Αρχική σελίδα Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων. Τόμος Α' - Από τη γέννηση του είδους ως τον Σοφοκλή

Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων. Τόμος Α' - Από τη γέννηση του είδους ως τον Σοφοκλή

,
0 / 0
Πόσο σας άρεσε αυτό το βιβλίο;
Ποια είναι η ποιότητα του ληφθέντος αρχείου;
Κατεβάστε το βιβλίο για να αξιολογήσετε την ποιότητά του
Ποια είναι η ποιότητα των ληφθέντων αρχείων;
Έτος:
2003
Εκδότης:
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ.)
Γλώσσα:
greek(modern)
Σελίδες:
460
ISBN 10:
9602500107
ISBN 13:
9789602500101
Αρχείο:
PDF, 17,75 MB

Ίσως σας ενδιαφέρει Powered by Rec2Me

 
0 comments
 

To post a review, please sign in or sign up
Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο για βιβλίο και να μοιραστείτε την εμπειρία σας. Άλλοι αναγνώστες θα ενδιαφέρονται να μάθουν τη γνώμη σας για τα βιβλία που διαβάσατε. Ανεξάρτητα από το αν σας άρεσε το βιβλίο ή όχι, εάν θα πείτε για αυτό ειλικρινά και λεπτομερώς, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να βρουν για τον εαυτό τους νέα βιβλία που θα τους προκαλέσουν ενδιαφέρον.
2

Generalissimos of the Western Roman Empire

Ano:
1983
Idioma:
english
Arquivo:
PDF, 6,39 MB
0 / 0
Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΤΩΝ Α Ρ Χ Α Ι Ω Ν Ε Λ Α Η Ν Ω Ν
ΤΟΜΟΣ

Α'

Σύμφωνα με τον Κανονισμό των εκδόσεων τον Μορφωτικού
'Εθνικής Τραπέζης, τη μετάφραση, προτού παραδοθεί στο

'Ιδρύματος
τυπογραφείο,

τη διάβασε ό συνεργάτης μας Καθηγητής κ. Α. Ι. 'Ιακώβ.

Ό τίτλος του πρωτοτύπου:

Die tragische Dichtung der Hellenen
Vandenhoeck & R u p r e c h t in Göttingen

ISBN 960-250-010-7
set 960-250-011-5
© Copyright γιά την ελληνική έκδοση:
Μορφωτικά "Ιδρυμα 'Εθνικής Τραπέζης, 'Αθήνα 1987

Amico Bonnensi
loanni Herter
Amicis Vindobonensibus
Rudolphe Hanslik
Walthario Kraus
Friderico Schachermeyr

'Ωστόσο, αντά τ à λίγα επιβλητικά ερείπια που έφτασαν ώς εμάς εχονν τόσο μεγαλείο και τόση
σημασία, ώστε εμείς οί φτωχοί Ευρωπαίοι εδώ
και αιώνες τώρα τα ερευνούμε και για μερικούς
ακόμη αιώνες Θά εξακολουθούμε να τρεφόμαστε
καΐ và ασχολούμαστε με αυτά.
Γκαίτε προς Έκκερμαν
(1η Μαΐου 1825)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Στην τρίτη της έκδοση «Ή Τραγική ποίηση των άρχαίων Ελλήνων» είναι ουσιαστικά ενα καινούριο βιβλίο, με άσνγκριτα μεγαλύτερη έκταση άπό δ,τι στις όνο προηγούμενες εκδόσεις. Σ' αυτή
τή διεύρυνση συντέλεσαν δύο λόγοι, άπό τους οποίους ό ενας σχετίζεται με τον άρχικό στόχο τοϋ έργου, ενώ ο άλλος με εναν πρόσθετο. Λίγα λόγια γι' αυτόν πρώτα πρώτα.
Ή διαφορά αυτής τής έκδοσης άπό τις άλλες δύο 'έγκειται στο
δτι, πέρα άπό τήν εμπλοκή στή συζήτηση τής επιστημονικής βιβλιογραφίας, εδώ επιχειρείται μιά παρουσίαση των σωζόμενων
δραμάτων. Γι' αυτόν τό σκοπό εχει επιλεγεί μιά μέθοδος πού θά
μπορούσε νά ονομαστεί «περιγραφική άνά/,νση»: μιά δσο τό δυνατόν άκριβέστερη διαγραφή τοϋ σκελετού τής πλοκής συμβάλλει
στόν εντοπισμό τών στοιχείων τής σύνθεσης, καθώς και στόν εντοπισμό τής δομής και τών σταδίων τής δραματικής έντασης τών
επιμέρους έργων.
Βέβαια, ήδη κατά τήν πορεία αυτών τών άναλύσεων, είναι άναπόφευκτο νά υποδηλώνεται ή θέση τοϋ συγγραφέα άπέναντι σε
προβλήματα θεμελιακής σημασίας γιά τήν ερμηνεία τών έργων.
Γενικά, πάντως, καθοριστική υπήρξε ή πρόθεση νά επιτάσσεται
ή συζήτηση επιμέρους προβλημάτων χωριστ; ά, μετά τις αναλύσεις. 'Ως πρός αυτό τό σημείο, διευρύνθηκε ο άρχικός στόχος τοϋ
βιβλίου.
"Οτι ή εφαρμογή αυτής τής μεθόδου συνεπάγεται τήν άντιμετώπιση δυσεπίλυτων προβλημάτων, είναι δύσκολο νά τό άγνοήσει
δποιος λάβει υπόψη του, εστω και ως ενα βαθμό μόνο, τήν εκπληκτική πυκνότητα και τό οικουμενικό εύρος πού εχει άποκτήσει,
Ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ή συζήτηση γύρω άπό τήν
άρχαία ελληνική τραγωδία. Τήν παρακολούθηση της θεώρησε ό

9

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

συγγραφέας πρώτιστο καθήκον τον, πολν περισσότερο πον αντίστοιχο με τό εϋρος αυτής της συζήτησης είναι και το βάθος της
—τά τελευταία χρόνια μάλιστα ή νεότερη γενιά των φιλολόγων
εχει παρουσιάσει πολλές και εξαιρετικά άξιόλογες εργασίες.
Για và γίνουν όσο το δυνατό πιο ευσύνοπτες οι βιβλιογραφικές
ένδείξεις, προτιμήθηκε ή άκόλουθη διαδικασία. "Ενας συγγραφέας
ό όποιος μνημονεύεται μόνο με τό δνομά του, χωρίς άλλα στοιχεία
(ή με συντομευμένη δήλωση ενός τίτλου χωρίς άλλες ενδείξεις)
αναφέρεται^ κατά κανόνα, στόν βιβλιογραφικό πίνακα που παρατίθεται στην αρχή τοϋ βιβλίου. Στις άλλες περιπτώσεις, τό άποτρόπαιο «ο.π.» παραπέμπει σε κάποια προηγουμένη
υποσημείωση, δπου ή βιβλιογραφική πληροφορία άφορα ενα συγκεκριμένο
θέμα. Αυτό Ισχύει κυρίως για τήν πραγμάτευση των επιμέρους
δραμάτων, γιά τά όποια δίνεται κάθε φορά στήν αρχή μια παρόμοια συνολική βιβλιογραφική
πληροφόρηση.
Πρόσφατα χρειάστηκε νά αντιμετωπίσουμε τήν προειδοποιητική συμβουλή νά μήν αφιερώνουμε τό εργο μας άποκλειστικά
στήν ερευνά των μεγάλων δημιουργημάτων των αρχαίων λογοτεχνιών. "Λν αυτό τό αίτημα υπονοεί ότι ή θεώρηση μας πρέπει
νά καλύπτει δλη τήν περιοχή αύτοϋ πού ονομάζεται αρχαία λογοτεχνία, καθώς και τον τομέα της πρόσληψής της άπό τους μεταγενεστέρους, τότε αξίζει τήν άπόλυτη επιδοκιμασία μας. "Άν όμως υποδηλώνει τήν απαίτηση νά εγκαταλείψουμε τις κεντρικές
περιοχές της ερευνάς, τότε θά μπορούσαμε νά απαντήσουμε —τουλάχιστον δσον άφορα τήν αττική τραγωδία— μόνο με τά λόγια
τοϋ Goethe, πού άποτελοϋν τήν προμετωπίδα αυτής τής έκδοσης.
Αισθάνομαι υποχρεωμένος νά εκφράσω τΙς ειλικρινείς ευχαριστίες μου στόν Eugen Dont και στόν Walther Kraus γιά τή
συμβολή τους στο κοπιαστικό εργο τής διόρθωσης των τυπογραφικών δοκιμίων, καθώς και γιά τις πολύτιμες υποδείξεις τους.
ALBIN LESKY
Γοττίγγη 1972

10

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αισθάνομαι μεγάλη χαρά γιατί αυτό το βιβλίο, που πραγματεύεται μιάν άπό τΙς επιβλητικότερες δημιουργίες τον άρχαίον ελληνικού πνεύματος, τώρα στην έλληνικη του μορφή επιστρέφει, κατά κάποιον τρόπο, στην πηγή του. Ευχαριστώ τό Μορφωτικά "Ιδρυμα της 'Εθνικής Τραπέζης της 'Ελλάδος, πού δέχτηκε να συμπεριλάβει το εργο μου αυτό στο μεγαλόπνοο πολιτιστικό πρόγραμμά του, και Ιδιαίτερα τόν συνάδελφο καθηγητή κ. Νίκο Χ.
Χουρμουζιάδη —και οχι μόνο γιατί επωμίστηκε τό μόχθο της
μετάφρασης' τό βιβλίο μου τοΰ χρωστά καΐ ενα σημαντικό εμπλουτισμό: από τήν εποχή της 3ης γερμανικής έκδοσης έχουν
περάσει οκτώ χρόνια, και σε αυτό τό διάστημα ή ερευνά για τήν
άρχαία ελληνική τραγωδία συνεχίστηκε αδιάλειπτα· ετσι, απαιτήθηκε να γίνουν., τόσο στόν γενικό βιβλιογραφικό πίνακα όσο και
στις υποσημειώσεις, συμπληρώσεις, πού όφεί?>.ονται αποκλειστικό. στό μεταφραστή. Νιώθω Ιδιαίτερη χαρά γιατί ετσι αύτή ή παρουσίαση τής ελληνικής τραγωδίας βρήκε τήν πολύτιμη φροντίδα
ενός επιστήμονα πού πρόσφερε πολλά στόν τομέα αυτόν καΐ πού
τόν εκτιμώ ξεχωριστά. Εύχομαι σ' αύτή τή νέα του μορφή τό
βιβλίο μου να παρακινήσει πολλούς μελετητές σε εργα «ολόλαμπρα σάν στήν πρωτόπλαστην ήμέρα», όπως θα έλεγε και ό 'Αρχάγγελος στόν «Φάουστ» τοΰ Goethe.
ALBIN L E S K Y
Μάρτιος 1980

11

ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOY χΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Ταυτόχρονα σχεδόν με την πασίγνωστη ma στην'Ελλάόα
«Ίστορίατής''Αρχαίας'Ελληνικής
Λογοτεχνίας», ο Albin
Lesky(18961981 ) πλούτιζε τη διεθνή βιβλιογραφία με ενα άκόμη σημαντικό
γενικό βοήθημα, αντή τη φορά συγκεντρωμένο σε ενα γραμματειακό είδος πού ο ϊδιος καλλιέργησε με ιδιαίτερη άγάπη: την
ελληνική τραγωδία.
"Ηδη άπό τό 1938, με μια εισαγωγική μονογραφία πού είχε τίτλο «Ή ελληνική τραγωδία» («Die griechische Tragödie»), ô
Lesky εΐχε δείξει τήν πρόθεση του νά επικοινωνήσει και με ενα κοινό λιγότερο καταρτισμένο, και οπωσδήποτε πολύ ευρύτερο, άπό
τόν κύκλο των είδικών πρός τούς οποίους απεύθυνε τις φιλολογικές
του εργασίες. Τό βιβλίο αυτό αποτέλεσε τόν πυρήνα γιά τή σύνθεση ένός πληρέστερου έργου, τό όποιο, μέσα άπό τΙς δύο διαδοχικές, διαφορετικές μεταξύ τους και ώςπρός τήν έκταση και ώς πρός
τούς επιμέρους στόχους, μορφές του, μαρτυρεί τήν προσπάθεια τοϋ
συγγραφέα νά άνταποκριθεΐ σε νέες κάθε φορά άνάγκες, εξασφαλίζοντας παράλλη?.α τή διεύρυνση τοϋ αναγνωστικού του κοινού.
Μετά τήν πρώτη έκδοση τό 1956 (καΐ μιά, ελάχιστα παραλλαγμένη, ανατύπωση τό 1964), «Ή τραγική ποίηση των Ελλήνων» («Die tragische Dichtung der Hellenen») πήρε τό 1972
τήν οριστική μορφή της. Τό άρχικό είσαγωγικό τομίδιο, πού κατατόπιζε συνοπτικά τόν αναγνώστη πάνω στά, λίγο πολύ, άδιαφιλονίκητα δεδομένα ενός γραμματειακού χώρου, διπλασιασμένο
άκριβώς σε έκταση ανάμεσα στις δύο εκδόσεις του, μετασχηματίστηκε σε ενα εξαντλητικό σφαιρικό εργο, πού δεν περιορίζεται
στήν άπλή πληροφόρηση τοϋ άνειδίκευτου αναγνώστη., άλλά δημιουργεί προοπτικές γιά συζήτηση και υποθάλπει
προβληματισμούς και στήν περίπτωση τοϋ είδικοϋ ερευνητή.

