεκριμένα, δέν χρειάστηκαν λιγότερα άπό εβδομήντα χρόνια. Ό πωσδήποτε, δμως, οί συνέπειες τής ίδρυσης είναι τόσο βαρυσήμαντες, καί
ή Κωνσταντινούπολη κινήθηκε άπό τήν πρώτη κιόλας μέρα τόσο άποφασιστικά πρός τήν εκπλήρωση τοΰ προορισμοΰ της, ώστε ή χρονολογία τής
ίδρυσής της ταιριάζει πράγματι γιά νά σημαδέψει τήν άρχή τής βυζαντινής
ιστορίας. 5
κράτους από τόν Κωνστοςντίνο, μιά άπό τίς κύριες συνιστώσες τής βυζαντινής ζωής, ή χριστιανική
-θρησκεία,^απέκτησε τήν ελευθερία της. Ά λλά καί ή ιστορία τής θεολογίας
μάς προσφέρει παρόμοια επιχειρήματα: ή Νίκαια σημαδεύει σαφώς μιά
καμπή, τόσο σέ δ,τι άφορά τή σχέση τής εκκλησιαστικής πολιτικής μέ τή
θεολογία δσο καί άναφορικά μέ τή δημιουργία εκκλησιαστικών οργάνων.
Έδώ βρίσκονται τά πρώτα στοιχεία τής μεγάλης πατριαρχικής οργάνω­
σης. Ά λλά υπάρχουν καί άντίθετα επιχειρήματα: Γιά τήν πραγματική θεμελίωση τή^,πατριαρχικής οργάνωσην οί σύνοδοι τοΰ 381 καί τοΰ 451 εί­
ναι σημαντικότερες άπό δσο ή Νίκαια* μπορεΐ ή θεολογία τής Ά γιας Τριά­
δας νά γνώρισε στή Νίκαια τήν πρώτη κορύφωσή της άλλά είχε διαμορ­
φωθεί άπό καψό\2 2 μ*~αλοκλήρ&σή της ο^ίός^τήν εφερε μόνον ή οίκουμε.,χική σύνοδος τής Κωνσταντινούπολης τό 381, γιατί τότε καταδικάστηκε
. οριστικά ό αρειανισμός καί τό Ά γιο Πνεΰμα άνακηρύχτηκε τελεσίδικα
ομο,αύσιο-σκέλος τής Ά γιας Τριάδας. Άπό τή σκοπιά τής φιλολογικής
ιστορίας, πάλι, ό 4ος αιώνας δέν σημαίνει ουτε άρχή ουτε τέλος. Ά ν χρη39

*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

σιμοποιούσαμε ώς άποκλειστικό κριτήριο τήν ιστορία τής φιλολογίας, τότε
θά επρεπε νά ποΰμε δτι τό Βυζάντιο δέν άρχίζει πριν άπό τόν 6ο αιώνα.
Γιά τό άντίθετο δέν θά συνηγοροΰσε ουτε ή νέα χριστιανική φιλολογία,
γιατί ή παρουσία της είναι εξίσου αισθητή πριν άπό τόν 3ο αιώνα δσο
άργότερα. Ά ν στηριχτούμε στήν οικονομική ιστορία, χωρίς άμφιβολία ό
σόλιδος τοΰ αύτοκράτορα Κωνσταντίνου εΐναι γοητευτικός, άλλά τά ση­
μαντικά οικονομικά μέτρα, πού σφράγισαν γιά πολύ καιρό τό μέλλον, άνάγονται στόν αύτοκράτορα Διοκλητιανό, καί τό Ϊδιο ισχύει γιά τις σημαν­
τικές διοικητικές καινοτομίες. Σέ δ,τι άφορά τώρα τήν πολιτιστική ιστο­
ρία, τό κλείσιμο τής σχολής τής Αθήνας άπό τόν αύτοκράτορα Ιουστι­
νιανό Α' δέν σημαίνει, κατά τή γνώμη μου, πολλά πράγματα. Ά λλά τό
γεγονός δτι ό καλογερικός φανατισμός καί ή μισαλλοδοξία τοΰ πατριάρχη
τής Αίγύπτου παρέλυσαν, στό πρώτο μισό τοΰ 5ου αιώνα, αύτό πού ονο­
μάστηκε ((άνώτερη σχολή» τής Αλεξάνδρειας, σημαίνει μιά άπό τις βαθύ­
τερες τομές στήν πνευματική ιστορία. Πριν άπό τόν Ιουστινιανό δέν μπο­
ροΰμε νά ποΰμε δτι ή ίδια ή ειδωλολατρία εΐχε πεθάνει. Στόν καθαρά πο­
λιτικό τομέα, τό έτος 476 εΐναι καί γιά τήν άνατολική αύτοκρατορία ση­
μαδιακό. Σημαδιακή εΐναι χαί ή βασιλεία τοΰ αύτοκράτορα Θεοδοσίου Α\
τουλάχιστον άπό τήν άποψη δτι εδραιώνει ένα σύστημα πολιτικής ορθο­
δοξίας πού πριν άπό αύτόν δέν εΐχε επιδιωχτεί παρά μόνο δισταχτικά.
Τά έπιχειρήματα λοιπόν ύπέρ καί κατά τής μιάς ή τής άλλης χρονο­
λογίας εΐναι άνεξάντλητα καί θά μπορούσαμε νά συνεχίσουμε τήν άπαρίθμησή τους, άν άξιζε τόν-κόπο. Σέ δλα τά επίπεδα, τά δρια άνάμεσα στήν
άρχαιότητα καί τό Βυζάντιο εΐναι ρευστά, ή μετάβαση άπό τόν άρχαΐο
στόν βυζαντινό κόσμο βαθμιαία, καί κατά βάθος εΐναι άδιάφορο άν μιλά­
με γιά «ύστερη άρχαιότητα» ή γιά «πρωτοβυζαντινή περίοδο». Έδώ θά
δηλώσω μόνο τό εξής: θά χρησιμοποιώ, προτιμώντας μεροληπτικά ορι­
σμένα έπιχειρήματα καί οχι άλλα, τόν δρο «πρωτοβυζαντινός» ξεκινών­
τας άπό τήν ίδρυση τής Κωνσταντινούπολης. Καί προσθέτω μέ άπόλυτη
ειλικρίνεια: Ά ν κάποιος έχει νά προτείνει μιά καλύτερη λύση ή έστω άν
προτιμά μιά άλλη, έγώ δέν έχω καμιά, άντίρρηση, γιά τόν πολύ άπλό λό­
γο δτι υπάρχουν πολλοί τρόποι νά δει κανείς τό ζήτημα. Δέν μπορεΐ νά
γίνει λόγος γιά άπόδειξη, επειδή πρόκειται γιά μιά διαδικασία πού, δπως
κάθε ιστορική διαδικασία, δέν γνωρίζει καμιά χρονολογικά συγκεκριμένη
άφετηρία καί κανένα καθορισμένο τέρμα.
Μέ τήν εύκαιρία,. άς άναφερθοΰμε στό τέρμα αύτής τής πρώτης περιό­
δου: Ά ν εΐναι μιά μεταβατική έποχή, πού σέ μεγάλο βαθμό εξακολουθεί
νά καλύπτει τό χώρο τής παλιάς αύτοκρατορίας, τότε εΐναι ένδεδειγμένο,
40

ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣ ΤΟ ΡΙΑΣ

μέ τήν πρώτη ματιά, νά τοποθετήσουμε τό τέλος αύτής τής εποχής έκεΐ
δπου τό Βυζάντιο χάνει αύτή τή ζωτική εύρυχωρία του> έκεΐ δπου εδάφη
μέ καίρια οικονομική καί πολιτιστική σημασία πέφτουν οριστικά σέ ξένα
χέρια, δηλαδή μέ τήν έξάπλωση τών Αράβων, πού άρχίζει γύρω στό 630.
Μπορεΐ νά υποστηρίξει κανείς δτι, άπό πολιτική σκοπιά,, ή καταστροφή
τού μεγάλου περσικού κράτους άπό τούς άνατολικούς Ρωμαίους σημαίνει
τήν πραγματοποίηση ένός ονείρου πού τό εΐχαν δλοι οί Ρωμαίοι γιά αιώ­
νες. Ταυτόχρονα δμως σημαίνει τή δημιουργία ένός μεγάλου κενού στήν
άριστερή πτέρυγα τής αύτοκρατορίας, πού διευκόλυνε σημαντικά τις κα­
τακτήσεις τών Αράβων. Οικονομικά, ή αύτοκρατορία εΐναι τώρα άναγκασμένη νά άλλάξει όλότελα προσανατολισμό. Άρκεΐ νά θυμίσουμε τό
πρόβλημα τοΰ έπισιτισμοΰ τής πρωτεύουσας, πού ώς τότε τό έλυνε ή Α ί­
γυπτος, καθώς καί τήν άπώλεια μιας σημαντικής πηγής φόρων, τήν άποκοπή άπό βασικούς προμηθευτές πολύτιμων μετάλλων, τή δυσχέρανση τοΰ
διηπειρωτικού εμπορίου, ιδιαίτερα μέ τήν Ανατολή. Στόν πολιτιστικό
τομέα, ή Αλεξάνδρεια (ή τουλάχιστο τό εύρος τής πνευματικής προσφο­
ράς της) δέν άναπληρώθηκε ποτέ. Ά λλά στό εσωτερικό τής αύτοκρα­
τορίας τερματίζεται ή έποχή τών άρχαϊζόντων λογιών καί εκείνης τής άμφίθυμης στάσης άπέναντι στήν κλασική άρχαιότητα πού, λίγο καιρό πιό
πριν, ενσάρκωνε ενας Άγαθίας ή Ινας Παΰλος Σιλεντιάριος. Ή^μεγάλη
πνοή τής πραγματιστικής ιστοριογραφίας·τελειώ^~μΓτον Προκόπιο ή.
τ0"Ίχργότερο, μέ τόν Θεοφύλακτο Σιμοκάττγ). Τά λατινικά εξαφανίζον­
ται άπό τά εκπαιδευτικά ιδρύματα καί στήν καινούρια άξιολόγηση..τής ελ­
ληνικής γλώσσας εκδηλώνεται ή συμφιλίωση άνάμεσα στή ρωμαϊκή αρχήν καί τήν έλληνική παιδεία. Στήν εκκλησιαστική πολιτική, ή πτώχευ­
ση φέρνει καί μιά άπλοποίηση. Ή σύγκρουση μέ τήν ισχυρή Εκκλησία
τών Μονοφυσιτών παύει νά εΐναι επίκαιρη, άφοΰ οί Μονοφυσίτες εΐναι πιά
μακριά καί γιά μεγάλο χρονικό διάστημα καταδικασμένοι στή σιωπή.
Φυσικά, υπάρχει μιά ολόκληρη σειρά άπό άντεπιχειρήματα: Μήπως:
άραγε ό Ιουστινιανός δέν ταιριάζει καλύτερα γιά νά σημαδέψει τό τέλος
τής πρωτοβυζαντινής περιόδου; Μήπως πολύ πριν άπό τούς Άραβες στά
νότια δέν ήρθαν οί Σλάβοι στά βόρεια; Μήπως δέν εΐναι ό Ιουστινιανός
έκεΐνος πού, σέ μεγάλο βαθμό, άκυρώνει τό διοικητικό σύστημα, τοΰ Διοκλητιανοΰ; Κτλ. κτλ. Ά λλά παρ’ δλ’ αύτά μοΰ φαίνεται δτι ύπάρχει μιά.
σύγκλιση πρός τήν έποχή τοΰ αύτοκράτορα Ηρακλείου. Καί σ5 αύτό έπί­
σης τό σημείο πρέπει νά πάρω μιά άπόφαση καί προτιμώ, μέ κάθε επι­
φύλαξη, νά διαλέξω τά χρόνια γύρω στό 630.
Γιά τό τέλος,χ&ς~ιψ»εσ&&υζαντι^^
τό ετός 1204 φαίνεται
41

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

■:μιά λογική καί γενικά παραδεκτή χρονολογία. Ά ν δμως χρησιμοποιώ
•επανειλημμένα τήν έκφραση «πρωτομεσοβυζαντινός», τό κάνω έπειδή νο­
μίζω δτι αύτή ή «μεσοβυζαντινή» περίοδος δέν εΐναι τόσο ενιαία δσο ή
πρωτοβυζαντινή. Ό καθένας αντιλαμβάνεται εύκολα δτι ό 12ος αιώνας
■έχει όλότελα διαφορετικό χαρακτήρα άπό δ,τι ό 8ος* άλλά ο 11ος δέν δια­
φέρει λιγότερο άπό τόν 8ο καί τόν 9ο. Στούς δύο τελευταίους αιώνες τής
«μεσοβυζαντινής» περιόδου δέν υπάρχουν πιά έκεΐνοι οί γενναίοι πολεμι­
στές πού τόσο δυναμικά εμφανίζονται στό προσκήνιο τής ιστορίας άπό
τόν 7ο ώς τόν 9ο αιώνα, έκεΐνοι οί ήρωες τής άντίστασης έναντίον τών
Αράβων, οί δυνατοί τοπάρχες στις έπαρχίες, πού έπανειλημμένα έπιβάλλουν τή' θέλησή τους καί στήν πρωτεύουσα καί εισάγουν στή βυζαν­
τινή ιστορία ένα στοιχείο αύθόρμητου άντιαπολυταρχισμού. Τό εύμετάβολο τοΰ αύτοκρατορικοΰ άξιώματος καί μαζί του ή άβεβαιότητα τών
άνώτερων τάξεων εΐναι άκόμα τόσο μεγάλα, ώστε ή αύτοκρατορική αύλή
εΐναι άναγκασμένη νά τά άνεχτεΐ. Πίσω άπό αύτό τό φαινόμενο βρίσκον­
ται οί μεγάλοι άγώνες στά σύνορα τής αύτοκρατορίας, ή σχεδόν έτήσια
έναλλαγή χτυπήματος καί άντιχτυπήματος, πού άπαιτοΰν τή συγκέντρωση
τών στρατιωτικών δυνάμεων καί σέ άλλους τομείς τής διοίκησης. Δέν
πρόκειται άκόμα γιά έκείνους τούς έρασιτεχνικούς, τυχαίους πολέμους τοΰ
11ου αιώνα. Μετά τό κενό πού δημιουργήθηκε στό δεύτερο μισό τοΰ 7ου
αιώνα, οί πνευματικές δυνάμεις άρχίζουν καί αύτές νά άνασυντάσσονται
βαθμιαία, ένώ ό 11ος καί ό 12ος αιώνας έχουν ξανά τήν πολυτέλεια νά
κάνουν έπίδειξη καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας, κάτι πού προϋποθέτει δτι ό
καλλιτέχνης έχει έμπεδώσει καί θεωρεί αύτονόητες ορισμένες άξιες, Δέν
θά έξετάσω ουτε έδώ άν οί λόγοι πού άνέφερα γιά τή διάκριση τών δύο
ύποπεριόδων μποροΰν νά θεωρηθοΰν έπαρκεΐς. Λέγοντας, πάντως, «πρώ­
το μεσο βυζαντινή περίοδος» έννοώ τό διάστημα άπό τήν έξόρμηση τών
Αράβων ώς τό τέλος τής βασιλείας τοΰ αύτοκράτορα Βασιλείου Β' (1025).
Τό τέρμα τής «υστεροβυζαντινής» περιόδου άναγνωρίζεται άπό δλους
καί δέν χρειάζεται συζήτηση γιά τίς χρονολογίες 1453, 1460 καί 1461
.{Μιστράς καί Τραπεζούντα).,

42

II. ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Εΐναι μεγάλος ό πειρασμός νά αντιμετωπίζει κανείς τά πολιτειακά ζητή­
ματα, καί έπομένως τά ζητήματα τά σχετικά μέ τούς κανόνες πού διέπουν τή λειτουργία ένός κράτους, οχι ώς νομικά ζητήματα άλλά ώς ζη­
τήματα συγκερασμοΰ διαφόρων δυνάμεων πού άπό μόνες τους εΐναι σέ
θέση νά καθορίζουν τή ζωή καί τό ρυθμό μιάς κοινωνίας. Ό πειρασμός
αύτός δέν εΐναι καινούριος.’Ήδη τό 1862 ό Εθΐ*(ϋηδΐη(1 Εαδδ&ΙΙθ διατύπω­
σε άπερίφραστα μιά τέτοια άποψη: Θεώρησε δτι οί πάγιοι κανόνες πού
διέπουν τή λειτουργία ένός κράτους εΐναι ή συνισταμένη τεσσάρων δυνά­
μεων: τής στρατιωτικής δύναμης, πού τήν ενσαρκώνει ό στρατός καί ή
ήγεσία του, τής κοινωνικής δύναμης τών μεγαλογαιοκτημόνων, της οικο­
νομικής δύναμης τής μεγάλης βιομηχανίας καί τοΰ μεγάλου κεφαλαίου
χαί, τέλος, τής πνευματικής δύναμης, πού έκφράζεται στήν κοινή συνεί­
δηση καί στήν παιδεία. Αύτές εΐναι, σύμφωνα μέ τόν Ε&88&11θ, οί δυνά­
μεις πού καθορίζουν στήν πραγματικότητα τούς κανόνες τής κοινωνικής
ζωής ένος κράτους καί άποτελοΰν τό πραγματικό σύνταγμα, ένώ αύτό πού
άποκαλεΐται σύνταγμα, δηλαδή τό νομικό καθεστώς, δέν εΐναι παρά ενα
χαρτί.1
Φυσικά, ή εικόνα πού περιγράφει έδώ ό Εαδδαΐΐβ άναφέρεται ειδικά στις
συνθήκες πού έπικρατοΰσαν στήν Πρωσία τής έποχής του, καί, έκτος άπό
αύτό, ή θέση του δτι ό παράγοντας «παιδεία καί κοινή γνώμη» άποτελεΐ
άνεξάρτητη δύναμη πλάι στούς γαιοκτήμονες καί τούς στρατηγούς κλο­
νίζει κάπως τήν πειστικότητα τής δλης άντίληψής του. Ώστόσο, ό πει­
ρασμός γιά τόν όποιο μιλήσαμε έξακολουθεΐ νά ύπάρχει, ιδιαίτερα γιά
κράτη δπως τό Βυζάντιο, δπου ενα νομοθετημένο σύνταγμα δέν μπορεΐ
νά θεωρηθεί ουτε κάν σκέτο χαρτί, άφοΰ δέν χαράχτηκε ποτέ σέ περ­
γαμηνή.
Παραμένει τό έρώτημα άν, στήν περίπτωση τοΰ Βυζαντίου, μπορεΐ νά
άποδειχτεΐ δτι ό συνδυασμός τών παραπάνω δυνάμεων ή τών βυζαντινών
παραλλαγών τους δέν άρκεΐ γιά νά έξηγήσει τή συνταγματική ζωή· άν
δηλαδή μπορεΐ νά αποδειχτεί δτι, πέρα άπό αύτές τίς δυνάμεις, ύπάρχει
μιά «έστω περιορισμένη άλλά ξεχωριστή, κινησιουργός δύναμη πού τα45