13

ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOT ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Ή σημαντικότερη μεθοδολογική προσθήκη στο εμβαδόν της
πρώτης έκδοσης συνίσταται κυρίως στήν εξαντλητική παρουσίαση δλων των επιμέρους έργων της άρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
Με εναν τρόπο μετάδοσης πού ο συγγραφέας ονομάζει «περιγραφική άνάλυση», δεν προσφέρεται μόνο ή υπόθεση των τραγωδιών, άλλά ταυτόχρονα παρακολουθείται τόσο ή εξέλιξη τών
προσώπου δσο και ή διαπλοκή τών καταστάσεων, ενώ παράλληλα καταγράφονται τά βασικά στοιχεία δομής, καθώς και τα
προβλήματα που άνακύπτουν κατά τήν άνάγνωση τοϋ συγκεκριμένου έργου. "Ετσι δημιουργείται κυριολεκτικά ενα πανόραμα
τής τραγικής παραγωγής τής άρχαίας 'Αθήνας., καΐ χαρτογραφείται σε δλο του το πλάτος το πλέγμα τών προβλημάτο^ν, μαζί
με τις συναφείς προσπάθειες γιά τήν άντιμετώπισή τους. "Από
αυτή τήν άποψη το εργο αυτό τοϋ Lesky είναι πράγματι μοναδικό
στήν παγκόσμια
βιβλιογραφία.
Παρακολουθώντας, εξάλλου, ο άναγνώστης τό συγγραφέα σε
αυτή τήν περιδιάβασή του, εχει τήν ευκαιρία νά διαπιστώσει τήν
εκπληκτική εύρυμάθειά του, τήν άνεση με τήν οποία κινείται μέσα στο λαβύρινθο τής σύγχρονης βιβλιογραφίας,
ταξινομώντας
και άξιολογώντας θεωρίες καΐ απόψεις, τήν οξυδέρκειά του στις
επιλογές και στις εκτιμήσεις του, τέ?ιος τή νηφαλιότητα και τή
διακριτικότητά του, δταν πρόκειται νά άπορρίψει μιάν άδόκιμη,
κατά τήν άποψή του, γνώμη ή νά υποβάλει μιά προσωπική του.
Πάνω απ' δλα δμως δεσπόζει ή φοηισμένη ματιά τοϋ γνήσιου
ανθρωπιστή, πού ενδοσκοπει τά μεγάλα αυτά εργα με τήν απώτερη ελπίδα νά άνακαλύψει σ' αυτά τις αγωνίες καΐ τις αλήθειες
πού τά συνάπτουν με τήν πραγματικότητα
τοϋ σύγχρονου ανθρώπου.
Είναι, λοιπόν, άξια κάθε επαίνου ή άπόφαση τοϋ Μ.Ι.Ε.Τ.
νά προσφέρει, εστω κάπως καθυστερημένα, και στο ελληνικό κοινό αυτό τό αξιόλογο εργο, καλύπτοντας ετσι ενα τεράστιο κενό
στόν τομέα τών γενικών βοηθημάτων σχετικά με τήν κλασική

14

ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOT ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

αρχαιότητα. Κάποιες απρόβλεπτες τεχνικές εμπλοκές στην εκτύπωση της μετάφρασης επιβαρύνουν την άρχική καθυστέρηση
μέ δύο άκόμη άρνητικές επιπτώσεις: α) όέν πρόλαβε ό συγγραφέας νά ζήσει τή συγκίνηση μέ την οποία προσδοκούσε την επιστροφή τοϋ έργου του στην πηγή του, δπως χαρακτηριστικά δηλώνει σέ ενα σημείωμά του' β) δέν κατόρθωσε ο μεταφραστής,
παρά μόνο σέ ενα πολυ γενικό επίπεδο, να συγχρονίσει τό εργο
βιβλιογραφικά, μέ βάση τά δημοσιεύματα της τελευταίας πενταετίας· πάντως, δεδομένου δτι αύτη ή ενημέρωση θά άπευθννόταν
μόνο στους ειδικούς, οι όποιοι διαθέτουν και τή γνώση και τις
πηγές νά τήν εξασφαλίσουν, τό κενό είναι πράγματι
άσήμαντο.
"Επιθυμώ νά ευχαριστήσω θερμά τον αγαπητό συνάδελφο κ.
Δ. Ι. 'Ιακώβ, γιά τήν προθυμία και τήν υπομονή πού εδειξε ελέγχοντας τή μετάφραση (επιπλέον, τόν άπαλλάσσο) άπό κάθε ευθύνη γιά τή συγκεκριμένη γλιωσσική μορφή της), τόν κ. Γιάν.
Η. Χάρη γιά τήν επιμέλεια τοϋ πρώτου τόμου, καθώς και τήν
Κα Δέσπω Σολομού γιά τήν ολοκλήρωση της επιμέλειας.
ΝΙΚΟΣ Χ. ΧΟΤΡΜΟΤΖΙΑΔΗΣ
Θεσσαλονίκη, 'Ιούνιος 1986

15

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ό παρακάτω πίνακας άναπαράγει τον κώδικα πού εχει καθιερωθεί άπο το
Année Philologique. Επίσης, συμπεριλαμβάνει, έκτος άπο περιοδικά, καΐ
ορισμένες συντομογραφίες έκδοτων άποσπασμάτων.
ΑΑ
Α^Α
A AH G
AAntHung
AAWM

:
:
:
:
:

Archäologischer Anzeiger.
Antike und Abendland.
Anzeiger für die Altertumswissenschaft.
Acta Antica Academiae Scientiarum Hungaricae.
Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in
Mainz.
AAWW
: Anzeiger der Österreichischen Akademie der Wissenschaften in Wien.
ABAW
: Abhandlungen der Bayerischen Akademie der Wissenschaften.
ABSA
: Annual of the British School at Athens.
AC
: L'Antiquité Classique.
AFLA
: Annales de la Faculté des Lettres et Sciences Humaines
d'Aix.
AIV
: Atti deiristituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti.
AJA
: American Journal of Archaeology.
AJPh
: American Journal of Philology.
Alm. Ost. Ak. : Almanak der Österreichischen Akademie.
Anthologia
: Ή τετράτομη έκδοση των άποσπασμάτων της λυρικής
Lyrica
ποίησης άπο τον Ernest Diehl, Αιψία 1923-1940.
APAW
: Abhandlungen der Preussischen Akademie der Wissenschaft.
APF
: Archiv für Papyrusforschung und verwandte Gebiete.
A^R
: Atene e Roma.
ARW
: Archiv für Religionswissenschaft.
ASNP
: Annali della Scuola Normale Superiore di Pisa.
ASSO
: Archivio Storico per la Sicilia Orientale.
A UMLA
: Journal of the Australasian Universities Language and
Literature Association.

17

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

BAB

: Bulletin de la Classe des Lettres de l'Académie Royale
de Belgique.
BAGB
: Bulletin de l'Association G. Budé.
BCH
: Bulletin de Correspondance Hellénique.
BICS
: Bulletin of the Institute of Classical Studies of the University of London.
Berl. Kl. Texte : Ή έκδοτική σειρά Kleine Texte für Vorlesungen und
Übungen, πού περιλαμβάνει σύντομα, κυρίως άποσπασματικά, κείμενα· εκδίδεται στό Βερολίνο.
ΒΙΕΗ
: Boletin del Instituto de Estudios Helénicos.
BO(BCO)
: Biblioteca Orientalis.
BBL
: Bulletin of the John Rylands Library.
BSTEC
: Bulletin de la Société Toulousaine d'Études Classiques.
Bursian
: Bursians Jahresbericht.
CB
: The Classical Bulletin.
CJ
: The Classical Journal.
C^M
: Classica et Mediaevalia.
Collect. Alex. : Collectanea Alexandrina, έκδ. J. U. Powell ('Οξφόρδη
1925).
CPh
: Classical Philology.
CQ
: Classical Quarterly.
CR
: Classical Review.
CSC A
: California Studies in Classical Antiquity.
DLZ
: Deutsche Literaturzeitung.
EC
: Études Celtiques.
EClâs
: Estudios Clâsicos.
EEAth
: 'Επιστημονική ΈπετηρΙς της Φιλοσοφικής Σχολής του
Πανεπιστημίου 'Αθηνών.
EEThess
: 'Επιστημονική Έπετηρις της Φιλοσοφικής Σχολής τοϋ
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
FGrHist
: Die Fragmente der Griechischen Historiker,
Leiden
1921-1957, έκδ. Felix Jacoby.
GGA
: Göttingische Gelehrte Anzeigen.
GH A
: Göteborgs Högskolas Ârsskrift.
GIF
: Giornale Italiano di Filologia.
GLP
: Greek Literary PapyΓi2(Loeb),Aovδίvo 1942, έκδ. D . L .
Page.
G^B
: Greece and Rome.

18

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

GEBS
:
HSPh(JJSCPh)
HThR
:
IF
:
IG
:
./CS
J DAI
JHS
IF
M.

MAL
MD AI
ΜΗ
M Ν AL

MNIR
M-W

N.(TrGF)

NAWG
NGG
NJA(NJAB)
NJW
P.

Greek, lÎornan and Byzantine SLadies.
: Harvard Studies in Classical Philology.
Harvard Theological Review.
Indogermanische Forschungen.
Inscriptiones Graecae, ή πολύτομη συλλογή άρχαίων έλληνικών επιγραφών (1892-).
: Journal of Classical Studies.
: Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts.
: Journal of Hellenic Studies.
: Listy Filologické.
: 'Αρίθμηση άποσπασμάτων του Αισχύλου σύμφωνα μέ τή
συλλογή τοΰ Η. J. Mette, Die Fragmente der Tragödien
des Aischylos, Βερολίνο 1959.
: Memorie della Classe di Seienze morali e storiche dell'
Accademia dei Lincei.
: Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts.
: Museum Helveticum.
: Mededelingen der Koninklijke Nederlandse Akademie
van Wetenschappen, Afd. Letterkunde, Amsterdam
(εκδοτική σειρά).
; Mededelingen van het Nederlandse Historisch Instituut te Rome.
: 'Αρίθμηση άποσπασμάτων τοΰ 'Ησιόδου σύμφωνα μέ τή
συλλογή R. Merkelbach-M. L. West, Fragmenta Hesiodea, 'Οξφόρδη 1967.
: 'Αρίθμηση άποσπασμάτων των τραγικών σύμφωνα μέ τήν
έκδοση τοΰ Augustus Nauck, Tragicorum
Graecorum
Fragmenta, Hildesheim ^1964 (έκδοση μέ παράρτημα
νέων εύρημάτων επιμελημένο άπό τον Bruno Snell).
:: Nachrichten der Akademie der Wissenschaften in Göttingen.
: Nachrichten von der Gesellschaft der Wissenschaft zu
Göttingen.
: Neue Jahrbücher für das klassische Altertum.
: Neue Jahrbücher für Wissenschaft und Jugendbildung.
: 'Αρίθμηση άποσπασμάτων τοΰ Σοφοκλή σύμφωνα μέ τήν
έκδοση τοΰ Α. C. Pearson, The Fragments of Sophocles,
Cambridge 1917.

19

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

: Παλατινή 'Ανθολογία.
: Proceedings of the British Academy.
: Proceedings of the Cambridge Philological Society.
: Philologische Wochenschrift.
Gr. : Ή έκδοση των μελικών ποιητών {'Οξφόρδη 1962) άπο
τον D. L. Page.
: The Oxyrhynchus Papyri, Λονδίνο 1898—(πολύτομη σειP. Oxy.
ρά, δπου πρωτοδημοσιεύονται οί πάπυροι της Όξυρύγχου).
PRIA
: Proceedings of the Royal Irish Academy.
QUCC
: Quaderni Urbinati di Cultura Classica.
: Rendiconti dell'Accademia di Archeologia, Lettere e
RAAN
Belle Arti di Napoli.
: Rendiconti della Classe di Scienze morali, storiche e
RAL
filologiche dell'Accademia dei Lincei.
: Rivista di Cultura Classica e Medioevale.
RCCM
RE
: Paulys Real-Encyclopädie der classischen Altertumswissenschaft.
REA
: Revue des Études Anciennes.
REG
: Revue des Études Grecques.
: Rivista di Filologia e di Istruzione Classica.
RFIC
: Rheinisches Museum.
RhM
RHR
: Revue de l'Histoire des Religions.
: Rivista Indo-Greca-Italica di filologia, lingua, antiRIGI
chità.
RPh
: Revue de Philologie.
RSR
: Revue des Sciences Religieuses.
: Revue de Théologie et de Philosophie.
RThPh
: Sitzungsberichte der Österreichischen Akademie der
SAWW
Wissenschaft in Wien.
SΒ AW
: Sitzungsberichte der Bayerischen Akademie der Wissenschaften.
SCO
: Studi Classici e Orientali.
SicGymn
: Siculorum Gymnasium.
SIFC
: Studi Italiani di Filologia Classica.
SO
: Symbolae Osloenses.
Suppl. Ep. Gr. : Supplementum Epigraphicum Graecum.
TAPhA
: Transactions and Proceedings of the American Philological Association.

Π. Α.
ΡΒΑ
PCPhS
PhW
Poetae Mel.

20

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

VBW
FiS

W.

WS
YCIS
ZKTh
ZMK
ZPE
ZRG

: Vorträge der Bibliothek Warburg.
: 'Αρίθμηση των άποσπασμάτων των προσωκρατικών φιλοσόφων σύμφωνα με τη συλλογή Η. Diels-W. Kranz, Die
Fragmente der Vorsokratiker, Βερολίνο 1952.
: 'Αρίθμηση κειμένων ιαμβικής και έλεγειακης ποίησης σύμφωνα μέ τη συλλογή τοΰ Μ. L. West, Iambi et Elegi
Graeci, I-II, 'Οξφόρδη 1971-1972.
: Wiener Studien.
: Yale Classical Studies.
: Zeitschrift für Katholische Theologie.
: Zeitschrift für Missionskunde und Religionswissenschaft.
: Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik.
: Zeitschrift der Savigny-Stiftung für Rechtsgeschichte.