ΚΡΑΤΟ Σ Κ Α Ι ΣΤΝΤΑΓΜ Α

τακτοποιεί τήν κρατική ζωή» (Κ. Ηβδδβ). Αύτό τό έρώτημα δέν προϋπο­
θέτει καθόλου δτι μπορεΐ νά γίνει σαφής διαχωρισμός άνάμεσα στούς κα­
νόνες τής κοινωνικής ζωής καί τή συνταγματική πραγματικότητα. Ά λλά
έχει νόημα μόνον άν θωρακιστούμε προκαταβολικά άπέναντι σέ ενα συμ­
πέρασμα πού θά ήταν καθαρή ταυτολογία: τό νά εξομοιώσουμε τήν ιδεο­
λογία πού δημιούργησαν ορισμένες δυνάμεις, γιάνά νομιμοποιήσουν τή θέ­
ση τους στό κράτος, μέ τούς συνταγματικούς κανόνες. Πρέπει λοιπόν νά
άναζητήσουμε κανόνες πού νά μήν άντανακλοΰν καί νά μή δικαιώνουν
άπλώς τις υφιστάμενες συνθήκες, άλλά ταυτόχρονα νά έπιβάλλουν ορισμέ­
νες υποχρεώσεις, έπειδή εκφράζουν τήν συνειδητοποίηση τής άναγκαιότητας νά υπάρχει ενας θεσμοποιημένος φραγμός στήν αύθαιρεσία, νά υπάρ­
χει μιά τάξη πραγμάτων νομιμοποιημένη ώς πρός τό παρόν καί τό μέλ­
λον άλλά γεννημένη άπό τις έμπειρίες τού παρελθόντος. Ειδικότερα, οί
συνταγματικοί κανόνες πρέπει νά δημιουργούν κρατική ένότητα, νά δίνουν
τή δυνατότητα ενοποίησης τοΰ κρατικού οργανισμού καί ένσωμάτωσης
σ’ αύτόν τόν οργανισμό. Σ’ αύτό πρέπει νά προστεθεί τό συγκεκριμένο κα­
θήκον τής συγκρότησης μιας άποτελεσματικής κρατικής εξουσίας. Σέ δύ­
σκολες περιπτώσεις, έκεΐ π.χ. δπου, δπως στό Βυζάντιο, δέν υπάρχει γρα­
πτό σύνταγμα, δέν θά κατορθώσουμε νά έξακριβώσουμε αύτούς τούς κα­
νόνες, άν δέν άποκτήσουμε σαφή άντίληψη γιά τις λεγάμενες συνταγμα­
τικές προϋποθέσεις, πού μάς πληροφορούν γιά τό περιεχόμενο τών κα­
νόνων καί γιά τις υποχρεώσεις πού αύτοί θεσπίζουν. Άκόμα καί στήν
«κλασική» περίπτωση, δταν ένα σύνταγμα δημιουργεΐται άπό μιά συντα­
κτική συνέλευση, είναι σημαντικό τό έρώτημα ποιες δυνάμεις βρίσκονται
πίσω άπό αύτή τή συνέλευση, ποιος δηλαδή «συντάσσει» τή συντακτική.
Είναι τό ζήτημα τής ένορχηστρωμένης θέλησης μιας ισχυρής ομάδας, πού
έμφορεΐται άπό τή διάθεση νά θεσπίσει ορισμένους κανόνες στό κράτος
(Η. Κγπ^θγ).
Γιά νά κατανοήσουμε τή συνταγματική ζωή τοΰ Βυζαντίου, ξεκινών­
τας άπό τέτοιες προϋποθέσεις, πρέπει νά γυρίσουμε πίσω ώς τήν άρχή
τών .ρωμαϊκών αύτοκρατορικών χρόνων, οχι έπειδή δεχόμαστε προκατα­
βολικά δτι ή βυζαντινή αύτοκρατορία συνεχίζει άμεσα τήν αύτοκρατορία
τοΰ Αύγούστου, άλλά έπειδή ή σύγκριση μέ τήν αύγούστεια περίοδο θά
φανερώσει καθαρά τή θέληση γιά θέσπιση κανόνων, πού κρύβεται πίσω
άπό τό άτυπο βυζαντινό σύνταγμα.

46

1. ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

Τό ρωμαϊκό αύτοκρατορικό πολίτευμα οφείλει σέ σημαντικό βαθμό τή γέν­
νησή του στήν έπιθυμία τού λαοΰ νά σώσει τή Γθδ ρηΜίοα άπό τί<: κοινω­
νικές άναστατώσεις καί τίς ολέθριες συνέπειες τώ ν εμ φύλιω ν πολέμων 7 μέ
μέτρα πού ξεπερνοΰσαν τά δρια τοΰ δημοκρατικού πολιτεύματος, γιατί οί
δυνατότητες πού πρόσφερε αύτό τό πολίτευμα είχαν αποδειχτεί· άνεπαρκεΐς. Οί Ρωμαίοι δέν περίμεναν πιά νά σωθεί τό κράτος χάρη στή λει­
τουργία μιάς πλειάδας δημοκρατικών αρχόντων άλλά χάρη σέ ένα μεμο­
νωμένο πρόσωπο. ’Ήδη ό Κικέρων προδίδει τήν έπιθυμία του (πού δέν
ήταν μόνο δική του άλλά καί τής τάξης του) γιά έναν τέτοιο σωτήρα, έπικαλούμενος έν μέρει τόν Παναίτιο καί, μαζί του, τήν ελληνιστική φιλοσο­
φία αύτών τών κύκλων γιά τό κράτος. Τό ιδανικό του εΐναι ό ΓθβίοΓ ή
ΓΠθ(1θΓαίθΓ Γβΐ ρπΜίοαβ, πού χάρη στις πνευματικές καί ήθικές ίδιότητές του εΐναι σέ θέση νά κυβερνά τό κράτος άκόμα καί χωρίς τυπική εξου­
σία, (ροίβδί&δ), μόνο μέ τό κύρος του (αποίοπίαδ) —ένα κύρος πού, γιά
τόν Κικέρωνα, θά πρέπει νά συμβάδιζε ήδη μέ ένα είδος χαρισματικούχαρακτήρα. Αύτό τό κύρος προφυλάσσεται άπό τήν κατάχρηση χάρη, σέ
ένα έξίσου άναγκαΐο πλέγμα άπό ((ΥΐΓίπΙθδ)) (άρετές). Οί συλλογισμοί.τοΰ
Κικέρωνα δέν εΐναι άφηρημένοι* έκφράζουν μάλλον τήν πεποίθησή του δτι
μόνο μέ τή βοήθεια ένός τέτοιου πιο(Ιθγ&Ιογ μπορεΐ νά σωθεί τό ρωμαϊκό
κράτος. Τό άν ό Αύγουστος στηρίχτηκε στούς συλλογισμούς αύτούς το&·
Κικέρωνα εΐναι άμφισβητήσιμο, άλλά καί άδιάφορο άπό τή δική μας σκο­
πιά, γιατί αύτό πού διατύπωσε ό Κικέρων συνόψιζε μιά έστω άκαθόριστη διάθεση τής έποχής του: ύπήρχε διάχυτη στήν άτμόσφαιρα ή ιδέα δτι..
μόνον ένας «νίΓ ορΐΐπιιΐδ» μέ ιδιαίτερα άναπτυγμένη συνείδηση τής ύψηλής αποστολής του καί προικισμένος μέ τή θεία χάρη —ένας ((θείος άνήρ»,
δπως έλεγαν στήν Ανατολή— μποροΰσε νά βγάλει τό κράτος άπό τό άδιέξοδο. Έπομένως, ή λύση πού προτείνει ό Κικέρων δέν εΐναι ούσιαστικά
ό (ϋοΐ&ΐοΓ τής πρώιμης ρωμαϊκής περιόδου άλλά ό χαρισματικός πολι­
τικός. 'Υπήρχαν δμως άπό παλιά στή ρωμαϊκή κοινωνία μορφές πού μπο­
ροΰσαν νά γίνουν τά σπέρματα μιάς τέτοιας έξέλιξης. 'Η κυριότερη άπό
αύτές τίς κοινωνικές μορφές ήταν ή πελατεία στά πλαίσια τής όποίας ά>
47

ΚΡΑΤΟ Σ Κ Α Ι ΣΥΝ ΤΑΓΜ Α

-προστάτης (πάτρων, ραίΓοηιΐδ) επαιζε ενα ρόλο πού, στήν ιδανική περί­
πτωση, άνταποκρινόταν περίπου στις απαιτήσεις τοΰ Κικέρωνα άπό εναν
πιοάθΓειΙοΓ. Σχεδόν δλες οί μελλοντικές μορφές τοΰ μοναρχικοΰ πολιτεύ­
ματος περιέχονται σπερματικά στήν πατρωνεία. Ό πάτρωνας δίνει, βοη­
θάει καί εύνοεΐ, καί προσδοκά ώς άνταπόδοση τή συμπαράσταση τών εύνοουμένων στόν Ϊδιο καί στά συμφέροντά του. Έχουμε δηλαδή ενα οίίίοίιιπι πού παρέχεται ώς άνταπόδοση γιά ένα 1>θηθίίοπιπι, ή, δπως θά λέ­
γαμε στά έλληνικά, εΰνοια άπέναντι στόν εύεργέτη. "Ενα τέτοιο πελατεια­
κό σύστημα μποροΰσε νά λειτουργεί σέ περιορισμένο χώρο, άλλά οσο με­
γαλύτερα περιθώρια άποκτοΰσαν.οί πολιτικοί τολμητίες μέ τήν έπέκταση
-τών συνόρων τής αύτοκρατορίας, ή (άν τό δοΰμε άπό άλλη πλευρά) δσο
-επετακτεκάτερη γινόταν ή άνάγκη νά άναλάβει τά ήνία τοΰ κράτους ενας
ισχυρός άνδρας, τόσο γρηγορότερα άναπτυσσόταν αύτό τό σύστημα σέ μιά
οργάνωση πού ξεπερνοΰσε πολύ τά δρια τής πόλης. Διάφορα πελατειακά
συστήματα συγκροτούν, γιά λόγους σκοπιμότητας, ενα συνασπισμό, καί
Ινας άρχηγός μπορεΐ άπό ριιηοθρδ ίη οίνίΐαίβ νά γίνει ρπηοβρδ οίνίί&Ιίδ, άκόμα καί άν δέν έχει καμιά δικαιοδοσία μέ αύτή τήν ιδιότητα.
Οί μεγάλοι πάτρωνες διατηρούν σωματοφυλακές καί ιδιωτικούς στρα­
τούς, καί δσο περισσότερο τά ρωμαϊκά στρατεύματα χρησιμοποιούνται,
στις περιόδους τής άναταραχής, γιά τούς κομματικούς σκοπούς τών ηγε­
τών τους, τόσο γρηγορότερα άναπτύσσεται καί στό στρατό ή σχέση προ­
στάτη πελάτη. Αύτή τή διείσδυση τοΰ πελατειακοΰ συστήματος στή στρα­
τιωτική οργάνωση πρέπει νά τή θεωρήσουμε ώς ενα άπό τά κύρια στη­
ρίγματα τής μελλοντικής μοναρχίας. Σ5 αύτό πρέπει νά προστεθεί τό γε-γονος δτι άκόμα καί στή σύγκλητο ενας συγκλητικός μποροΰσε, μερικές
φορές, νά υπολογίζει στή βοήθεια τών ρ&ίΓβδ οοηδοπρίί, δπως άκριβώς
ενας πάτρωνας στή βοήθεια τών πελατών του.
Έτσι, ή προθυμία τών Ρωμαίων νά παραιτηθούν, έν μέρει, άπό τις κα­
θιερωμένες μορφές πολιτειακής οργάνωσης γιά νά σώσουν τή δημοκρα­
τία συναντήθηκε μέ τόν άνδρα πού ήξερε νά πείσει τή μάζα δτι είναι ό ήγεμόνας (ρπηοβρδ) πού μπορεΐ νά εξασφαλίσει τή σωτηρία της, τή δια­
τήρηση τής έλευθερίας της καί τήν κοινωνική γαλήνη. Αποφάσισαν λοιπόν
νά τόν άποδεχτοΰν ώς ρπηοβρδ καί έδωσαν στό νέο καθεστώς δημοκρατι­
κή μορφή, άνανεώνοντας συνεχώς ή έπεκτείνοντας έφ5δρου ζωής τή μετα­
βίβαση δημοκρατικών άξιωμάτων, ιδιαίτερα τής εξουσίας τοΰ δημάρχου
καί τής άνθυπατικής εξουσίας (ίηιρβΗΐιηι ρΐΌΟοηδηΙ&Γβ ιη&ίιΐδ).
Δέν πείστηκαν δλοι οί Ρωμαίοι οΰτε δλοι οί "Ελληνες άπό τήν εικόνα
πού ήθελε νά δώσει ό Αύγουστος γιά τή σχέση τής αιιοΐοπί&δ μέ τήν ρο48

ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

Ιβδί&δ στό πρόσωπό του. Οί διορατικοί έβλεπαν δτι οί άρχικές άντιλήψεις γιά ενα είδος ριΐηοβρδ οΐνίΙ&Ιίδ δέν θά αργούσαν νά ξεπεραστοΰν
στήν πράξη, δτι ούσιαστικά ερχόταν ή μοναρχία. Άλλά οί τύποι διατη­
ρούνταν άρχικά καί τό προηγούμενο καθεστώς μποροΰσε, θεωρητικά, νά
άποκατασταθεΐ όποιαδήποτε στιγμή. Καί, εκτός άπό αύτά, ό ρωμαϊκός
λαός ειχε κουραστεί.
Τό τί ειχε γίνει έδώ μέ τή λαϊκή συναίνεση τό περιγράφει ό \Υ. ΚυηΙίβΐ: «Ό Αΰγουστος άποκατέστησε πανηγυρικά τή δημοκρατική τάξη* πού
ειχε κλονιστεί άπό τίς ταραχές τοΰ τελευταίου προχριστιανικοΰ αιώνα,
άλλά τό έκανε αύτό μέ μιά σειρά δρους πού, δσο ομορφοι καί άνώδυνοι
καί άν έδειχναν, στήν πραγματικότητα είχαν ώς συνέπεια δτι αύτός καί
οί διάδοχοί του πήραν στά χέρια τους, σχεδόν χωρίς κανέναν περιορισμό,
τίς τύχες τοΰ κράτους καί τής αύτοκρατορίας. Στήν πραγματικότητα, λοι­
πόν, ή άποκατάσταση τής δημοκρατίας σημαίνει τήν έγκαθίδρυση μιάς
νέας μοναρχικής εξουσίας, μόνο πού ή εξουσία αύτή δέν εΐναι κατοχυρω­
μένη συνταγματικά, άλλά υπάρχει πλάι στό σύνταγμα». Μέ άλλα λόγια:
Ή σύγκλητος καί ό λαός ήθελαν, μέ τή συναίνεσή τους, τή σωτηρία τής
Γθδ ριιΜίοα, τών ελευθεριών τους καί τής εύημερίας τους χάρη σέ έναν
άνδρα άπό τόν όποιο είχαν υψηλές προσδοκίες καί έξίσου υψηλές ήθικές
άπαιτήσεις —άλλά ό Αυγουστος ήθελε τή μοναρχία. Ή φρονιμάδα του νά
τοποθετήσει αύτή τήν εξουσία πλάι στό δημοκρατικό σύνταγμα, πού δέν
καταργήθηκε νομικά, τοΰ εξασφάλισε τή λαϊκή συναίνεση καί εμπιστοσύ­
νη, άπό τήν άλλη μεριά δμως ειχε συνέπεια δτι ή ήγεμονία του ήταν σέ
τελευταία άνάλυση άβέβαιη, γιατί μποροΰσε νά άνακληθεΐ. 'Η ήγεμο­
νία επαμφοτερίζει άπό τήν Ϊδια της τή φύση. Έτσι, ή ήγεμονία εΐναι, άρ­
χικά, άποτέλεσμα τής προθυμίας τοΰ λαοΰ νά έγκαθιδρύσει πλάι στήν πα­
λιά δημοκρατική τάξη πραγμάτων μιά «ένισχυτική καί συμπληρωματική
διαχειριστική έξουσία» (\ν. Κιιηΐίθΐ), έναν άνδρα προικισμένο μέ πολιτι­
κή ιδιοφυία, μέ άσυνήθιστα υλικά μέσα, άλλά καί μέ τήν ιδιαίτερη εύλογία τών θεών.
Ά λλά άπό τή στιγμιαία αύτή άπόφαση δημιουργήθηκε μιά μόνιμη κα­
τάσταση. Ό ϊδιος ό Αυγουστος έκανε τά πάντα γιά νά κληροδοτήσει τήν
ήγεμονία στήν οίκογένειά του καί μποροΰσε μάλιστα νά στηρίξει αύτή του
τήν προσπάθεια στή γενική άρχή πού ήθελε τήν πατρωνεία νά μεταβι­
βάζεται κληρονομικά μέσα στήν οικογένεια. Άλλωστε, ή άδιαφορία τοΰ
λαοΰ καί τής συγκλήτου εΐχε συνέπεια δτι τό χάρισμα τοΰ ορίΐπιιΐδ νπ*
δέν έπρεπε πρώτα νά άποδειχτεΐ, γιατί οί Ρωμαίοι υπέθεταν (άν βέβαια
άπασχολοΰσαν άκόμα τό μυαλό τους μέ αύτό τό έρώτημα) δτι θά έρχό49