21

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
I. ΓΕΝΙΚΑ
(Cuadernos de
la Fundacion Pastor 6), Μαδρίτη 1962.
A R R O W S M I T H W . , « A Greek Theater of Ideas», Ideas in the Theater
{ÈY.8. J. Gassner), Νέα 'Τόρκη 1964.
A Y L E N L . , Greek Tragedy and the Modern World, Λονδίνο 1964.
B A D E N H . J . , Das Tragische, Βερολίνο ^1948.
B A L D R Y H . C . , The Greek Tragic Theatre, Αονδίνο 1971.
B E R G S O N L . , Uepithète
ornamentale dans Eschyle, Sophocle et Euripide, Ούψάλα 1956.
B I C K E L E . , Die griechische Tragödie, Βόννη 1942.
B L U M E H . - D . , Einführung
in das antike Theaterwesen, Darmstadt
1978 (ελλ. μετ. Μαρία Ίατροΰ, ^κδ. Μορφωτικού 'Ιδρύματος Εθνικής
Τραπέζης, 'Αθήνα 1986).
B O G N E R Η., Der tragische Gegensatz, Χαϊδελβέργη 1947.
B O N N A R D Α . , La tragédie et l'homme, Neuchâtel 1 9 5 1 .
B R E M E R J . M . , Hamartia:
Tragic Error in the Poetics of Aristoteles
and in Greek Tragedy, Amsterdam 1969.
B R O A D H E A D H . D . , Tragica: Elucidations
of Passages in Greek Tragedy, Christchurch, University of Canterbury, 1968.
B R O W N Α., A New Companion
to Greek Tragedy, Αονδίνο 1983.
B U C H W A L D W . , Studien zur Chronologie der attischen Tragödie 455 bis
431, Königsberg 1939.
B U X T O N R . G . Α . , Persuasion
in Greek Tragedy. A Study of Peitho,
Cambridge 1982.
CiTTi v . , Tragedia e la lotta di classe in Grecia, Νεάπολη 1979.
D A L E A. M . , The Lyric Metres of Greek Drama,
Cambridge ^1968.
— Metrical Analyses of Tragic Choruses, I: Dactyl-epitrite
(BICS,
Suppl. 21, 1), Αονδίνο 1971.
F E R G U S O N i., A Companion
to Greek Tragedy, Austin 1972.
F R I E D R I C H W . H . , Vorbild
und Neugestaltung. Sechs Kapitel zur Geschichte der Tragödie, Γοττίγγη 1967.
F R I T Z K . V . , Antike
und moderne Tragödie: Neuen Abhandlungen, Βερολίνο 1962.
F U N K E H . , Die sogenannte tragische Schuld (διατρ.), Κολονία 1 9 6 3 .
G H I R O N - B I S T A G N E P., Recherches sur les acteurs dans la Grèce antique,
Παρίσι 1976.
G R A N D E C.'D'E'l, Hybris : Colpa e castigo nelVespressione
poetica e letteraria degli scrittori délia Grecia antica da Omero a Cleante, Νεάπολη 1947.
— Τραγωιδία: Essenza e genesi délia tragedia, Νεάπολη ^1962.
ADRADOS

F . R . , El heroe tragico y e filosofo Platonico

25

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Moira, Fate, Good and Evil in Greek Thought, Cambridge (Mass.) 1944.
G U G G I S B E R G P., Das Satyrspiel,
Ζυρίχη 1947.
H A M B U R G E R Κ . , Von Sophokles zu Sartre, Στουτγάρδη ®1965.
H A R S H P H . W . , A Handbook of Classical Drama, Stanford 1948.
ΧΟΤΡΜΟΤΖΙΑΔΗΣ Ν. Χ., Σατυρικά, 'Μ-ψα. 1974.
H O W A L D Ε., Die griechische Tragödie, Μόναχο 1930.
J A C K S O N J . , Marginalia
scaenica, 'Οξφόρδη 1955.
J E N S W. (έκδ.), Die Bauformen der griechischen Tragödie, Μόναχο 1 9 7 1 .
JoHANSEN H. F., General Reflection in Tragic Rhesis, Κοπεγχάγη 1959.
J O N E S J . , On Aristotle and Greek Tragedy, Λονδίνο 1962.
Κ AI MIO M., The Chorus of Greek Drama within the Light of the Person
and Number Used, Ελσίνκι 1970.
KiTTO H. D. F., Greek Tragedy : A Literary Study, Λονδίνο "1961 (ελλ.
μετ. Λ. Ζενάκος, 'Αθήνα 1968).
— Form and Meaning in Drama : A Study of Six Greek Plays and of
Hamlet, Λονδίνο 1956.
KoMMEREL M., Lessing und Aristoteles. Untersuchung über die Theorie
der Tragödie, Φραγκφούρτη 1940.
KoTT J., The Eating of the Gods : An Interpretation of Greek Tragedy
(μετ. άπο τά πολωνικά: Taborski Β. - Czerwinski Ε. J.), Νέα 'Τόρκη
1973 (έλλ. μετ. 'Λγγέλα Βερυκοκάκη-'Λρτέμη, 'Αθήνα 1976).
K R A N Z W . , Stasimon : Untersuchungen zu Form und Gehalt der griechischen Tragödie, Βερολίνο 1933.
K R A U S W . , «Strophengestaltung in der griechischen Tragödie. I :
Aischylos und Sophokles», SAWW 231/4, 1957.
L A M M E R S J . , Die Doppel- und Halbchöre in der antiken Tragödie (διατρ.
Münster), Paderborn 1931.
L A T T I M O R E R . , The Poetry of Greek Tragedy, Βαλτιμόρη 1958.
— Story Patterns in Greek Tragedy, Λονδίνο 1964.
L E N N I G R . , Traum und Sinnestäuschung
bei Aischylos, Sophokles, Euripides (διατρ.), Τυβίγγη 1969.
L E S K Y Α., Die griechische Tragödie, Στουτγάρδη ^1968.
— Geschichte der griechischen Literatur, Βέρνη ®1963 (ελλ. μετ. Ά γ . Γ.
Τσοπανάκης, Θεσσαλονίκη ^1972).
L U G A S D . W., The Greek Tragic Poets, Λονδίνο ^1959.
M A S T R O N A R D E D . J., Contact and Discontinuity.
Some Conventions of
Speech and Action on the Greek Stage, Berkeley 1979.
N E B E L G . , Weltangst
und Götterzorn: Eine Deutung der griechischen
Tragödie, Στουτγάρδη 1951.
N E S T L E W . , Die Struktur des Eingangs der attischen Tragödie, Στουτγάρδη 1930.
N O R W O O D G., Greek Tragedy, Λονδίνο *1948.
P A C K R . Α . , The Greek and Latin Literary
Texts from Greco-Roman
Egypt, Ann Arbor H965.
P A G E D . L . , Actors^ Interpolations
in Greek Tragedy, 'Οξφόρδη 1 9 3 4 .
P O H L E N Z M . , Die griechische Tragödie, Γοττίγγη ^1954.
GREENE W . C.,

26

II. Θ Ρ : Α Τ Ρ Ι Κ Ο ς

ΧΏΡΟς

P O S T L . Α., From Homer to Menander, Univ. of California Press, 1 9 5 1 .
R A P H A E L D . D . , The Paradox of Tragedy, Λονδίνο 1 9 5 9 .
R O M I L L Y J. D E , Uévolution
du pathétique d'Eschyle à Euripide, Παρίσι 1 9 6 1 .

— Time in Greek Tragedy (Cornell Univ. Press), Ithaca 1968.
— La tragédie grecque, Παρίσι 1970 (έλλ. μετ. Έλ. Δαμιανοΰ-Χαραλαμποπούλου, 'Αθήνα 1976).
R O S E N M E Y E R Τ Η . G . , The Masks of Tragedy:
Essays on Six Greek
Dramas (Univ. of Texas Press), Austin 1963.
S A I D S . , La faute tragique, Παρίσι 1978.
S C H A D E W A L D T W . , Monolog und Selbstgespräch,
Βερολίνο 1926.
— «Furcht und Mitleid», Hermes 83 (1955) 129 ( = Hellas und Hesperien, Ζυρίχη 1960, 346).
— Antikes Drama auf dem Theater heute, Pfullingen 1970.
S C H L E S I N G E R A . C . , Boundaries of Dionysos, Cambridge (Mass.) 1 9 6 3 .
S c H M i D W . - S T Ä H L I N O . , Geschichte der griechischen Literatur
(Handb.
d. Altertumwiss. Abt. 7), 1. Teil: Die klassische Periode der griechischen Literatur (SCHMID), 1, Μόναχο 1929" 2, 1934" 3, 1940.
S É C H A N L . , Études sur la tragédie grecque dans ses rapports avec la
céramique, Παρίσι ^1967 (άνατ.).
S E E C K G . A . (έκδ.). Das griechische Drama, Darmstadt 1979.
S N E L L B R . , Scenes from Greek Drama (Sather Class. Lectures 34), Berkeley - Los Angeles 1964.
S T A N F O R D W . B . , Greek Tragedy and the Emotions. An
Introductory
Study, Αονδίνο 1983.
S T E I D L E W . , Studien zum antiken Drama, Μόναχο 1 9 6 8 .
S U T T O N D . F . , The Greek Satyr-Play,
Meisenheim 1 9 8 0 .
T A P L I N O . , Greek Tragedy in Action, Αονδίνο 1 9 7 8 .
V I C K E R S B R . , Towards Greek Tragedy, Αονδίνο 1 9 7 3 .
W E B E R Α., Das Tragische und die Geschichte, 'Αμβούργο 1 9 4 3 .
W E B S T E R Τ . Β . L . , «Greek Tragedy», Fifty Years of Classical Scholarship, 'Οξφόρδη 21968.
W O L F E . , Griechisches Rechtsdenken, 1 , Φραγκφούρτη 1 9 5 0 ' 2 , 1 9 5 2 .
Z I E G L E R Κ . , «Tragoedia», RE
A (1937) 1899-2075.
Π. ΘΕΑΤΡΙΚΌΣ ΧΩΡΟΣ
Teatri greci arcaici da Minasse a Pericle, Πάδοβα 1 9 4 7 .
P.. An Introduction to the Greek Theatre, Αονδίνο 1 9 5 9 .
— Greek Scenic Conventions in the Fifth Century B.C., 'Οξφόρδη 1962.
B I E B E R M., «Maske», RE 14 (1930) 2070-2120.
— The History of the Greek and Roman Theater, Princeton ^1961.
D I N G E L J . , Das Requisit in der griechischen Tragödie (διατρ.), Τυβίγγη
1967.
F I E C H T E R Ε . R . , Antike griechische Theaterbauten, Στουτγάρδη 1 9 3 0 - 5 0 .
F L I C K I N G E R R . C . , The Greek Theater and its Drama, Σικάγο ^ 1 9 3 6 ,
άνατ. 1960.
ΑΝΤΙ C.,
ARNOTT

27

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
M . F . , Untersuchungen
über die Spielmöglichkeiten
im
griechischen Theater (διατρ. Άννόβερο 1959), Darmstadt 1964.
G E R K A N Α. V A N , Das Theater von Priene, Μόναχο 1921.
— Das Theater von Epidauros, Στουτγάρδη 1961.
H O U R M O U Z I A D E S N . C., βλ. στο σχετικό μέ τον Ευριπίδη μέρος.
J O B S T W . , Die Höhle im griechischen Theater des 5. und 4. Jhs. v. Chr.,
(SAWW, 268/20), 1970.
K E N N E R H . , Theater und Realismus
in der griechischen Kunst, Βιέννη
1954.
LE SKY Α., «Noh-Bühne und griechisches Theater», Maia, n.s. 15
( 1 9 6 3 ) 3 8 ( = Ges. Sehr. 2 7 5 ) .
M E L C H I N G E R S . , Das Theater der Tragödie, Μόναχο 1974.
M E T T E H . J . , Urkunden dramatischer
Aufführungen in Griechenland
(Texte und Kommentare 8), Βερολίνο 1977.
P I C K A R D - G A M B R I D G E A . W . , The Theatre of Dionysus
in Athens, 'Οξφόρδη 1946.
— The Dramatic Festivals of Athens (2η εκδ. άναθεωρημένη άπό τούς
J. Gould και D. M. Lewis), 'Οξφόρδη 1968.
S I M O N Ε . , Das antike Theater (Heidelberger Textedidaktische Reihe
5), Χαϊδελβέργη 1972.
S N E L L B R . , ZU den Urkunden
dramatischer Aufführungen
{NAWG
1966, 2).
S P I T Z B A R T H Α . , Untersuchungen zur Spieltechnik der griechischen
Tragödie, Ζυρίχη 1946.
T R E N D A L L A . D . και W E B S T E R T . B . L . , Illustrations
of Greek Drama,
Αονδίνο 1971.
W E B S T E R T. Β. L., Greek Theatre Production,
Λονδίνο ^1971.
— Griechische Bühnenaltertümer (Studienh. ζ, Altertumswiss. 9), Γοττίγγη 1963.
— «On the Dramatic Terracottas of Lipari», Meligunis Lipdra 2 (1965)
319.
— Monuments Illustrating Tragedy and Satyr-Play {BIOS, Suppl. 20),
GERHÄUSER

H967.

— The Greek Chorus, Αονδίνο 1970.
in.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ

R . , «Sobre los origines del teatro : κώμος, κωμωδία, τραγωδία», Emerita 35 (1967) 249.
— Festival, Comedy and Tragedy. The Greek Origins of Theatre, Leiden
1975.
B J Ö R K G . , Das alpha impurum
und die tragische Kunstsprache, Ούψάλα 1950.
B R O M M E R F., Satyroi, Würzburg 1937.
— «Σιληνοι und σάτυροι», Philologus 94 (1940) 222.
— Satyrspiele: Bilder griechischer Vasen, Βερολίνο ^1959.
B U R K E R T W . , «Greek Tragedy and Sacrificial Ritual», GEBS 7 (1966) 87.
ADRADOS F.

28

IV. Α Ι Σ Χ Τ Λ Ο Σ

liusGHOR Ε., Satyrtänze und frühes Drama, SBAW 1943, 5.
/ primordi
della tragedia, Salerno 1936 (ούσι,αστικά
έπαναλαμβάνεταL στό βιβλίο του γιά τον Αισχύλο, βλ. παρακάτω).
IÎLSE G. F., The Origin and Early Form of Greek Tragedy, Cambridge
(Mass.) 1965.
( I A L L O I., II teatro greco : letture critiche e testimonianze,
Ρώμη 1971.
G A S T E R T H . H . , Thespis : Ritual, Myth and Drama in Ancient
Near
East, Νέα 'Τόρκη ^1961.
(iuÉPiN J.-P., The Tragic Paradox, Amsterdam 1968.
H A R T M A N N Α., «Silenos und Satyros», RE 3 A (1927) 35.
K A L I N K A Ε., Die Urform der griechischen Tragödie (Comment. Aenipontanae 10), 1924.
K U H N E R T E . «Satyros und Silenos», Myth. Lex. 4 ( 1 9 0 9 / 1 5 ) , 4 4 4 .
L I N D S A Y J . , The Clashing Rocks. A Study of Early Greek Religion and
Culture and the Origins of Drama, Αονδίνο 1965.
I^LOYD-JONES H., «Problems of Early Greek Tragedy», Estudios sobre
la tragedia Griega (Cuadernos de la Fundacion Pastor 13), Μαδρίτη
1966, 11.
P A T Z E R Η . , Die Anfänge der griechischen Tragödie, Wiesbaden 1962.
P E R E T T I Α., Epirrema
e tragedia, Φλωρεντία 1939.
P I C K A R D - C A M B R I D G E A . W . , Dithyramb,
Tragedy and Comedy (2η
'έκ8. αναθεωρημένη άπό τον Τ. Β. L. Webster), 'Οξφόρ
R O B E R T F., «Les origines de la tragédie grecque». Le théâtre tragique. L Le monde antique, ΓΓαρίσι 1962.
S C H R E C K E N B E R G H., Δράμα:
Vom Werden der griechischen Tragödie
aus dem Tanz, Würzburg 1960.
T H O M S O N G., βλ. παρακάτω στο σχετικό μέ τον Αισχύλο μέρος.
T I È C H E Ε., Thespis, Αιψία 1933.
U N T E R S T E I N E R Μ., Le origini della tragedia e del tragico, Τορίνο 1955.
(IANTARELLA R . ,

IV. ΑΙΣΧΤΑΟΣ
D I , Videologia
del potere e la tragedia greca. Ricerche
su Eschilo, Τορίνο 1978.
B L U M E N T H A L Α . v., Aischylos,
Στουτγάρδη 1 9 2 4 .
G A N T A R E L L A R . , Eschilo I, Φλωρεντία 1941.
DA WE R. D., The Collation and Investigation
of Manuscripts
of
Aeschylus, Cambridge 1964.
— Repertory of Conjectures on Aeschylus, Leiden 1965.
F I N L E Y H . Jr., Pindar and Aeschylus
(Martin Class. Lectures), Cambridge (Mass.) 1955.
F I S C H E R U . , Der Telosgedanke in den Dramen des Aischylos
(Spudasmata 6), Hildesheim 1965.
G A G A R I N M . , Aeschylean
Drama, Berkeley 1 9 7 6 .
G A L L I A N O M . F . , «Les papyrus d'Eschyle», Proceedings
of the IX
Intern. Congr. of Papyrology, Norw. Univ. Press, 1961, 81.
H O M M E L H . (έκδ.), «Aischylos» [Wege der Forschung 87 και 465 : 47
BENEDETTO V .

29

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

άρθρα διαφόρων μελετητών μέ τή σχετική βιβλιογραφία), Darmstadt
1974.
K A U F M A N N - B Ü H L E R D . , Begriff und Funktion
der Dike in den Tragödien des Aischylos (διατρ. Χαϊδελβέργη), Βόννη 1955.
KiEFNER W., Der religiöse Allbegriff des Aischylos (Spudasmata 5),
Hildesheim 1965.
M A D D A L E N A Α . , Interpretazioni
Eschilee, Topivo 1951.
M É A U T I S G . , Eschyle et la trilogie, Παρίσι 1936.
M E L C H I N G E R S . , Die Welt als Tragödie. I. Aischylos,
Sophokles, Μόναχο 1979.
M E T T E H . 3Die
Fragmente der Tragödien des Aischylos, Βερολίνο 1 9 5 9 .
— Der verlorene Aischylos, Βερολίνο 1963.
M U R R A Y G., Aeschylus the Creator of Tragedy, 'Οξφόρδη 1 9 4 0 .
N E S T L E W . , Menschliche Existenz und politische Erziehung in der Tragödie des Aischylos, Στουτγάρδη 1934.
O W E N E . T . , The Harmony of Aeschylus,
Λονδίνο 1952.
P O D L E C K I Α . , The Political Background
of Aeschylean Tragedy, Ann
Arbor 1966.
PoRZiG W., Die attische Tragödie des Aischylos, Αιψία 1926.
R E I N H A R D T Κ . , Aischylos
als Regisseur und Theologe, Βέρνη 1949.
R I E L E C . J . M . J . T E , Les femmes chez Eschyle, Groningen 1955.
R O M I L L Y J . D E , La crainte et Vangoisse dans le théâtre d'Eschyle, Ilaρίσι 1958.
— «Ombres sacrées dans le théâtre d'Eschyle», Le théâtre tragique.
I; Le monde antique, Παρίσι 1962.
R O S E N M E Y E R T. G., The art of Aeschylus,
Berkeley 1 9 8 2 .
S H E P P A R D J. T., Aeschylus and Sophocles. Their Work and Influence
( = Our Debt to Greece and Rome), Νέα 'Τόρκη 1963.
S N E L L B R . , Aischylos
und das Handeln im Drama (Philologus Suppl.
20/1), Αιψία 1928.
SoLMSEN F., Hesiod and Aeschylus, Νέα'Τόρκη 1949, άνατ. 1967.
T A P L I N Ο.. The Stagecraft of Aeschylus : The Dramatic Use of Exits and
Entrances in Greek Tragedy, 'Οξφόρδη 1977.
T H O M S O N G . , Aeschylus and Athens, Λονδίνο "1966 (έλλ. μετ. Γ. Βιστάκης και Φ. Άποστολόπουλος, 'Αθήνα 1954).
U N T E R S T E I N E R Μ . , βλ. στο σχετικό μέ τήν Προϊστορία μέρος.
W A R T E L L E Α., Histoire du texte d'Eschyle dans Γ antiquité, Παρίσι 1971.
— Bibliographie historique et critique d'Eschyle et la tragédie grecque
(1518-1974), Παρίσι 1978.
W I L A M O W I T Z - M O E L L E N D O R F F U . V . , Aischylos:
Interpretationen,
Βερολίνο 1914.
W I N N I N G T O N - I N G R A M R . P., Studies in Aeschylus,
Cambridge, 19H3.
Ε Ι Δ Ι Κ Ό Λ Ε Ξ Ι Κ Ό : W . D I N D O R F , Αιψία 1873.
Π Ί Ν Α Κ Ε ς Λ Ε Ξ Ε Ω Ν : α) G. I T A L I E , Index Aeschyleus (συμπληρώσεις στή
συλλογή άποσπασμάτων τοϋ Mette* ή δεύτερη έκδοση, Leiden 1964,
περιέχει 1 0 σελίδες Addenda άπό τον S T E F A N R A D T ) " β) Η . G. E D I N GER, Index analyticus Graecitatis Aeschyleae, Hildesheim 1981.

30

ν,

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

V. ΣΟΦΟΚΛΗΣ
A D A M S S. M.,
BATES W . N . ,
BLUMENTHAL

Sophocles the Playwright, Univ. of Toronto Press, 1957.
Sophocles: Poet and Dramatist, Λονδίνο 1964.
Α. v., «Sophokles», RE 3 A (1927), 1040-1094.
— Sophokles : Entstehung und Vollendung der griechischen
Tragödie,
Στουτγάρδη 1936.
B O W R A C . M . , Sophoclean Tragedy,
'Οξφόρδη 1944, άνατ. 1947.
B R O E C K E R W . , Der Gott des Sophokles ( = «WissenschafT und Gegenwart. Geisteswissenschaftliche Reihe» H. 50/51), Φραγκφούρτη 1971.
B U R T O N R . W . B . , The Chorus in Sophocles' T M G E R F T E S , ' Ο ξ φ ό ρ δ η 1 9 8 0 .
D I L L E R Η. (iy.^.), Sophokles
[Wege der Forschung 95 : 22 άρθρα διαφόρων μελετητών, μέ μιά γενική εισαγωγή και τή σχετική βιβλιογραφία γιά το διάστημα μετά τό 1960 άπό τόν Η. DILLER), Darmstadt
1967.
D I L L E R Η . - S C H A D E W A L D T W . - L E S K Y Λ . , Gottheit und Mensch in
der Tragödie des Sophokles (3 διαλέξεις), Darmstadt 1963.
E G E R M A N N F.. Vom attischen Menschenbild,
Μόναχο 1952.
— «Arete und tragische Bewusstheit bei Sophokles und Herodot»
(=Vom Menschen in der Antike), Μόναχο 1957, 5.
E H R E N B E R G V., Sophocles and Pericles, 'Οξφόρδη 1954.
E I C K E N - I S E L I N E . , Interpretationen
und Untersuchungen zum Aufbau
der Sophokleischen Rhesis (διατρ. Βασιλεία), Dortmund 1942.
F O C H I F., II valore drammatico
delVopera di Sofocle, Topivo 1946.
G E L L I E G . H . , Sophocles:
A Reading, Μελβούρνη 1972.
K A M E R B E E K J . C . , Studien over Sophokles,
Amsterdam 1934.
K I R K W O O D G . M . , a Study of Sophoclean Drama (Cornell Studies in
Class. Phil. 31), Ithaca και Νέα Τόρκη 1958.
Κιττο Η. D. F., Sophocles: Dramatist and, Philosopher, Λονδίνο 1958.
K N O X B . M . W . , The Heroic Temper : Studies in Sophoclean
Tragedy
(Sather Class. Lectures 35), Berkeley 1964.
L E T T E R S F . J . H . , The Life and Work of Sophocles, Λονδίνο 1953.
M A D D A L E N A Α . , Sofocle, Τορίνο ^1963.
M É A U T I S G . , Sophocle: Essai sur le héros tragique, Παρίσι 1957.
M E L C H I N G E R S., Die Welt als Tragödie I. Aischylos,
Sophokles, Μόναχο 1979.
O P S T E L L E N J . C., Sophocles and Greek Pessimism,
Amsterdam 1952.
— Humanistisch
en religieus standpunt
in de moderne beschouwing
van Sophokles (Niederl. Akad. Ν. R. 17/1), 1954.
P E R R O T T A G., Sofocle, Μεσσήνη και Μιλάνο 1935, άνατ. 1963.
R E I N H A R D T Κ., Sophokles,
Φραγκφούρτη ®1948.
R O N N E T G . , Sophocle, poète tragique, Παρίσι 1969.
S E A L E D . , Vision and Stagecraft in Sophocles, Σικάγο 1 9 8 2 .
S E G A L C H . , Tragedy and Civilization.
An Interpretation of Sophocles,
Cambridge (Mass.) 1981.
S H E P P A R D J . T . , The Wisdom of Sophocles, Λονδίνο 1947.
— βλ. στό σχετικό μέ τον ΑΙσχύλο μέρος.

31

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
J . , Sophoklés,
Βουδαπέστη 1964.
TuROLLA Ε., Saggio sulla poesia di Sofocle, Bari 1934.
U H S A D E L C H R . Α . , Der Chor als Gestalt. Seine Teilnahme am Geschehen
sophokleischen Stücke (διατρ.), Τυβίγγη 1969.
U N T E R S T E I N E R M . , Sofocle: Studio critico, Φλωρεντία 1935.
W A L D O C K A . J . Α., Sophocles the Dramatist,
Cambridge 1951, άνατ.
1966.
W E B S T E R T . B . L . , An Introduction
to Sophocles, Λονδίνο -1969.
W E I N S T O C K Η . , Sophokles, Wuppertal "1948.
W H I T M A N C . H . , Sophocles: A Study of Heroic Humanism,
Cambridge
(Mass.) 1951.
W I L A M O W I T Z - M O E L L E N D O R F F T . V . , Die dramatische Technik des Sophokles (Phil. Unter. 22), Βερολίνο 1917.
W I N N I N G T O N - I N G R A M R . P . , Sophocles: An Interpretation,
Cambridge
1980.
Ε Ι Δ Ι Κ Ό Λ Ε Ξ Ι Κ Ό : F. E L L E N D T - H. G E N T H E , Βερολίνο 1 8 7 2 .
TRENCSÉNYI-WALDAPFEL

VI.

ΕΤΡΙΠΙΔΗΣ

R . , Euripide,
héritier d'Eschyle. I. Choix et traitement des
mythes, Παρίσι 1982.
A U S T I N C . , Nova fragmenta Euripidea
in papy ris reperta (Kl. Texte
187), Βερολίνο 1968.
B A R L O W S . Α . , The Imagery of Euripides,
Λονδίνο 1 9 7 1 .
B A T E S W . N . , Euripides : A Student of Human Nature, Univ. of Pennsylvania Press, 1930.
B E N E D E T T O V. D I , La tradizione manoscritta
Euripidea (Proagones.
Studi 7), Πάδοβα 1965.
— Euripide: teatro e società, Τορίνο 1971.
B L A I K L O C K E . M., The Male Characters of Euripides : A Study
in
Realism, Wellington 1952.
B U R N E T T A . P . , Catastrophe Survived:
Euripides' Plays of Mixed Reversal, 'Οξφόρδη 1971.
C H R O M I K C H R . , Göttlicher Anspruch
und menschliche
Verantwortung
bei Euripides (διατρ.), Κίελο 1967.
C O N A C H E R D . P., Euripidean
Drama: Myth, Theme and Structure,
Univ. of Toronto Press, 1967.
D E L E B E C Q U E E . , Euripide
et la guerre du Peloponnèse, Παρίσι 1951.
— «Euripide et l'actualité de son temps», Le théâtre tragique. î .
Le monde antique, Παρίσι 1962.
F R I E D R I C H W . H., Euripides
und Diphilos (Zetemata 5), Μόναχο 1953.
G A R Z Y A Α . , Studi su Euripide
e Menandro, Νεάπολη 1961.
— Pensiero e tecnica drammatica in Euripide, Νεάπολη 1962.
G O O S S E N S R., Euripide
et Athènes (Acad. Royale de Belgique) 1962.
G R E E N W O O D L . H . G . , Aspects
of Euripidean Tragedy, Cambridge
AELION

1953.
GRUBE G.

M. Α., The Drama of Euripides,

32

Λονδίνο «1961.

VI. Ε Υ Ρ Ι Π Ι Δ Η Σ
Ν . C . , Production
and Imagination
in Euripides,
'Αθήνα 1965.
K R E T Z L . , Persönliches bei Euripides
(διατρ.), Ζυρίχη 1 9 3 4 .
L A N G H O L F V., Die Gebete bei Euripides
und die zeitliche Folge der Tragödien, Γοττίγγη 1971.
L E N N E P D . F. W . V A N , Euripides,
Ποιητής σοφός., Amsterdam 1935.
LooY Η. VAN, Zes verloren tragedies van Euripides (Vlaamse Acad. Kl.
d. Letteren 26) 1964 (51).
L U D W I G W . , Sapheneia:
Ein Beitrag zur Formkunst im Spätwerk des
Euripides (δι,ατρ.), Τυβίγγη 1954.
M A R T I N A Z Z O L I F., Euripide,
Ρώμη 1946.
M E I S S N E R Β . , Mythisches
und Rationales in der Psychologie der euripideischen Tragödie (διατρ.), Γοττίγγη 1951.
M E L C H I N G E R S., Euripides,
Dramatiker des Welttheaters, Άννόβερο
^1971.
— Die Welt als Tragödie. II. Euripides, Μόναχο 1980.
M U R R A Y G., Euripides
and his Age, 'Οξφόρδη Ί 9 5 5 (έλλ. μετ. Κ . Ν.
Παπανικολάου, «Εστία», 'Αθήνα, χ.χ.).
N O R W O O D G., Essays on Euripidean
Drama, Berkeley-Αονδίνο 1954.
P R I E T O M . H . U . , Da esperanca na obra de Euripides,
Λισσαβόνα 1966.
R E I N H A R D T Κ., «Die Sinneskrise bei Euripides», Neue Rundschau 68
(1957) 615 [ = Tradition und Geist, Γοττίγγη 1960, 227 (συλλογικός τόμος για τον Ευριπίδη, 507' βλ. S C H W I N G E ) .
R E V E R D I N Ο . (ε>ί8.). Fondation Hardt. Entretiens VI : Euripide,
Vandœuvres - Γενεύη 1958/1960 ( K A M E R B E E K J. C., «Mythe et realité
dans l'œuvre d'Euripide»· R I V I E R Α . , «L'élément démonique chez
E.»· D I L L E R H., «Umwelt und Masse als dramatische Faktoren bei
Ε . » · L E S K Y Α . , «Psychologie bei E.»· W I N N I N G T O N - I N G R A M R . P.,
«Hippolytus : A Study in Causation»· Z U N T Z G., «Helena: Theology and Irony»· M A R T I N V., «E. et Ménandre face à leur public»).
R I V I E R Α., Essai sur le tragique d^Euripide,
Αοζάννη 1944.
R O H D I C H Η.. Die euripideische
Tragödie. Untersuchungen zu ihrer
Tragik (Eibl. d. klass. Altertumswiss. N. F. 2. Reihe 24), Χαϊδελβέργη 1968.
S C H W I N G E E . R . , Die Verwendung der Stichomythie in den Dramen des
Euripides (Bibl. d. klass. Altertumswiss. N. F. 2. Reihe 24), Χαϊδελβέργη 1968.
— (έκδ.), Euripides (Wege der Forschung 89) : 21 άρθρα διαφόρων μελετητών, μέ εισαγωγή και βιβλιογραφία γιά τό διάστημα μετά το 1960
HOÜRMOUZIADES

άπο τον Ε. R . SCHWINGE), D a r m s t a d t 1 9 6 8 .