ΚΡΑΤΟΣ Κ Α Ι ΣΥΝΤΑΓΜ Α

ταν άπό μόνο του χάρη στις δημοκρατικές μορφές μεταβίβασης. Ωστό­
σο αύτές οί μορφές μεταβίβασης εκφυλίστηκαν πριν περάσει πολύς και­
ρός, ή δύναμη μετατοπίστηκε άπό τή Ρώμη στις μεγάλες στρατιές πού
πολεμούσαν συνεχώς στά σύνορα μέ τούς βαρβάρους. Άπό ενα είδος συγ­
κλητικής αύτοκρατορίας δημιουργήθηκε μιά στρατιωτική αύτοκρατορία.
Ή άπλή συναίνεση καί ή άνοχή γίνονται οί κύριοι παράγοντες στούς
οποίους μπορεΐ νά στηριχτεί ό ήγεμόνας, εκτός άπό τό στρατό. Φαινομε­
νικά, εχει γίνει πιό άνεξάρτητος άπέναντι στούς παλιούς συνταγματικούς
κανόνες τής δημοκρατίας. Ανταλλάσσει δμως αύτή τήν άνεξαρτησία μέ
τήν εξάρτησή του άπό μιά επισφαλή οοηοοΓάία ιηίΐίίππι. Ή άνασφάλεια
γίνεται πιό φανερή. Καί, δταν έξετάζουμε τήν πραγματική ιστορία τής
μοναρχίας, θυμόμαστε τά λόγια τοΰ Τ1ιβθ(1θΓ Μοπιιηδβη: «Ή λαϊκή θέ­
ληση υψώνει τόν ήγεμόνα δταν καί δπως θέλει καί τόν γκρεμίζει δταν καί
δπως θέλει. Ή ρωμαϊκή ήγεμονία είναι μιά αύταρχία πού τή μετριάζει ή
νόμιμα συνεχής επανάσταση».2 Έχοντας δλο καί λιγότερα ερείσματα στή
ρωμαϊκή κοινωνία, ύποφέροντας δλο καί περισσότερο άπό τήν αύθαιρεσία
άντιμαχόμενων στρατιών, οί αύτοκράτορες εΐναι άναγκασμένοι νά προ­
σπαθήσουν νά κατοχυρώσουν άποτελεσματικότερα τή νομιμότητά τους.
Στό σύνταγμα δέν μποροΰν νά βροΰν αύτή τήν κατοχύρωση, άλλά φαίνε­
ται δτι άκριβώς γι5 αύτόν τό λόγο ή θεοποίηση μποροΰσε νά προσφέρει
μιά λύση. Στήν ΐδια τή Ρώμη ό λαός τιμοΰσε άρχικά, σύμφωνα μέ τις
παλιές ρωμαϊκές άντιλήψεις, τό δαιμόνιο (§ΘΠ1Π8 ) τοΰ αύτοκράτορα, εΐτε
θεωροΰσε αύτό τό πνεΰμα ώς άγαθοδαίμονα είτε ώς εντελέχεια τοΰ συνό­
λου τών προσόντων τοΰ αύτοκράτορα. Ή οοηδθΟΓαίΐο, ή άποθέωση, πού
μιά πρώιμη περίπτωσή της ήταν ή άνακήρυξη τοΰ νεκροΰ Καίσαρα σέ
(Ιίνιΐδ Ιπΐίιΐδ, εΐναι άρχικά μιά επίσημη κρατική πράξη, πού μπορεΐ νά
γίνει μόνο μετά τό θάνατο τοΰ αύτοκράτορα, άν βέβαια μιά (ίαπιηαίίο
(καταδίκη, άποδοκιμασία) δέν έκφράσει τήν άρνητική άποτίμηση τοΰ νε­
κροΰ ήγεμόνα. Περισσότερα δέν εΐχε νά προσφέρει ή Ρώμη, στήν άρχή.
Άλλά ή άντιμετώπιση τοΰ ήγεμόνα Αύγούστου στά άνατολικά εδάφη τής
αύτοκρατορίας ήταν διαφορετική. ’Ήδη οί Ρωμαίοι «άπελευθερωτές» άπό
τή μακεδονική κυριαρχία εΐχαν περιβληθεΐ άπό τούς "Ελληνες μέ θείες τι­
μές* ό Ιούλιος Καΐσαρ λατρευόταν στήν Ανατολή ώς «θεός έπιφανής»
(επιφάνεια, δηλαδή εμφάνιση τοΰ Θεοΰ) ή άκόμα καί ώς «θεός» γενι­
κά, καί δοξαζόταν δπως οί μονάρχες τής ελληνιστικής εποχής* στόν ίδιο
τόν Αύγουστο, κατά τή διάρκεια τής παραμονής του στήν Ανατολή, επι­
δαψιλεύονταν κάθε τόσο θείες τιμές. Χωρίς άμφιβολία ό Αύγουστος θεώ­
ρησε δτι αύτή ή θεοποίηση ήταν ενα κατάλληλο μέσο γιά νά δέσει τις άνα50

ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΠΡΟΤΤΠΟ

τολικές επαρχίες μέ τό πρόσωπό του καί μέ τό καθεστώς του. Έπειδή στις
περιόδους τής στρατιωτικής αύτοκρατορίας ή διατήρηση τής ήγεμονίας σέ
μιά οικογένεια γινόταν δλο καί περισσότερο χιμαιρική, ή θεοποίηση άπέκτησε, προφανώς, καινούρια σημασία. Στό μεταξύ, ή δλο καί μεγαλύτε­
ρη διείσδυση άνατολικών λατρευτικών καί θρησκευτικών άντιλήψεων στον
ρωμαϊκό κόσμο είχε τόν άντίχτυπό της καί στις μάζες. Έτσι, ή μεταρσίωση τής προσωπικότητας τοΰ αύτοκράτορα μποροΰσε τώρα νά παρου­
σιαστεί καί στούς Ρωμαίους ώς κάτι άν οχι εύπρόσδεκτο, πάντως λογικό,
άφοΰ άλλωστε ή άντίληψη γιά τόν ορίίηιυδ νίΓ ειχε ήδη ενα στοιχείο
ιδιαίτερης θείας εύνοιας. Έκτος άπό αύτό, ή θεοποίηση μποροΰσε νά* γί­
νει ενας παράγοντας πού προωθοΰσε τήν ένότητα τής αύτοκρατορίας, στό
βαθμό πού οί θυσίες στό είδωλο τοΰ αύτοκράτορα ήταν μιά έπίσημη καί,
θά λέγαμε, σχεδόν ή μόνη συγκεκριμένη άναγνώριση αύτής τής ένότητας.
Ή ιδεολογία γίνεται συνεπίκουρος τών ένοποιητικών καθηκόντων τοΰ
συντάγματος.