Ε. (έκδ.), Euripides:
wood Cliffs 1968.

SEGAL

A Collection of Critical Essays,

Engle-

Umgestaltung des Mythos durch Euripides,
'Αθήνα 1980.
S T R O H M Η., Euripides
(Zetemata 15), Μόναχο 1957.
T U I L I E R Α . , Recherches sur la tradition du texte d'Euripide
(Études &
Comm. 68), Παρίσι 1972.
STEPHANOPOULOS TH. K . ,

33

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

TuRYN Α., The Byzantine Manuscript Tradition of the Tragedies of
Euripides, Urbana 1957.
V A L G I G L I O E . , II tema della morte in Euripide
(Biblioteca della RSC :
Saggi vari IV), Τορίνο 1966.
V E L L A C O T P., Ironic Drama. A Study of Euripides^ Method and Meaning, Λονδίνο 1975.
W E B S T E R T . B . L . , The Tragedies of Euripides,
Λονδίνο 1967.
W H I T M A N C . H . , Euripides and the Full Circle of the Myth, Cambridge
(Mass.) 1974.
Z Ü R C H E R W . , Die Darstellung des Menschen im Drama des
Euripides
(Schweiz. Beitr. z. Altertumswiss. 2), Βασιλεία 1947.
ZUNTZ G., The Political Plays of Euripides, Manchester ^iges.
— An Inquiry into the Transmission of the Plays of Euripides, Gambridge 1965.
Π Ί Ν Α Κ Α ς Α Ε Ξ Ε Ω Ν : J . T . A L L E N - G . ITALIE,
Concordance to Euripides,
Berkeley 1953 (συμπληρώσεις άπό τόν A U S T I N , βλ. παραπάνω) .Επίσης :
C. CoLLARD, Supplement to the Allen and Italie Concordance to Euripides, Groningen 1971.
Ή ενημέρωση σχετικά μέ την έρευνα πάνω στην τραγωδία και τούς
ποιητές της, ή όποία προσφέρεται στο βιβλιογραφικό περιοδικά Anzeiger
für die Altertumswissenschaft
τακτικά άπό τό 1948, συνεχίζεται τώρα άπό
τόν Η. S T R O H M . 'Επίσης: Bibliografia del dramma antico, στό περιοδικό
Dioniso άπό τούς V. B O N A J U T O , R . C A N T A R E L L A , Α . C O L O N N A , Α .
G A R Z Y A , άπό τό 1947. Στην έκδοση Fifty
Years of Classical Scholarship, 'Οξφόρδη ^1968, ό T. Β. L. W E B S T E R κάνει μιά επισκόπηση της βιβλιογραφίας γιά τήν τραγωδία.
Για τά άποσπάσματα: Α . N A U C K , Tragicorum Graecorum Fragmenta (άνατύπωση της 2ης έκδοσης), Hildesheim 1964, μέ ενα παράρτημα άπό
τόν B R . S N E L L . Στόν 'ίδιο οφείλεται καΐ ή έπιμέλεια της νέας έκδοσης των
άποσπασμάτων των Τραγικών: Tragicorum Graecorum Fragmenta (I.
Didascaliae tragicae, Catalogi Tragicorum et Tragoediarum,
Tcstimonia
et Fragmenta Tragicorum Minorum), Γοττίγγη 1971, I V : Sophocles,
έκδ. ST. RADT, Γ ο τ τ ί γ γ η 1 9 7 7 .

Ol εξαιρετικά άξιόλογοι τόμοι τοΰ βιβλιογραφικού περιοδικού Lustrum
(άπό τόν Η. F. J O H A N S E N γιά τόν Σοφοκλή: 1962, 7, και άπό τόν Π. J.
M E T T E γιά τά άποσπάσματα του Εύριπίδη: 1967, 12) μνημονεύονται στά
οίκεϊα κεφάλαια τοϋ βιβλίου.

34

A' Η Κ Α Τ Α Γ Ω Γ Η Τ Η Σ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

"Οποιος διαβάσει τΙς εργασίες των Η. Patzer, G. F. Else και W .
Burkert (δλες δημοσιευμένες στο διάστημα 1962-1964 και μέ
κοινο στόχο να δώσουν λύση στο πρόβλημα της καταγωγής της
τραγωδίας), μπροστά στις όξεϊες αντιθέσεις των θεωριών πού εκπροσωπούν οί τρεις μελετητές, πρέπει να παραδεχτεί δτι σήμερα
ή στεριά είναι χαμένη άπο τά μάτια μας όσο ποτέ άλλοτε. Και μέ
αύτούς δμως τούς δρους, βασική υποχρέωση παραμένει νά προσδιοριστούν μέ άκρίβεια τά προβλήματα καί, δπου είναι άπαραίτητο, νά μείνουν άνοιχτά, χωρίς ωστόσο νά άποκλειστούν προσπάθειες γιά προσωπικές λύσεις.^
Τήν πρώτη δεκαετία του αιώνα μας κυριαρχούσαν θεωρίες πού
βασίζονταν στο έθνολογικό ύλικο και άπέρριπταν κατηγορηματικά τις μαρτυρίες τού 'Αριστοτέλη. 01 παραφυάδες τους φτάνουν
ώς τις μέρες μας. Ό Μ. Ρ. Nilsson, άκόμη και στη δεύτερη έκδοση τού έ'ργου του Geschichte der griechischen Religion,^ έγραφε: « Ή τραγωδία πήρε το δνομά της άπό τούς τραγουδιστές
εκείνους πού, έπειδή ήταν ντυμένοι μέ τραγοπροβιές, ονομάζονταν τράγοι και κάποτε εκτελούσαν τό θρηνητικό τους άσμα πάνω στον τραγόμορφο σκοτωμένο θεό». Καί αυτός, δπως ό R. Μ.
Dawkins® και ο Α. J. Β. Wace,^ άναζήτησε τήν υποθετική αρχέτυπη μορφή σέ λαϊκά έ'θιμα τής σημερινής Μακεδονίας. Γιά τον
νεκρικό θρήνο, πού παίζει μεγάλο ρόλο σ' αύτές τις εθνολογικά
θεμελιωμένες θεωρίες, είναι εύπρόσδεκτη ή παραπομπή τού P a t 1. Γιά τήν παλαιότερη βιβλιογραφία, άξιόλογη παραμένει ή έπισκόπηση
τοϋΕ. Tièche, «Der Ursprung der Tragödie», Jahrb. d. Ver. schw. Gymnasiallehrer, Aarau 1915. Γιά νεότερες εργασίες βλ. Webster, Fifty
Years' ό del Grande δίνει μιά εκτεταμένη καΐ πλούσια τεκμηριωμένη έπισκότιηση στό βιβλίο του Τραγωδία, 293-358· ό Patzer συζητεί τις σύγχρονες θεωρίες, 39-88.
2. Μόναχο 1955, 572. 'Αναφέρεται στην ερευνά του «Der Ursprung
der Tragödie», NJA 27 (1911) 609 καί 673 {=Opusc. I 62 και 111), πού
δημοσιεύτηκε ενα χρόνο πρίν άπό τήν εργασία τοϋ Wilamowitz σχετικά μέ
τούς Ίχνεντες τοϋ Σοφοκλή, πού ήταν βασισμένη άποκλειστικά στήν άρχαία
παράδοση: NJA 29 (1912) 449=ΛΓί. Sehr. I 347.
3. JHS 26 (1906) 191.
4. ABSA 16 (1909/10) 244.

37

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

zer (40) δτ!, σέ μιοα παρόμοία διονυσιακή τελετουργία ό Κ. Ο.
Müller^ είχε ήδη εντοπίσει τον πυρήνα της τραγωδίας.
Ή Jane Ε. Harrison^ είχε διατυπώσει τή θεωρία ότι ό Διόνυσος, άκριβώς δπως οί σημαντικότεροι ήρωες του ελληνικού μύθου, ήταν μιά παραλλαγή του ένιαύσιου δαίμονα, πού, μέ τον άφανισμο και τήν άναγέννησή του, προσωποποιούσε τον κύκλο της
ζωής. Προεκτείνοντας τις ιδέες της J. Ε. Harrison και του F. Μ.
Corriford, ο G. Murray^ υποστήριξε τήν άποψη δτι ή τραγωδία
προήλθε άπο τις εαρινές λατρευτικές πράξεις πού σχετίζονταν μέ
τά πάθη του ένιαύσιου δαίμονα. Αυτή τή θεωρία, πού μάλιστα ήθελε νά άναγάγει σέ παρόμοια δρώμενα και τά έπιμέρους στοιχεία της διαμορφωμένης τραγωδίας, τήν εχει άποκρούσει μέ έξαντλητικά και καλά θεμελιωμένα επιχειρήματα ό Α. W . Pickard-Cambridge.^ Ό G. Murray5 παραδέχτηκε, βέβαια, δτι είχε
αποδώσει υπερβολικά μεγάλη σημασία στά λατρευτικά δρώμενα γύρω άπό τον ενιαύσιο δαίμονα, άλλά βασικά εμεινε προσκολλημένος στή σημασία τους. Πρόσφατα επανήλθε σ' αύτή τή θεωρία ^ Τ. Β. L. Webster® και της εδωσε μιά θέση στήν άναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου του Pickard-Cambridge.
"Οπως στούς παραπάνω ερευνητές, ετσι και στο βιβλίο του
G. Thomson γιά τον Αισχύλο,·^ ή λατρεία παίζει πρωτεύοντα ρό1. Geschichte der griechischen Literatur, Στουτγάρδη ^1876, 2, 26.
2. Themis : A Study of the Social Origins of the Greek Religion, Cambridge 1912, 2η εκδ. 1927.
3. Στο Themis (δ.π.), επίμετρο στο κεφ. 8, 341. Επαναλαμβάνεται στο
εργο του Aeschylus, 'Οξφόρδη 1940, 4κκ. καΐ 146, δπως καΐ στό Euripides and his Age [έλλην. μετ. Κ. Ν. ΓΓαπανικολάου, Ό Ευριπίδης και ή
εποχή τον, 'Αθήνα χ.χ.^. ], 7η εκδ. 'Οξφόρδη 1955. Πρέπει επίσης νά μνημονευτεί και το εργο του L. R. Farneil, The Cults of Greek States, 'ΟΕφόρδη 1896-1909, 5, 234; Περισσότερη βιβλιογραφία στον Patzer, 41, 3. Ή
καλύτερη επισκόπηση τοϋ ύλικοϋ δίνεται τώρα άπό τον J.-P. Guépin.
4. Στην 1η έκδοση τοϋ βιβλίου του Dith. Tr. Com. 185.
5. CQ 37 (1943) 46.
6. «Some Thoughts on the Pre-History of Greek Drama», BICS
5 (1958), και στήν άναθεωρημένη έκδοση τοϋ βιβλίου τοϋ Pickard-Cainbridge, 128.
7. Ό πρόλογος στή γερμανική έκδοση πληροφορεί γιά τις πολυάριθμες
μεταφράσεις αύτοϋ τοϋ βιβλίου [έλλην. μετ. Γ. Βιστάκης καΐ Φ. Άποστολόπουλος, ΑΙσχνλος και 'Αθήναι, 'Αθήνα 1954], Σημαντικό γιά τήν υποδομή των άπόψεων τοϋ Thomson είναι τό βιβλίο του Studies in Ancient
Greek Society: The Prehistoric Aegean, Λονδίνο 1949 [έλλην. μετ. Γ.
Βιστάκης, Το προϊστορικά Αιγαίο, 'Αθήνα 1959].

38

II Κ Α Τ Α Γ Ω Γ Η Τ Η Σ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

λο στην έρμηνεία. Σύμφο^να με αΐ)τήν, ό διονυσιακος θίασος ήταν
ενας μυστικός ομιλος πού διατηρούσε τις δομές και τις λειτουργίες μιας τοτεμικής ομάδας, μέ ελάχιστες άλλαγές. Ά π ο τις μυητικές του τελετές γεννήθηκαν έ'θιμα πού, κατά τήν πορεία τους
άπο τή λατρεία προς το μύθο, αναπαριστούσαν τήν ιστορία των
παθών του Διονύσου* άπο εδώ ό δρόμος οδήγησε στήν τραγωδία.
'Από μεθοδολογική άποψη, oTh. Η. Gaster συγγενεύει μέ τή βρετανική έθνολογική σχολή, καθώς συσχετίζει ούγκαριτικά, χεττιτικά, αιγυπτιακά και εβραϊκά κείμενα, και άνάγει ετσι τή γένεση
τών δραματικών μορφών σέ ενα συνδυασμό λατρευτικών πράξεων
και μύθων γύρω άπο τήν άνανέωση και τήν αύξηση της ζωής κατά τή διάρκεια του έ'τους.
Σέ ολες αυτές τις εργασίες, ή άφθονία του έθνολογικου ύλικοΰ
δέν μπορεί νά ύποκαταστήσει τά κενά πού δημιουργεί ή άπουσία
ορισμένων συνδετικών κρίκων άπο τή συνέχεια μιας υποθετικής
διαδικασίας. Ή μεταφορά αυτών τών ξένων μαρτυριών στον ελληνικό χώρο δέν εχει κανένα ούσιαστικό έ'ρεισμα, και ή έξάρτηση
του μύθου άπο τή λατρεία, πού έκφράζεται μέ τόση βεβαιότητα,
έπιδέχεται πολλή συζήτηση.^ Καταρχήν, αυτή ή έθνολογική κατεύθυνση μένει έκτεθειμένη στή σοβαρή μομφή δτι στή φύση της
τραγωδίας δέν άναγνωρίζει μιά δημιουργία μοναδική και πέρα
γιά πέρα έλληνική. Ό Μ. Ρ. Nilsson, παρόλο πού πολύ συχνά και
ό ϊδιος χρησιμοποίησε μέ έπιτυχία τό έθνολογικό υλικό, Ιχει παρατηρήσει:^ «οί άσυδοσίες της έθνολογικής μεθόδου γίνονται ιδιαίτερα αισθητές δταν έφαρμόζονται σέ υψηλότερα και συνθετότερα θρησκευτικά σχήματα». Αύτή ή παρατήρηση ισχύει έξίσου
και γιά τήν περιοχή της λογοτεχνίας.
"Οσο όμως είναι άπαραίτητη ή έπιφυλακτική άντιμετώπιση
της έθνολογικής μεθόδου, άλλο τόσο θά ήταν λάθος νά χαρακτηριστεί ολότελα άχρηστο τό υλικό πού έχουν συγκεντρώσει οί εκπρόσωποι της. 'Απλώς χρειάζεται νά του δώσει κάνεις τήν κατάλληλη θέση. Αυτό τό κατόρθωσε ό Κ. Th. Preuss,® δταν κάτω άπό
τόν τίτλο «Der U n t e r b a u des Dramas» [ Ή υποδομή του δρά1. Καλές σχετικά μέ τ6 θέμα αύτο οί παρατηρήσεις τοϋ Η. J. Rose,
Mnemosyne, s. 4, 3 (1950) 281.
2. Gesch. d. gr. Religion, τ. I, 2η ^κδ., 11.
3. VBW 7 (1930) 1. Σωστές και αποφασιστικές οί σκέψεις τοϋ Ziegler,
1949.