51

(3

2. ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΘΕΣΜΙΑ

Παρά τίς γεωγραφικές άνακατατάξεις, τίς εθνικές μετατοπίσεις καί τίς
πολιτιστικές μεταβολές, οί προϋποθέσεις πού κρύβονται πίσω άπό τή συν­
ταγματική ζωή τής ρωμαϊκής αύτοκρατορικής περιόδου, διατηρούνται,
κάπως τροποποιημένες, καί στό Βυζάντιο καί μποροΰν νά μάς δώσουν
πληροφορίες γιά τό κανονιστικό περιεχόμενο τοΰ βυζαντινοΰ συντάγμα­
τος. Ή βυζαντινή, αύτοκρατορία θεωρεί, δικαίως, δτΐ—εΓ^αι ή νόμιμη _
συνέγεια τής ρωμαϊκής, ιυιόνο μέ κάπως διαφορετικά μέσα. Σ5 αύτό τό
κράτος ή άντίληψη γιά τή ρωμαϊκή Γθ8 ριιΜίοδί, τήν «πολιτεία τών Ρω­
μαίων», παραμένει αλώβητη καί, προπαντός σέ κρίσιμες στιγμές, ή ιδέα
αύτή παρουσιάζεται ώς βάση τοΰ συντάγματος, ώς δικαίωση δλων τών
κανόνων πού απορρέουν άπό αύτό. Εΐναι σημαντικό δτι μιά κρίσιμη κα­
τάσταση παίζει ιδιαίτερο ρόλο γιά τήν άναβάπτιση στις πηγές τοΰ Βυ­
ζαντίου. Αύτό σχετίζεται μέ τό δτι δέν υπάρχει γραπτό σύνταγμα, δτι οί
θεωρητικές πραγματείες γύρω άπό τό βυζαντινό κράτος εΐναι σπάνιες καί
δτι σέ «κανονικές» συνθήκες μιά κάποια μεσογειακή ολιγωρία δέν πρόσφερε πολλά κεντρίσματα γιά νά προβληματιστεί κανείς γιά τίς συνταγ­
ματικές προϋποθέσεις καί τά συνταγματικά θέσμια. Ά ν λοιπόν ή γραπτή
διατύπωση σκέψεων γύρω άπό αύτά τά προβλήματα δέν εΐναι συχνή, αύ­
τό δέν σημαίνει καθόλου δτι, δποτε εχουμε τέτοιες διατυπώσεις, πρέπει
νά τίς θεωροΰμε έκφραση μιάς στιγμιαίας εμπνευσης καί δτι, συνεπώς,
μποροΰμε νά τίς άντιπαρερχόμαστε όταν συστηματοποιοΰμε τή βυζαντινή
συνταγματική ζωή. Ό τρόπος πού οί συγγραφείς άναπτύσσουν τό θέμα
τους προδίδει σχεδόν πάντα δτι, χωρίς νά βασανίζουν ιδιαίτερα τό μυαλό
τους, άντλοΰν άπό ενα άπόθεμα υπαρκτών καί πλατιά διαδομένων αντι­
λήψεων.
"Οπως ό ήγεμόνας εμφανίστηκε στή ρωμαϊκή ιστορία επειδή οί Ρω­
μαίοι ήθελαν νά σώσουν τή ΓΘ8 ρηΜίοα, έτσι καί οί Βυζαντινοί ζητοΰν
πρώτα-πρώτα άπό τήν κυβερνητική εξουσία νά διαφυλάξει τό κράτος τους
καί δ,τι αύτό μπορεΐ νά τούς προσφέρει. 'Η Γβ8 ρηΜΐοα εΐναι τό πεδίο
δπου ό ήγεμόνας πρέπει νά καταξιωθεί ώς ένοποιητικός παράγοντας. Αύ­
τό τό πεδίο πρέπει νά περιφρουρηθεΐ καί νά ζωογονηθεί ώς υπαρκτή συ52

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΘΕΣΜΙΑ

νισταμένη τών άτομικών θελήσεων, πού διατηρεί τό νόημα καί εξασφα­
λίζει τήν άνάπτυξη μιας όριοθετημένης κοινωνικοπνευματικής πραγματι­
κότητας. Τό πρώτο καθήκον του ήγεμόνα δέν μπορεΐ νά είναι άλλο άπό
τό νά ταυτιστεί μέ αύτή τή συλλογική θέληση. Πέρα άπό τήν καθαυτό
άντίληψη γιά τή ΓΘ8 ρπΜίοα, αύτός ό συλλογικός χώρος ορίζεται στό Βυ­
ζάντιο άκόμα άκριβέστερα καί άποκτά ιδιαίτερο περιεχόμενο χάρη στήν
έννοια τής πολιτικής ορθοδοξίας, τήν όποια δμως, γιά πρακτικούς λόγους,
πρέπει νά έπικαλεΐται κανείς» μόνο επειδή άναδείχνει τήν ιδιαίτερη δομή
τής βυζαντινής πολιτείας.
Ά ν τήν εξετάσουμε άπό πιό κοντά, ή Γ68 ρυΜίοδί τών Βυζαντινών Θεω­
ρεί τόν εαυτό της κράτος δικαίου, στηριγμένο μάλιστα σέ ενα σύστημα
δικαίου πού είναι παλαιότερο καί έπομένως πιό άξιοσέβαστο άπό κάθε
ήγεμονία ή δεσποτεία, καί πού γι5 αύτόν τό λόγο δέν μπορεΐ νά θεωρηθεί
άπλώς μηχανισμός κατοχύρωσης τής αύτοκρατορικής εξουσίας, κάτι πού
α ρποιί μπορεΐ νά τό χρησιμοποιήσει κανείς δπως θέλει καί πού ανή­
κει άποκλειστικά στή σφαίρα τής έξουσίας. Σ’ αύτό τό σύστημα δικαίου
δέν άνήκουν μόνο κανόνες τοΰ ιδιωτικού δικαίου, πού εισδύουν στό σύν­
ταγμα επειδή είναι ενα είδος θεμελιωδών δικαιωμάτων, άλλά καί κανό­
νες πού άφοροΰν πρωταρχικά τό δημόσιο δίκαιο: π.χ. άντιλήψεις γύρω
άπό τό δικαίωμα τής ίδρυσης σωματείων, πού ή άμοιβαία πίστη καί οί
άμοιβαΐες ύποχρεώσεις τών μελών τους μπορεΐ νά μή δημιουργούν ένα
κράτος έν κράτει, άλλά πάντως οδηγούν σέ μορφές πού έχουν εναν κάποιο
βαθμό αύτονομίας* άντιλήψεις, έπίσης, πού μπορεΐ νά ένεργοποιηθοΰν
άνάλογα μέ τις περιστάσεις καί τήν πολιτική συγκυρία, άλλά πάντως υπάρ­
χουν πάντα σέ λανθάνουσα κατάσταση, π.χ. ένα σύμπλεγμα άπό οχι πο­
λύ ξεκάθαρες ιδέες γύρω άπό τή σημασία τής συγκλήτου ή τό ρόλο τής
λαϊκής συνέλευσης.
Πίσω άπό αύτές τις ιδέες βρίσκεται ή γενικότερη άλλά οχι καί χλο­
μότερη άντίληψη δτι δλη ή εξουσία σ’ αύτή τή Γ€8 ρπΜΐοει έξαρτάται άπό
τόν ΟΟΠ8ΘΠ8Π8 οιππίππι (τή^γ^^
"Οσο ούτοπική καί άν εί­
ναι θεωρητικά μιά τέτοια αντίληψη, δσο άπίθανο καί άν είναι νά ύλοποιηθεΐ άκέραιη, ώστοσο άν εφαρμοστεί σέ συγκεκριμένες εθιμικές έκφράσεις
αύτοΰ τοΰ οοηδβηδίΐδ, γίνεται συνταγματικός κανόνας.
Μέ αύτές τις προϋποθέσεις τό Βυζάντιο δέχεται στήν κορυφή τής πο­
λιτείας του εναν~αύτοκράτορα, έναν μονάρχη”Φυσικά, άπό ιστορική~ο&ζοψη δέχεται αύτόν τόν μονάρχη ώς δεδομένη πραγματικότητα, ώς κληρο­
νόμο τής αύτοκρατορίας, άλλά ταυτόχρονα εγκρίνει αύτή τήν αύτοκρατο­
ρία καί σχεδόν ποτέ δέν τήν άμφισβητεΐ στήν ούσία της. Θεωρητικά, αύ53