39

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

ματος ] συγκέντρωσε πλουσιότατες μαρτυρίες γι,ά δραματικά στοιχεία πού διαπιστώνονται σέ πρωτόγονους πολιτισμούς. Σέ μιά
τέτοια υποδομή βασίζονται ή ελληνική τραγο^δία και ή κωμωδία,
καΐ σέ αύτήν άναφέρεται κάθε πληροφορία πού εχουμε γιά ορχηστικές έκδηλώσεις μέ προσωπεία και γιά μιμήσεις δαιμόνων στις
πρωτόγονες φάσεις του πολιτισμού. 'Αλλά και στήν περίπτωση
της ελληνικής τραγωδίας, σκόπιμο είναι νά διαχωρίζεται ή προϊστορία άπό τήν ιστορία της, πού καθορίζεται άπο τήν προσωπική
συμβολή μεγάλων ποιητών. "Ενας άξιόλογος έρευνητής, πού υπηρέτησε έπάξια και τήν έθνολογία και τή φιλολογία, έχει έκφράσει
μέ μεγάλη σαφήνεια αύτήν τή διάκριση, λέγοντας γιά το θαΰμα
της τραγωδίας, πού γεννήθηκε αποκλειστικά στήν'Αθήνα: «αύτο
και μόνο το γεγονος είναι άρκετή άπόδειξη οτι έδώ δεν πρόκειται
γιά εξέλιξη παρά για δημιουργία».^
Και στήν Ελλάδα ή προϊστορία τών δύο δραματικών ειδών οδηγεί στήν περιοχή της πρωτόγονης ορχησης, μέ τήν οποία ό άνθρωπος ζητούσε νά προφυλαχτεί άπο τούς δαίμονες ή νά εξασφαλίσει τήν εύνοιά τους. Ό Ε. Buschor^ εχει τονίσει τήν ποικιλία
αύτών τών ορχηστικών έκδηλώσεων και εχει συγκεντρώσει πλήθος σχετικές ονομασίες. Ά π ο αύτο τό πρωταρχικό στάδιο προέρχεται κυρίως ή χρήση του προσωπείου, πού φορούσε ό "Ελληνας
ηθοποιός και της τραγωδίας και της κωμωδίας δλες τις έποχές.Τή
χρήση του προσωπείου άπο το χορό τήν έχει δείξει μέ άπόλυτη
πειστικότητα (πρβ. και Η. Hommel, i V / ^ ' l 9 4 0 , 282, 47) ή Μ.
Bieber («Maske», 2083).
Στή δική μας περιοχή, αύτές οί ορχήσεις μέ προσωπεία μας
θυμίζουν κυρίως τούς σατύρους, πράγμα πού διευκολύνει τήν αύτόματη σύνδεση μέ πλήθος συγγενικές παραστάσεις άλλων λαών.
Έ δ ώ θά μπορούσε κάνεις νά άναφέρει και τον Διόνυσο, πού τόν
ύπηρετοΰσαν οι σάτυροι και ήταν ό κατεξοχήν προσωπιδοφόρος
θεός.® Ωστόσο δέν πρέπει νά ξεχνούμε οτι τό προσωπείο και ή
?;ρχηση κάποτε απλώνονταν πολύ πέρα άπό τά δρια του κο,τοπινοϋ θεού του θεάτρου. Ή Μ. Bieber («Maske») δίνει τις σχετικές μαρτυρίες γιά τή λατρεία της Άρτεμης καΐ της Δέσποινας,
οπου οι ζωόμορφοι όρχηστές, δπως άπεικονίζονται στο πέπλο του
1. Κ. Meuli, Schweizer Masken, Ζυρίχη 1943, 58.
2. «Satyrtänze und frühes Drama», SBAW 1943/5, 5.
3. Πρβ. W. Wrede, «Der Maskengott», MDAI(A)
53 (1928) 66.

40

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

λατρευτικού άγάλματος της Λυκόσουρας,^ συνεχίζουν ολοφάνερα
τήν παράδοση των μυκηναϊκών δαιμόνων μέ το ζωόμορφο προσωπείο. Οί θεότητες αύτές σχετίζονται, κατά κανόνα, μέ τη φυσική άναπαραγωγή, και ϊσως θά επρεπε νά αναρωτηθούμε αν και
οΐ σχετικές ορχηστικές έκδηλώσεις ήταν κάποτε αύτοτελεις έκδηλώσεις, οπως και οΐ σάτυροι άρχικά ήταν άνεξάρτητοι άπο τον
Διόνυσο. Αύτο πάντως φαίνεται νά εύνοεϊται άπό τά εθνολογικά
παράλληλα.
Μιά καλή εισαγωγή στά έθιμα αύτοΰ του ε'ίδους προσφέρουν
οι εργασίες του Κ. Meuli.^ Ωστόσο μένει άνοιχτο το ερώτημα άν
τά προσωπεία πρέπει νά θεωρηθούν άποκλειστικά νεκροί πού επιστρέφουν, ή μήπως, ειδικά γιά τήν Ελλάδα, είναι δυνατό νά γίνει
λόγος γιά άπευθείας μίμηση δαιμόνων της φύσης.® Ό Meuli διευκρινίζει, πολύ εύστοχα, δτι 6 άπλός άνθρωπος δέν φορά ποτέ το
προσωπείο γιά στολίδι: μέ τή βοήθειά του μεταμορφώνεται, και
σ' αύτήν τή μεταμόρφωση κυριεύεται άπο τή μαγεία της δαιμονικής δύναμης πού προσπαθεί νά παραστήσει.^ Έ δ ώ διαπιστώνεται
τό φαινόμενο τό όποιο ό Meuli, άκολουθώντας τον Frobenius, ονομάζει έκσταση. Σ' αύτό το πρωταρχικό φαινόμενο «γενικά έχουν τις ρίζες τους οί καλύτερες καΐ γονιμότερες ιδιότητες του
άνθρώπου, έδώ έχουν τις ρίζες τους ή κατανόηση και ή συμπάθεια στήν εύρύτερη και βαθύτερη σημασία τους, έδώ έχει τις ρίζες της ή άληθινή τέχνη του δράματος, της παράστασης».
Χαρακτηρίζοντας όμως τό προσωπείο ώς πρωταρχικό δραματικό στοιχείο, φαίνεται νά έρχόμαστε σέ αντίθεση μέ τις άρχαΐες
1. Στο βιβλίο τοΰ Μ. Ρ. Nilsson, δ.π., πίν. 31, 2. 'Έχοντας μπροστά μας
τούς μουσικούς δέν είναι δυνατό νά άμφφάλλουμε δτι πρόκειται γιά χορο μέ
προσωπεία. Σχετικά μέ τή λατρεία βλ. R. Stiglitz, Die grossen Göttinnen
Arkadiens, ειδική εκδ. τοϋ Öst. Arch. Inst. 15, 1967.
2. Στο άρθρο του ((Maske» στό Handbuch des deutschen Aberglaubens, 1933, προστίθεται ή εισαγωγή στο εργο του Schweizer Masken, Ζυρίχη 1943, καθώς και ή ερευνά του μέ τον τίτλο ((Altrömischer Maskenbrauch», ΜΗ 12 (1955) 206.
3. 'Υπερβολικά κατηγορηματικός είναι ό F. Speiser, ((Schreck- und
Scherzmasken», Schweizerische Volkskunde 31 (1947) 92: ((Κανένας δέν
ϋά άμφισβητήσει δτι τά άνθρωπόμορφα προσωπεία προέρχονται άπό άνιμιστικές άντιλήψεις». Πρβ. καΐ Κ. Kerényi, ((Uomo e maschera», Dioniso
12 (1949) 17.
4. Σωστά τονίζει ή M. Bieber, History 28, τή σημασία της άμφίεσης
γιά τήν πράξη της μεταμόρφωσης στο τραγικό θέατρο.

41

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

πληροφορίες^ οί όποιες άποδίδουν στον Θέσπη την έπινόηση του
θεατρικού προσωπείου. Έ δ ώ προβάλλει και πάλι ή τάση των άρχαίων να ονομάζουν εναν εφευρέτη γιά καθετί. Σ ' αύτο το θέμα
θά επανέλθουμε, οταν θά άσχοληθοΰμε μέ τον Θέσπη.
"Ολες οί θεωρίες πού έ'χουν άναφερθει ως τώρα δείχνουν την
πρόθεση να προχωρήσουν χωρίς τον 'Αριστοτέλη. Στη σχέση τους
μέ αύτον χωρίζουν οί δρόμοι της ερευνάς. Προτού δμως διατυπώσουμε τό καίριο και σοβαρο ερώτημα τί μας προσφέρουν οί παρατηρήσεις του φιλοσόφου και πόση εμπιστοσύνη αξίζουν, πρέπει
νά ρίξουμε μιά ματιά σέ μερικές άκόμη ερευνητικές προσπάθειες,
πού έ'χουν κάποια χαλαρή σχέση μέ τΙς θεωρίες πού συζητήθηκαν
ώς τώρα.
'Αξίζει πρώτα πρώτα νά μνημονευτεί 6 Α. Dieterich,^ ό όποιος, σέ μιά άρκετά παλαιά έ'ρευνα, ξεκίνησε άπό τό θρήνο των
αθηναϊκών Χύτρων γιά τήν άποκρυστάλλωση δμως της καλλιτεχνικής μορφής συνεκτίμησε και τήν επίδραση των έλευσινιακών
δρωμένων. Έ δ ώ πρέπει και πάλι —και αυτό τό θεωρώ σημαντικό— νά διαχωρίσουμε ριζικά τον κόσμο τών μυστηρίων άπό τόν
κόσμο της τραγωδίας. 'Ενώ στήν τραγωδία έχουμε έ'να λόγον διδόναι του ανθρώπου μέσα στή ρευστότητα της υπαρξής του, γιά
τά μυστήρια άρκεϊ νά θυμηθοΰμε τά λόγια του 'Αριστοτέλη (άπ.
15) δτι σ' αύτόν τό χώρο δεν ερχόταν κάνεις γιά νά μάθει, παρά
γιά νά άφοσιωθεϊ.
Μέ δημιουργική ορμή προσπάθησε ο Μ. Untersteiner^ νά
1. Μ. Bieber, «Maske», 2072. Για τό πρόβλημα σχετικά μέ τόν ενρετήν βλ. Α. Kleingünther, Πρώτος ενρετής (Philologus Suppl. 26), 1933.
2. «Die Entstehung der Tragödie», Kl. Sehr., Λιψία 1911, 414· στά
έλευσίνια μυστήρια εφτασε μέσο τοϋ Ε. Rohde, KL Sehr., Τυβίγγη 1901,
2, 361. Έλευσινιακές επιδράσεις πιστοποιεί και ό Ziegler (1951). Μιά συμβιβαστική θέση παίρνει ό Ρ. Amandry, «Eschyle et Eleusis», Mél. Grégoire I, 1949, 27. Γενικά, ytà τά μυστήρια καΐ τήν τραγωδία βλ. Μ. Untersteiner, 201, ό όποιος δέχεται επίδραση άπό τό ττνεϋμα τών μυστηρίων.
Γιά τις γιορτές της Ελευσίνας, βλ. Μ. Ρ. Nilsson, δ.π. 469.
3. Τό πρόβλημα της γένεσης τοϋ δράματος άντιμετωπίστηκε στήν ιταλική βιβλιογραφία μέ πολλούς τρόπους: έκτός άπό τά βιβλία τοϋ R. Cantarella (τώρα και στο εργο του Storia délia letteratura greea, Μιλάνο 1962,
226, και La letteratura greea elassiea, Φλωρεντία 1967, 171), βλ. επίσης
σ. 37 σημ. 1, και τους Peretti, Untersteiner καΐ del Grande (έπίσης Intorηο alle origine délia tragedia ed altri saggi, Νεάπολη 1936)· άκόμη, F. Gagliuolo, «Sul problema di Thespis e l'origine del dramma satiresco»,
RIGI 13 (1929) 1" B. Stampo, Le origini délia tragedia, Μιλάνο 1935

42

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

προεκτείνει τή συζήτηση του προβλήματος μας ως τις άρχες του
ελληνικού πολιτισμού. Φυσικά, σε τόσο πρώιμες εποχές δεν κατορθώνει να έντοπίσει συγκεκριμένες δραματικές μορφές, παρά
μόνο τις πνευματικές προϋποθέσεις πού οδήγησαν σέ μιά τραγική θεώρηση του κόσμου. Αύτες τις άνακαλύπτει στη δημιουργική ένταση των ετερογενών στοιχείων άπο τα όποια γεννήθηκε 6
έλληνισμός. στήν άντίθεση άνάμεσα στους Ίνδοευρωπαίους εισβολείς και στον κόσμο του μεσογειακού πολιτισμού. Ή προσπέλαση είναι γόνιμη, και 6 Α. Weber (213) χρησιμοποίησε έξαντλητικά αύτό τον πλούτο των αντιθέσεων γιά νά εξηγήσει τήν εξέλιξη.
Φυσικά, δταν προσπαθήσει κάνεις νά άναγάγει σ' εκείνη τήν πρώιμη περίοδρ επιμέρους στοιχεία της διαμορφωμένης τραγωδίας,
καταλήγει άναγκαστικά σέ άβέβαιες υποθέσεις. Τά 'ίχνη της παρουσίας του Διονύσου στήν περιοχή του Αιγαίου πολιτισμού παραμένουν υποθετικά, ένώ, έξάλλου, οι Ίνδοευρωπαϊοι συγγενείς
των σατύρων έ'ρχονται νά άναιρέσουν τήν άπόδοση των συντρόφων τους σέ προελληνικές περιόδους. Ή μεγάλη προελληνική
Μητέρα-Θεά και 6 Πάρεδρός της οπωσδήποτε έπηρέασαν ποικιλότροπα τή θρησκεία και τούς μύθους των Ελλήνων, άλλά ούτε
ή ιστορία του 'Αγαμέμνονα και της Κλυταιμήστρας ουτε μιά σειρά άλλοι τραγικοί κύκλοι μπορεί νά προέρχονται άπό εκεί. Οί ύπερβολές αύτής της μεθόδου άποκαλύπτονται οταν 6 Untersteiner προσπαθεί νά τήν εφαρμόσει γιά τήν άνασύνθεση των "Ηρακλείδων και του Φιλοκτήτη του Αισχύλου. ^
'Αφετηρία του Η. Schreckenberg είναι μιά έντελώς υποθετική ιστορία της λέξης όραν, πού προϋποθέτει τήν πρωταρχική σημασία της δράσεως χειρών καί, μέ τή συνακόλουθη μιμική-ορχηστική χρήση της λέξης γιά τό δράμα, καταλήγει νά σημαίνει «παράσταση μιμική μέ κίνηση του σώματος».^ Θά διστάζαμε νά ταυτίσουμε τις άρχές της τραγωδίας μέ ενα είδος άπλής παντομιμι(μέ στάση άντιφιλολογι,κή), καί στο Dioniso 6 (1937) 143. Επίσης, G.
Perrotta, «Tragedia: origine», Endel. Ital. 34 (1937) 146.
1. Gli «Eraclidi» e il «Füottete» di Eschilo, Φλωρεντία 1942. Ε ξ α ι ρετικά άκραΐος στίς εκτιμήσεις του γιά τό ((μεσογειακό» στοιχείο εϊναι ό
(>. Patroni, Studi di mitologia mediterranea ed omerica (Ist. Lombarde
25/2), Μιλάνο 1951.
2. Αύτη ή ερμηνεία δεν μου φαίνεται τόσο καλά θεμελιωμένη, οσο υποθέτει δ Patzer . (127, 4), ό όποιος δμως, κατά τά άλλα, άποκρούει τή θέση
τοϋ Schreckenberg.

43

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

κής δρχησης. Τή στενή σχέση πού είχαν άπό την άρχή τά στοιχεία «λόγος, μουσική και ορχηση» τή φώτισε θαυμάσια ή Α. Μ.
Dale τό 1960 στο έναρκτήριο μάθημά της στο Κολέγιο Birkbeck
του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Και στά δύο μέτωπα, πού διακλαδίζονται σέ ποικίλες παραλλαγές άνάλογα μέ το χειρισμό του προβλήματος, άνήκει ό J.
Lindsay. Στο εκτενέστερο πρώτο μέρος του βιβλίου του δείχνεται συνεχιστής της J a n e Harrison, του Corn ford και του Cook,
καθώς άνακαλύπτει, μέ εξαιρετική τόλμη, μια ενωτική γραμμή άπδ το σαμανισμο και τις μυητικές τελετές ώς τή θρησκεία τών
Ελλήνων, ένώ στήν πραγμάτευση του προβλήματος τών άρχών
ξεκινά άπό τις παρατηρήσεις του 'Αριστοτέλη. Αύτή ή άντίφαση
τών δύο μερών δείχνει άκόμη μιά φορά πόσο προβληματικά είναι
να έ'ρθουν σέ άμεση έπαφή ή προϊστορία του δράματος, δπως άνιχνεύεται μέ βάση τά εθνολογικά δεδομένα, και ή ιστορική μορφοποίησή του.
Κάθε βήμα πέρα άπο αύτή τή γενική βάση ορίζεται άπο τή θέση πού παίρνει ό καθένας άπέναντι στις μαρτυρίες της Ποιητικής
του 'Αριστοτέλη ( 1 4 4 9 a ) Γ ε ν ο μ έ ν η δ' ούν άπ' άρχής αυτοσχεδιαστικής —και αυτή καΐ ή κωμωδία, καΐ ή μεν άπό τών έξαρχόντων τον δώνραμβον, ή δε άπό τών τά φαλλικά α ετι καΐ νϋν εν
πολλαΐς τών πόλεων διαμένει νομιζόμενα— κατά μικρόν ηύξήθη
προαγόντων δσον εγίγνετο φανερόν αυτής· και παλλάς μεταβολάς
μεταβαλοϋσα ή τραγωδία επανσατο, επεί εσχε την αυτής φύσιν.
και τό τε τών υποκριτών πλήθος εξ ενός είς δύο πρώτος ΛΙσχύλος ήγαγε και τά τοϋ χοροϋ ήλάττωσε και τόν λόγον πρωταγωνιστεΐν παρεσκεύασεν τρεις δε και σκηνογραφίαν Σοφοκλής, ετι
δε τό μέγεθος· εκ μικρών μύθων και λέξεως γελοίας διά τό εκ
σατυρικού μεταβαλεΐν οψε άπεσεμνΰνθη, τό τε μέτρον εκ τετραμέτρου Ιαμβειον εγένετο. τό μεν γάρ πρώτον τετραμέτρω εχρώντο διά τό σατυρικήν και όρχηστικωτέραν είναι την ποίησιν, λέξεως δε γενομένης αυτή ή φύσις τό οίκεΐον μέτρον εύρε· μάλιστα
1. Κείμενο: R. Kassel,'Οξφόρδη 1965. Σχόλια: I. By water,'Οξφόρδη
1909· Α. Rostagni, Τορίνο 1928, Η945· Α. Gudeman, Βερολίνο 1934.
'Ερμηνεία: G. F. Else, Aristotle's Poetics: The Argument, Cambridge
(Mass.) 1957· D. W. Lucas, 'Οξφόρδη 1968· L. Cooper-A. Gudeman, A
Bibliography of the Poetics of Aristotle (Cornell Stud, in English 11),
New Haven 1928, μέ τό συμπλήρωμα τοϋ M. T. Herrick, AJPh 52 (1931)
168.

44

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΛΣ

γαρ λεκτικόν των μέτρων το ΙαμβεΙόν εστίν... ετι δε επεισοδίων
πλήθη, καΐ τά άλλα ώς έκαστα κοσμηθήναι λέγεται εστω ήμΐν εΐρημένα' πολυ γάρ αν ίσως έργον εϊη διεξιέναι καθ' εκαστον.^
'Επειδή σ' αύτο το κείμενο, παρ' όλη τή συνοπτικότητά του, εχουμε τΙς πιο συγκεκριμένες μαρτυρίες γιά τή γένεση της τραγωδίας, τό πρόβλημα της άξιοπιστίας του εχει άποφασιστική σημασία. Έ δ ώ έμφανίζεται στήν πιο δραστική της έκφραση ή διάσταση των γνωμών. 'Αμέσως γίνεται φανερό δτι οί εκπρόσωποι των
έθνολογικών θεωριών, πού είδαμε πιο πάνω, άναπόφευκτα άρνοΰνται τήν άξιοπιστία τοΰ 'Αριστοτέλη. "Ετσι και ή στάση του
Μ. Ρ. Nilsson εμεινε ώς το τέλος αρνητική. Ή άπόρριψη δμως
τών παρατηρήσεων τοΰ 'Αριστοτέλη δέν περιορίζεται καθόλου
σ' αύτόν μόνο τον κύκλο. Νά μερικές παραπομπές: 6 W . Schmid
στο έ'ργο του Geschichte der griechischen Literatur (2, 775)
χλευάζει τούς ορθόδοξους αριστοτελικούς· ό R. Gantarella σέ όλες τις παρατηρήσεις του^ σχετικά μέ το πρόβλημα κράτησε άρ1. (Ξεκίνησε λοιπον άπό μιά άφετηρία αύτοσχεδιαστική —καΐ ή ϊδια
[δηλ. ή τραγωδία] και ή κωμωδία: ή πρώτη, άπό τούς έξάρχοντες τοΰ διθυράμβου" ή άλλη, άπό τις φαλλικές πομπές, πού έξακολουθοϋν νά τηρούνται άκόμη και σήμερα σέ πολλές πόλεις. Βαθμιαία αύξήθηκε, καθώς άναπτύσσονταν δσα στοιχεία της φανερώνονταν. Ή τραγωδία, άφοϋ πέρασε άπό πολλά μεταβατικά στάδια, τελικά σταμάτησε, δταν βρήκε τή φύση της.
Τόν άριθμό των υποκριτών πρώτος ό Αισχύλος τόν αύξησε άπό ενα σέ δύο,
και ελάττωσε τά μέρη τοΰ χοροϋ και έδωσε πρωταγωνιστική θέση στό διάλογο" τρεϊς ύποκριτές και τή σκηνογραφία, ό Σοφοκλής. Τό ?διο καΐ σχετικά μέ τήν έκταση" καθώς ξεκίνησε άπό σύντομους μύθους και χρησιμοποιούσε όχι πολύ σοβαρό γλωσσικό ιδίωμα, επειδή προήλθε άπό ενα στάδιο σατυρικό, κάπως άργά άπόχτησε σοβαρότητα" και τό μέτρο άπό τροχαϊκό εγινε ιαμβικό —στήν άρχή χρησιμοποιούσαν τό τροχαϊκό τετράμετρο, επειδή ή δραματική ποίηση ήταν σατυρική και όρχηστικότερη" δταν δμως προστέθηκε ό διάλογος, ή ϊδια ή φύση βρήκε τό δικό της μέτρο" γιατί άπό δλα
τά μέτρα τό ιαμβικό πλησιάζει περισσότερο στόν καθημερινό λόγο... επίσης καί γιά τόν άριθμό τών επεισοδίων και γιά δλα τά υπόλοιπα, δπως διαμορφώθηκαν, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, άρκοϋν τά δσα έχουν είπωθεϊ" γιατί θά χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια γιά νά άναπτύξω διεξοδικά δλα τά επιμέρους θέματα.) Τό κείμενο δίνεται έδώ σύμφωνα μέ τήν έκδοση τοΰ R.
Kassel, πού τόν άκολουθοΰμε {RhM 105 (1962) 117] και στήν άποδοχή
της γραφής πρωταγωνιστεΐν τοϋ Σοφιανού. Λιγότερο βέβαιη μας φαίνεται
ή άρνηση της συμπλήρωσης εκ <τον> σατυρικοϋ. Τό άρθρο μαρτυρεΐται στή
συροαραβική μετάφραση" βλ. και Patzer, 53, 1. Είναι άπορριπτέα ή προσπάθεια τοΰ G. F. Else («Aristotle and Satyr-Play», TAPhA 1939,
139) νά όβελίσει τό κείμενο άπό τό τρεις όε ώς τό άπεσεμνννθη.
2. I primordi délia tragedia, Salerno 1936' Eschilo I, Φλωρεντία

45

Η ΚΛΤΛΓΩΙ'Π THD

ΤΡΛΓΩΔΙΛΣ

νητική στάση* ό Pickard-Cambridge στο βιβλίο του, πού προσφέρει την πιο φροντισμένη συλλογή τιληροφοριών γιά το θέμα
μας, κράτησε την 'ίδια στάση —πάντως είναι άξιοσημείωτο δτι
στη δεύτερη έκδοση αύτοΰ του έργου ο Τ. Β. L. Webster (95) είναι πολύ πιο επιφυλακτικός στις εκτιμήσεις του. "Οταν στο τέλος
αύτοΰ του κεφαλαίου κατευθύνουμε τήν προσοχή μας στις νεότερες ερευνες πάνω στο πρόβλημα, στίς εργασίες του Patzer, του
Else και του Burkert, θά συναντήσουμε και πάλι ή τήν καθολική
άπόρριψη ή τουλάχιστον τή σκεπτικιστική άντιμετώπιση των άριστοτελικών παρατηρήσεων.
Το άντίπαλο μέτωπο τό άποτελοΰν οι ερευνητές πού άκολουθοΰν τον Wilamowitz στήν ερμηνεία του, δπο^ς διατυπώνεται
ήδη στον 'Ηρακλή, και αποδίδουν μεγάλη σημασία στίς πληροφορίες του 'Αριστοτέλη. Είναι ό W . Kranz, ό Μ. Poblenz και ό
Κ. Ziegler, καί μπορεί νά προστεθεί καΐ ό συγγραφέας αύτοΰ τοΰ
βιβλίου. Ά π ο τον 'Αριστοτέλη ξεκινά καί ό Η. Koller,^ αλλά τελικά καταλήγει σέ μια κατασκευή: μέ βάση τή γραφή απ' άρχής
αυτοσχεδιαστικής τοΰ Parisinus, φτάνει στήν παραδοχή ένος στιχικοΰ προοιμίου πού τό εκτελούσε ενας κιθαρωδός πριν άπο το διθύραμβο. Στούς νεότερους μελετητές πού θέλησαν νά ενσωματώσουν τον 'Αριστοτέλη στίς προσωπικές τους θεωρίες αναφέρουμε
τον Μ. Untersteiner καί τον J. Lindsay. Στίς πρωτότυπες προσπάθειες τοΰ Κ. Kerényi^ νά ρίξει φως στο πρόβλημά μας ξεκινώντας άπο τή γένεση της ιταλικής όπερας, διαβάζουμε τήν άκόλουθη φράση: «Αύτή είναι "ή τραγο:)δία πρίν άπο τήν τραγωδία"
στήν Ελλάδα, δπο^ς τήν ύπαινίσσεται ό 'Αριστοτέλης στο σκιαγράφημά του· γιά μδίς, δπως καί γιά κεΐνον, άποτελεϊ το συγκεκριμένο θεμέλιο γιά μιά Ιστορία της γένεσης της τραγωδίας».
'Εδώ πρόκειται γιά μιά άπο τίς περιπτώσεις δπου ό σαφής έντοπισμος των ορίων της επιστήμης μας άνταποκρίνεται στο πνεύμα της περισσότερο άπο δ,τι ή σίγουρη διακήρυξη της προσωπικής γνώμης. Στο πρόβλημα άν ο 'Αριστοτέλης μας μεταδίδει δε1941' βλ. επίσης τά δύο βιβλία του γιά τήν άρχαία ελληνική λογοτεχνία πού
μνημονεύονται στή σ. 42 σημ. 3, καί πρόσφατα «Alcune considerazioni
sul teatro greco», Dioniso 37 (1963) 3.
1. «Dithyrambes und Tragödie», Glotta 40 (1962) 183.
2. Στο κεφάλαιο «Geburt und Wiedergeburt der Tragödie», άπο το
βιβλίο του Streifzüge eines Hellenisten, Ζυρίχη 1960, 38.