ΚΡΑΤΟΣ Κ Α Ι ΣΥΝΤΑΓΜ Α

τός ό αύτοκράτορας μπορεΐ, σύμφωνα μέ τήν ποιοτητα τοΰ οοηδθΠδΠδ, να
είναι μόνο ενας εκλεγμένος μονάρχης. Σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις ή
εκλογή μπορεΐ νά μήν είναι τίποτα περισσότερο άπό μιά ψευδαίσθηση, τό
εκλογικό σώμα μπορεΐ νά άγεται καί νά φέρεται άπό τήν εξουσία, άλλά
ή θεμελιώδης άντίληψη πού άναφέραμε πιο πάνω δέν κλονίζεται καί πα­
ραμένει πρακτική πεποίθηση τής βυζαντινής κοινής γνώμης ώς τό τέλος
τής αύτοκρατορίας. Οί άλλαγές στις όποιες ύπόκεινται οί ομάδες πού μπο­
ροΰν νά ίσχυριστοΰν δτι εκφράζουν τόν οοηδΘηδίΐδ οπιηίππι, οί συμμαχίες
καί οί συγκρούσεις άνάμεσα σ’ αύτές τίς ομάδες άποτελοΰν ενα κεφάλαιο
τής βυζαντινής κοινωνικής ιστορίας, στήν όποια έκφράζεται ή συνταγμα­
τική πραγματικότητα.
'Όσα^-δΐΰφκεΐ ή συναίνεση τών εκλογέων, ο βυ£αντινό<; αύτοκράτορας
διαθέτει σχεδόν άπεριόριστη έλευθερία κινήσεων στις προσπάθειές του νά
διασφαλίσει τήν ενότητα τοΰ κράτους. Αύτή δμως η ενό'τητα δέν έξαρτάται μόνο άπό τίς επιταγές τών άντιλήψεων γιά τήν εύταξία τής ΓΘ8
ρπ1)1ίθ& ώς βάσης τοΰ συντάγματος άλλά καί άπό τίς ήθικές άπαιτήσεις
τοΰ λαοΰ άπό τόν ήγεμόνα,'πράγμα πού, καταρχήν, δέν εχει τίποτα τό
μεταπολιτικό ή μεταφυσικό. Όπωσδήποτε, δμως, μιά άπό τίς βασικότε­
ρες κοινές αντιλήψεις (κληροδότημα καί αύτή τής πρώιμης εποχής τής ήγεμονίας) είναι δτι ό εκλεγμένος ήγεμόνας δέν άπολαμβάνει μόνο τή λαική εμπιστοσύνη, πού εκφράζεται μέ τό γεγονός δτι εκλέχτηκε ή έν πάση
περιπτώσει έ'γινε άποδεκτ0£, άλλά. παραπέρα, προστατεύεται καί άπό ενα
ξεχωριστό ταμπού, πού,^^μορφώθηκε σιγά σιγά μετά τή δημιουργία^ών
έλληνιστικών άντιλήψεων γιά τόν «θείο άνδρα».
Ό βυζαντινός ήγεμόνας δέν εΐναι σέ καμιά περίπτωση άπόλυτος μο­
νάρχης. 'Η έννοια τοΰ αύτοκράτορα, μέ τήν ιστορική καί συνταγματική
σημασία της, είναι σύγχρονη, εστω καί άν άνάγεται στό Βυζάντιο. Μόνο
πού έκεΐ ή λέξη «αύτοκράτωρ» δέν είναι τίποτε άλλο-άπό τό ελληνικό
άντίστοιχο τοΰ λατινικοΰ ίπιρθΓ&ΙοΓ. Εξάλλου, πέρα άπό τήν ιδεολογία
πού κατευθύνουν οί ίδιοι οί ήγεμόνες, ή βυζαντινή μοναρχία δέν μπορεΐ
νά χαρακτηριστεί θεοκρατία, άκόμα καί άν παραβλέψουμε τό γεγονός δτι
ή έ'ννοια αύτή δέν έ'χει κανένα συνταγματικό άντίκρισμα.
Έτσι, τό αίτημα τών θεωρητικών οτι ενα σύνταγμα πρέπει νά ενώ­
νει βρίσκει στήν ιδέα τής ΓΘ8 ριιΜίοα, μέ δλες τίς συνέπειές της, ενα κα­
τάλληλο πεδίο δοκιμής, καί στις δυνατότητες τής αύτοκρατορικής εξου­
σίας ενα εξαιρετικά πρόσφορο εργαλείο γιά τήν υλοποίησή του. Τό δεύ­
τερο αίτημα τής θεωρίας, γιά μιά κυβερνητική εξουσία καί γιά μιά εγ­
γύηση τής άποτελεσματικότητάς της, εκπληρώνεται χάρη στήν έλευθερία
54

ΒΤΖΑΝΤΙΝΑ ΘΕΣΜΙΑ

χινήσεων πού διαθέτει πάντα ό αύτοκράτορας, μέσα στο σύστημα δικαίου,
γιά τή συγκρότηση καί έπάνδρωση τών κυβερνητικών οργάνων του. Ό
κίνδυνος δλου αύτοΰ τοΰ. συστήματος, ταυτόχρονα δμως καί μιά άναντίρρητη άναγεννητική ικανότητά του, βρίσκεται στή σύζευξη δημοκρατικών
καί μοναρχικών άρχών, σέ μιά έποχή πού δέν γνωρίζει οΰτε τήν έννοια
οΰτε τις άρχές τής συνταγματικής μοναρχίας.
Αύτά πού είπαμε χρειάζονται μερικές έπεξηγήσεις καί μερικά παρα­
δείγματα. Σέ δ,τι άφορά τή ρωμαϊκή Γθ8 ρπΜίοα, ΐσως είναι δύσκολο νά
τήν ορίσουμε σέ δλες της τις λεπτομέρειες. "Ομως δέν είναι δύσκολο νά
αποδείξουμε δτι στό Βυζάντιο δέν διατηρήθηκε μόνο ή έννοια αύτή, άλ­
λά καί μερικές ούσιώδεις άντιλήψεις γιά τό περιεχόμενό της. Πρώτα
πρώτα έχουμε νά κάνουμε, φυσικά, μέ μιά έπικράτεια* δμως ή έπικράτεια αύτή δέν έ'χει μόνο ιστορικά άσταθή δρια, άλλά άκόμα καί στήν ιδεα­
τή μορφή της διακρίνεται άπό κάτι τό άσαφές, άφοΰ πρόκειται γιά έναν
μείζονα χώρο πού έχει τήν τάση νά ταυτίζεται μέ τόν ρωμαϊκό οΛίδ Ι θγΓ8.Γ1ΙΠ1, τήν οικουμένη. Ή ΓΘ8 ρπΜίοα παραμένει καί στό Βυζάντιο οι­
κουμενική “έννοια καί οχι άπλώς χαρακτηρισμός γιά ενα γεωγραφικά κα­
θορισμένο κρατικό μόρφωμα. Καί αύτό έπίσης τό στοιχείο προσθέτει στή
βυζαντινή άντίληψη γιά τήν αύτοκρατορία μιά ούτοπική νότα, παράλληλα
δμως άποκαλύπτει καί μιά τάση πού εχει σχέση λιγότερο μέ άντιλήψεις
γιά τό δίκαιο καί περισσότερο μέ πολιτικές βλέψεις. Ωστόσο, ακόμα καί
σέ μιά συνταγματική ιστορία πρέπει νά γίνει λόγος γι5 αύτή τήν τάση,
επειδή ή συνταγματική ιστορία οφείλει τήν ύπαρξή της στή διελκυστίνδα
άνάμεσα στό δίκαιο καί τήν πολιτική. Καί συχνά, παρά τις άντίθετες γνώ­
μες, αύτό πού κινεί τήν πολιτική είναι ή μεταπολιτική. Ό μείζων χώρος,
τόσο μέ τή γεωγραφική δσο καί μέ τήν ιδεατή μορφή του, έπιδρά, κατά
τή γνώμη μου, καθοριστικά στή διαμόρφωση τής συνείδησης. "Ενας μεί­
ζων χώρος πού εύημερεΐ έγγυάται στήν κυρίαρχη τάξη τήν έξάπλωσή της
σέ έναν πλατύ ζωτικό χώρο, ό όποιος προσφέρει άνώτερη ποιότητα ζωής
μέ πολλές δυνατότητες ποικιλίας, πού χωρίς αύτή τή γεωγραφική έξάπλωση θά ήταν υλικά άπραγματοποίητες. Γιά τό στρώμα τών μορφωμέ­
νων, τών «φορέων τοΰ πολιτισμοΰ», ό .μείζων χώρος επιτρέπει νά πραγματωθεί έκεΐνο τό οοπιπΐθί·οίαπι, έκεΐνες τις δυνατότητες άνταλλαγής καί
τήν πληθώρα πνευματικών ερεθισμάτων, πού πρέπει νά έρθουν άπό μακριά
γιά νά γίνουν άποδεκτά. Στή στενότητα ένός κρατιδίου, δπου δ,τι καί άν
συμβαίνει στήν πνευματική ζωή κινδυνεύει νά πνιγεί στά σπάργανα, άκριβώς έξαιτίας τοΰ στενοΰ χώρου, ό διανοούμενος άπομονώνεται πολύ εΰκολα καί μαραζώνει μέσα σέ έναν πνευματικό ναρκισσισμό. "Ο,τι έρχεται
55

ΚΡΑΤΟΣ Κ Α Ι ΣΥΝ ΤΑΓΜ Α

άπό μακριά καί ταιριάζει στις τοπικές άνάγκες έλκύει χάρη στον εξωτι­
σμό του, χωρίς ώστόσο νά χάνει τήν έγγύτητά του, δηλαδή χωρίς νά
παύει νά άνήκει στό ϊδιο κράτος.Άκόμα καί ό άπλός λαόςχβρίσκει σέ εναν
μείζονα χώρο δυνατότητες καταφυγής πού δέν μπορεΐ νά προσφέρει καμιά
πόλις, δπου ουτε ή κοινωνική ουτε ή υλική κινητικότητα μπορούν νά Ανα­
πτυχθούν.
Ή άραβική επίθεση,του 7ου αίώ' α περιόρισε σημαντικά τόν βυζαντινό
χώρο. Ά ν καί τό Βυζάντιο δέν έγινε κανένα μικρό κράτος, ή επίθεση
αύτή σήμαινε τήν άπώλεια ΐσα ΐσα έκείνων τών έπαρχιών πού, πνευμα­
τικά καί υλικά, άποτελοΰσαν τό άντίβαρο στό νέο κέντρο τής αύτοκρατο­
ρίας, τήν Κωνσταντινούπολη-.. Ώστόσο, δταν κόπασε κάπως ή θύελλα τών
εδαφικών άπωλειών, έμεινε κάτι άπό τήν παλαιά νοοτροπία,, καί μάλιστα
οχι ώς σκέτη φαντασίωση. Γιατί ή αύτοκρατορία ειχε συσσωρεύσει στήν
πρώιμη φάση της τόσα πολιτιστικά άγαθά, ώστε ολόκληροι αιώνες μπο­
ρούσαν νά τραφούν άπό αύτά, καί, διαμορφώθηκε μιά βυζαντινή πολιτι­
στική συνείδηση πού ώφέλησε τήν ύπόλοιπη βυζαντινή συνείδηση ώς σύ­
νολο. Τουλάχιστο διατηρείται άπέναντι σέ καθετί μή βυζαντινό μιά οχι έντελώς αδικαιολόγητη, υπεροψία, πού στηρίζεται σ’ αύτή τήν οικουμενική
ιδέα. Τό μέσο Βυζάντιο άποτελεΐ καί αύτό ενα κράτος στις βασικές δρα­
στηριότητες τού όποιου άνήκει καί ή πολιτιστική πολιτική, καί ή πο­
λιτική αύτή άποτελεΐ άναπόσπαστο παράγοντα τής βυζαντινής άντίληψης
γιά τό σύνταγμα. Έτσι, ή συνταγματική ζωή στό Βυζάντιο είναι συντο­
νισμένη μέ τήν ιδέα δτι ή κεφαλή τού ^κράτους, παράλληλα μέ τήν εύρύτητα τού κράτους (δποιο νόημα καί άν τής δίνεται), πρέπει νά διακονεΐ
καί τήν άντίστοιχή της συνείδηση, χωρίς ώστόσο μιά τέτοια πολιτιστική
πολιτική νά είναι άποκλειστικό προνόμιο τού ήγεμόνος. Αύτή ή πολιτιστι­
κή πολιτική άσκεΐταΐ, άν μπορούμε νά τό πούμε έτσι, ώς έκφραση τής
ενότητας καί άπό τίς δύο πλευρές, άπό τήν πλευρά τού αύτοκράτορα καί
άπό τήν πλευρά τής ΓΘ8 ρυΜίοα: Οί πολιτικοί προάγουν τήν παιδεία, π.χ.
ιδρύοντας σχολεία (άν καί, οπωσδήποτε, δέν μποροΰμε νά μιλήσουμε άνεπιφύλακτα γιά «κρατικά» σχολεία μέ τή σημερινή ορολογία), άλλά, άπό
τήν άλλη μεριά, τό πρόσωπο τού ιδρυτή έκφράζει τή συνισταμένη τοΰ κρα­
τικού, τοΰ κοινωνικού καί τοΰ άτομικοΰ συμφέροντος, δηλαδή φανερώνει
τή λειτουργία τοΰ Βυζαντίου ώς ενιαίου οργανισμού.
Ό αύτοκράτορας, ώς έγγυητής καί εκπρόσωπος αύτής τής βυζαντινής
συνείδησης, είναι αποδέκτης αιτημάτων δσο καί τιμών, τό τελευταίο-αύ.τα επειδή ο λαος βλεπ£ΐ~τόν έαυτό του νΑ..χαθ-ρεφτιζετα στ φι. άσκηση τής
αύτοκρατορικής εξουσίας,....δηλαδή βλέπει έκεΐ τη συγκεκριμένη έκφραση
56

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΘΕΣΜΙΑ

τής δικής του συνείδησης. Αύτός είναι* πιθανότατος έν ας από^χαύς.Λόγους.

γιά τό άπαραβίαστο τής μοναρχικής ιδέας αύτής καθ’ έαυτή, παρά τήν
ύπαρξη ύπολειμμάτων δημοκρατικής συνείδησης.
"Ομως, άκριβώς οώτά τά ύπολείμματα εμποδίζουν τήν πλήρη ταύτιση
άνάμεσα στό κράτος καί τόν αύτοκράτορα- Μποροΰμε μάλιστα νά ποΰμε
οτι στις ταραχώδεις περιόδους τής βυζαντινής^πολιτικής ή συνταγματική
ζωή καθορίζεται άπό τήν πόλωση άνάμεσα στόν αύτοκράτορα. καί τή Γθ8_
Η πολιτεία* παραμένει ένα αύτόνομο μέγεθος, εξ ορισμού άνε-_
^ ξάρτητο άπό τό αύτοκρατορικό άξίωμα. Αύτή ή επιβίωση τής ιδέας μιας
αύτόνομης γθβ ριιΜίοθ. σέ ολόκληρη τήν ιστορία τοΰ Βυζαντίου διαπιστώ­
νεται, δπως ύπαινιχθήκαμε πιό πριν, στις περιόδους κρίσεων καί εκδη­
λώνεταιτότε μέ τήν .κριτική ..κατά τοΰ αύτοκράτορα.
Ώς κλασικό παράδειγμα θά άναφέρουμε, ένα εδάφιο άπό τόν ιστορικό
Τωάνντ^Ζωνοιρα (12ος αιώνας),3^πού .κατηγορεί τόν αύτοκράτορα ^Αλέ­
ξιο Α' Κομνηνο οτι δέν κάνει διάκριση άνάμεσα στό κράτος και τή δική
του μοναρχία. Ό αύτοκράτορας, λέει ό Ζωναράς, άλλαξε τους παλιούς
συνταγματικούς κανόνες (εθη) τής Γ68 ριιΜίοει, κατά κάποιο τρόπο άναποδογύρισε τό κράτος* χειριζόταν πάντα τις κρατικές ύποθέσεις. σαν
νά ήταν ιδιωτικές ύποθέσεις τοΰ αύτοκράτορα, δηλαδή ώς κύριός τους (<5εσπότης) καί οχι ώς, διαχειριστής τους (οικονόμος). Αύ,τό πάλι προϋποθέ­
σει έναν τρίτο, μιά άνώτερη άρχή, πού άναθέτει στόν αύτοκράτορα τή δια­
χείριση τών κοινών ύποθέσεων, καί αύτή ή άρχή μπορεΐ νά είναι μόνον
ή ΓΘ8 ρυΜίοει. "Οσο «κλασικό» καί άν είναι αύτό τό εδάφιο άπό τόν Ζωναρά, δέν εκφράζει ώστόσο καμιά καινοτομία. Τόν 5ο αιώνα ή αύτοκράτειρα Βηρίνη κηρύσσει τόν αύτοκράτορα Ζήνωνα έκπτωτο άπό τή βασι­
λ ε ί α δηλαδή άπό τό αύτοκρατορικό άξίωμα, επειδή καταβαράθρωσε τήν
πολιτεία, δηλαδή τό κράτος.4 Τό 640 άπορρίπτεται ή συμβασιλεία τής χή­
ρας τοΰ Ηρακλείου, Μαρτίνας, μέ τό σκεπτικό δτι αύτό θά άναστάτωνε
τήν τάξη, δηλαδή τό σύνταγμα, τής 'Ρωμαϊκής πολιτείας 5 Τό 813 ορι­
σμένοι κύκλοι πιέζουν τόν στρατηγό Αέοντα τόν Αρμένιο νά άναλάβει τή
φροντίδα τον κοινον καί νά δεχτεί νά τόν άνακηρύξουν αύτοκράτορα.6,
Ά χριβώΕ ή λέ£η τό κοινόν φανερώνει τήν.άντιδιαστολή. καί τή συναντά­
με κάθε τόσο σέ παρόμοιες συνθήχες. Χιά τόν |1ο )χίώνα άς άνατρέξουμε ξανά στόν Ζωναρα; Επικρίνει..τόν.αύτοκράτορα. ...Ρωμανό Δ' γιά-τήν
επιδότηση τών ενοικίων,, έπειδή τά χρήματα μέ τά όποια έγινε αύτή ή
-έπιδότΥ^ση^ προέρχονταν οκό τό κρατικό_ταμεΐο. έπαμένω£.δέν ήταν ίδιοκτησία τοΰ,αύτοκρατορα καί δέν, μπορούσαν νάξοδευταΰν γιαμερικούς εύ^
νοουμένους του.7
57

ΚΡΑΤΟΣ Κ Α Ι ΣΤΝΤΑΓΜ Α

Οί Βυζαντινοί δέν^κιχταγίνονταν καί τόσο συχνά μέ θεωρητικούς προ­
βληματισμούς γύρω άπό τό κράτος τους. Γι αύτό είναι ιδιαίτερα λυπηρό
-τό γεγονός δτι δέν μάς έχουν μείνει παρά μόνον άποσπάσματα άπό τήν
πραγματεία τοΰ Πέτρου Πατρικίου (6ος αιώνας), Περί πολιτικής επιστή­
μης. Ξέρουμε πάντως δτι στό σύγγραμμα αύτό ό Πέτρος Πατρίκιος έλε­
γε οτι τό κράτος πρέπει, νά υπακούει σέ νόμους, λέξη πού έδώ σημαί­
νει πάνω κάτω «κατευθυντήριες γραμμές», άκόμα μάλιστα σέ ένα νόμο
γιά τήν εκλογή τοΰ αύτοκράτορα, .γι&τί αύτή ή εκλογή δέν έχει μόνο τήν
έννοια δτι ό Θεός δωρίζει στούς Βυζαντινούς τόν αύτοκράτορά τους,