46

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

δομένα ή ύποθέσεις, δεν εχουμε τή δυνατότητα νά έζασφαλίσουμε
μιά μαρτυρία άπαλλαγμένη άπο κάθε άμφφολία. Αύτό φυσικά
δεν σημαίνει οτι πρέπει να παραιτηθούμε άπό τήν προσπάθεια να
πετύχουμε το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό πιθανότητας. Πρέπει άμέσως να τονιστεί οτι ή άποψη πώς δ 'Αριστοτέλης μεταδίδει εδώ άνεξέλεγκτες υποθέσεις ερχεται σέ πλήρη άντίθεση μέ
δ,τι γνωρίζουμε για τή μέθοδο της δουλείας του σε ιστορικά θέματα. "ίσως νά μήν μπορούμε πιά νά προσδιορίσουμε τήν έκταση
και τό είδος τών πηγών του σχετικά μέ τό πρόβλημα της τραγωδίας· αύτό δμως δέν σημαίνει οτι δεν είχε στή διάθεσή του ττηγές.
Οί σοφιστές άρχισαν άπό νωρίς νά άσχολουνται μέ τά λογοτεχνικά είδη και νά διατυπώνουν και σχετικά μέ αυτά τό πρόβλημα
τών άρχών, Ό Kranz (4) μάλιστα φτάνει ώς τό σημείο νά μιλά
γιά άφθονο θεωρητικό ίστορικοφιλολογικό υλικό, πού χρονολογείται πριν άπό τήν Ποιητική. Ή σκέψη δτι ο 'Αριστοτέλης άπέχει
άπό τους προδρόμους, πού μας άπασχολοΰν εδώ, μόνο δύο περίπου έκατοντάδες χρόνια, ενώ σ' εμάς ή άπόσταση ξεπερνά ισάριθμες χιλιετίες, μπορεί νά φαίνεται κάπως πρωτόγονη άλλά δέν είναι, γι' αύτόν τό λόγο, άστήριχτη. Συμφωνούμε μέ τόν Α. Rostagni,^ ο όποιος προϋποθέτει σημαντικά στάδια προπαρασκευής
και γιά τήν Ποιητική., δπως μας είναι γνωστά και γιά τά Πολιτικά. Ή συντομία και ή άδρότητα τών παρατηρήσεων της Ποιητικής οφείλονται στό ρόλο πού θά έπαιζαν ώς σχέδιο παραδόσεων.
"Ολες τους δμως προέρχονται άπό πολύ πλουσιότερη γνώση, και
αύτό μας άφήνει νά τό καταλάβουμε καθαρά ό 'Αριστοτέλης, δταν
σαό κεφ. 5, 1449a 29, διακόπτει μέ τήν παρατήρηση δτι θά πήγαινε πολύ σέ μάκρος νά ύπεισέλθει σέ δλες τις λεπτομέρειες. 'Ιδιαίτερη σημασία έ'χει έδώ, δπως ύπογράμμισε ήδη ό By water, ^
τό χωρίο (κεφ. 5,1449a 37) δπου ό 'Αριστοτέλης δηλώνει τήν έλλιττή γνώση του γιά τις άρχές της κωμωδίας, ένώ γιά τις πληροφορίες σχετικά μέ τήν τραγωδία σημειώνει άπερίφραστα: ai μεν
ονν της τραγωδίας μεταβάσεις και δι' ών εγένοντο ον λελήθασιν.
11 ρέπει νά καταλογίσουμε στόν φιλόσοφο τουλάχιστον επιπολαιότητα στήν έκφραση, αν του άρνηθοΰμε τήν άξιοπιστία. Σέ ένα τέτοιο συμπέρασμα θά μπορούσαμε νά καταλήξουμε μόνο αν διαπιστώναμε αντιφάσεις μέσα στό ϊδιο έργο ή μέ άλλα γνωστά δεδο1. "Ο.π., σ. XXV.
"Ο.π. 3 8 .

2.

47

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

μένα. Επομένως, είναι ιδιαίτερα άποφασιστικό το ερώτημα κατά
πόσο οι μαρτυρίες της Ποιητικής μας επιτρέπουν νά σχηματίσουμε μιά εικόνα άπαλλαγμένη άπο άντιφάσεις, πού μπορεί νά ένισχυθεΐ και άπό άλλα δεδομένα. Πρέπει νά εξετάσουμε πρώτα τα
επιμέρους στοιχεία, γιά νά ερευνήσουμε κατόπιν τή δυνατότητα
νά φτάσουμε σέ μιά λογική σύνθεση.
Περιττές δυσκολίες δημιουργήθηκαν κάποτε άπο τήν έκφραση άπο των έξαρχόντων τον διθύραμβον. Κάποια σύγχυση προκάλεσε Ό F. Bradac,^ οταν συγκέντρωσε μαρτυρίες γιά τήν άσάφεια στή χρήση του ρήματος. Ό Kranz (17) μέ τούς εξάρχοντες
καταλάβαινε τούς τραγουδιστές του χορού, και ό Untersteiner
(248), άκολουθώντας τά 'ίχνη του Lammers (164), συσχέτισε τήν
άμφισβητούμενη έκφραση μέ τούς διπλούς χορούς. Σέ δλα αύτα
μπορεί νά αντιπαρατεθεί ή παρατήρηση δτι ό 'Αριστοτέλης, στον
άπλο έπιστημονικό του λόγο, δεν θά διάλεγε αύτή τή λέξη, αν δεν
ήθελε νά δηλώσει μέ αύτήν άκριβώς τον πρώτο τραγουδιστή. Ό
Ziegler (1907κ.· 1944, 25) έχει συγκεντρώσει ομηρικά και άλλα
παραδείγματα, πού μαρτυρούν τή χρήση του ρήματος γι' αύτή τή
δραστηριότητα. Ό Patzer (90, 6) δείχνει δτι δέν είναι πιά δυνατό
νά ύπάρξει καμία αμφιβολία γι' αύτο το θέμα. 'Οπωσδήποτε, ό
'Αριστοτέλης άνακάλυψε τον πυρήνα μιας δραματικής άντιπαράθεσης άκριβώς στή σχέση του έξάρχοντα μέ το χορό* ωστόσο, θά
δίσταζα κάπως νά άναγνωρίσω στον έξάρχοντα, δπως ό Ziegler
(1908), τον πρώτο υποκριτή, και έτσι νά έξηγήσω τή σιωπή του
φιλοσόφου σχετικά μέ τήν έμφάνισή του. Ό υποκριτής, δπως θά
δοΰμε πιο κάτω, εισάγεται άπό διαφορετική περιοχή.
Ή Ποιητική θεωρεί δτι μία άπό τις ρίζες της τραγωδίας είναι
ό διθύραμβος. "Ολές οί προσπάθειες νά έτυμολογηθεϊ τό δνομα
αύτοϋ του άρχαίου λατρευτικού τραγουδιού έχουν άποτύχει* σίγουρα πρόκειται γιά προελληνικό δάνειο.^ Φυσικά, δέν μπορούμε
νά χωρίσουμε τό τραγούδι άπό τή λατρεία του Διονύσου. Στα λόγια τοϋ 'Αρχιλόχου (120 W.), πού καυχιέται δτι ξέρει νά τονίσει
1. PhW 50 (1930) 284.
2. Πρβ. Η. Frisk, Gr. Etym. Wörterb., στ6 λ. διθύραμβος. Επίσης,
Η. Färber, Die Lyrik in der Kunsttheorie der Antike, Μόναχο 1936, 32,
μέ συμπληρώματα στο PhW 1942, 99, 3" Pickard-Gambridge, Dith. Tr.
Com. 1. Δέν μοϋ φαίνεται νά εχει δίκιο ό del Grande, Τραγωδία 26, δταν
θεωρεί δτι ό διθύραμβος είναι ενα άρχικά πομπικο τραγούδι.

48

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

το ώραϊο τραγούδι, του άρχοντα Διονύσου, το διθύραμβο, μόλις τό
κρασί κυριέψει τή σκέψη του, άναγνωρίζουμε κιόλας τον έξάρχοντα μπροστά στο χορό του. Μέ τό δώρο του Διονύσου συνδέει τό
τραγούδι και ή θαρραλέα διαβεβαίωση του Επιχάρμου (άπ. 132)
/>τι μέ νερό διθύραμβος δεν γίνεται. Ή έκφραση του Πινδάρου
ÇOX. 13, 19) βοηλάτης διθύραμβος μαρτυρεί ότι τόν χρησιμοποιούσαν ώς λατρευτικό τραγούδι την ώρα της ζωοθυσίας. Τή
στενή σύνδεση του άσματος μέ τόν Διόνυσο ύποδηλώνει και ενα
/>στρακο^ άπό τήν περίοδο της άκμής του έρυθρόμορφου ρυθμοΰ,
πού θά μας χρειαστεί πιό κάτω άκόμη περισσότερο. 'Απεικονίζει εναν σιληνό νά παίζει λύρα, και άποπάνω εχει τήν επιγραφή
ΔΙΘΤΡΑΜΦΟΣ. Αύτό τό διονυσιακό άσμα, πού 'ίσως κάποτε δη(Αίουργήθηκε άπό τις άπλες λατρευτικές επικλήσεις, διαπλάστηκε στα χέρια του 'Αρίωνα, παίρνοντας χαρακτηριστικά πού θά
(χας άπασχολήσουν εκτενέστερα πιό κάτω.
Γιά τήν ύπόλοιπη ιστορία τοΰ διθυράμβου, άντιμετωπίζουμε
δύσκολα προβλήματα. 01 μουσικές μεταρρυθμίσεις τοΰ Αάσου
τοΰ Έρμιονέα προώθησαν, στά χρόνια τοΰ 'Ιππάρχου, τήν εξέλιξη της καλλιτεχνικής του μορφής, και ή νεοσύστατη δημοκρατία
πρόσθεσε, τό 509 ή 508 π.Χ., στό πρόγραμμα των Μεγάλο)ν Διονυσίων και τούς διθυραμβικούς άγώνες.^ ' Η έκτέλεσή τους άνηκε
στούς λεγόμενους κυκλίους χορούς^ πού άποτελοΰνταν άπό πενήντα αγόρια ή άντρες και σχημ,άτιζαν, μέσα στήν ορχήστρα, εναν
κύκλο γύρω άπό τό βωμό και τόν αύλητή.
01 'Αλεξανδρινοί γνώριζαν δύο βιβλία Διθυράμβων τοΰ Πινδάρου. Κατάλοιπα αύτών των ποιημάτων έχουν φτάσει ώς εμάς.
Μερικά άπό αύτά έχουν τίτλους (άπ. 70b Sn.), πού όμως δέν μπορούν νά άναχθοΰν μέ βεβαιότητα στόν 'ίδιο τόν Πίνδαρο. Αύτά τά
άντιστροφικά διαρθρωμένα ποιήματα πραγματεύονται διάφορα
θέματα άπό ποικίλους μύθους θεών ή ήρώων, πάντα όμως ύποδηλίόνουν, ιδιαίτερα στήν άρχή τους, κάποια σχέση μέ τόν Διόνυσο. 'Ιδιαίτερο πρόβλημα μας δημιουργεί ή πληροφορία της Σούδας^ στό σχετικό λήμμα, ότι στά έργα τοΰ Πινδάρου συγκαταλέγονταν και δράματα τραγικά ιζ'. Τόν άριθμό μποροΰμε νά τόν έ1. Στόν Pickard-Cambridge, δ.π. 5, είκ. 1.
2. Πάριο Μάρμαρο, έπ. 46. Γιά τό πρόβλημα της χρονολόγησης βλ. τά
Σχόλια τοΰ Jacoby, FGrHist II D 692" Pickard-Cambridge, δ.π. 15·
l'^'itlivals 72.

49

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

ξηγήσουμε άπο τήν εσφαλμένη έπανάληψη του συνόλου των βιβλίων του Πινδάρου, πού μνημονεύτηκε λίγο πιο πάνω. 'Ωστόσο,
αύτή ή προβληματική πληροφορία έχει συχνά συσχετιστεί μέ τούς
Δίθυ2άμβονς. Επειδή δμως είναι άδύνατο νά ύποστηριχτεϊ οτι
πρόκειται γιά άρχαϊο τίτλο συλλογής, ή έκφραση, πού επαναλαμβάνεται και γιά τον Σιμωνίδη (Σχ. Άριστοφ. Σψ. 1410, και Σούδα σχετικό λήμμα), πρέπει 'ίσως νά άποδοθεϊ στην κάπως έπιπόλαιη ορολογία των Βυζαντινών. Αύτο το εξετάζει à c πιθανότητα και ό Pickard-Cambridge (108), χωρίς όμως νά θέλει νά
άποκλείσει τήν περίπτωση γνήσιων τραγωδιών για τον Σιμωνίδη. Βέβαια, σχετικά μέ τον Πίνδαρο, πρέπει νά άποδώσουμε άρκετή σύγχυση στο συγγραφέα του σχετικού άρθρου της Σούδας^
άφού οί Διθύραμβοι έ'χουν συμπεριληφθεί και προ;τ]γουμένως στά
έργα του ποιητή, καί, έπομένως, τά 'ίδια ποιήματα άναφέρονται
δύο φορές. Πάντως, έχοντας νά αντιμετωπίσουμε τά δύσκολα
προβλήματα πού θέτουν ό τραγικός τρόπος του 'Αρίωνα καί οί
τραγικοί χοροί της Σικυώνας, δεν θά έπρεπε νά κλείσουμε οριστικά τή συζήτηση γι' αύτή τήν περίεργη έκφραση της Σούδας.
Στο έργο του Βακχυλίδη υπάρχουν εξι ποιήματα πού οί 'Αλεξανδρινοί τά χαρακτήρισαν «διθυράμβους». Πραγματεύονται διαφόρους μύθους, έχουν τίτλους καί εμφανίζουν μόνο περιθωριακή
σχέση μέ τον Διόνυσο. Αύτή ή διείσδυση μή διονυσιακών θεμάτων σέ μιά διονυσιακή μορφή τέχνης, δπως έχει διαπιστωθεί ήδη
καί γιά τον Πίνδαρο, είναι άξιοσημείωτη, άκριβώς επειδή ε'ίμαστε υποχρεωμένοι νά δεχτούμε παρόμοια στάδια καί στήν εξέλιξη της τραγωδίας.
Ό διθύραμβος Θησενς (18) παρουσιάζει, χωρίς κανένα είδος
προλογικής προετοιμασίας, τέσσερις στροφές ενός διαλόγου άνάμεσα στον Αιγέα καί σέ έναν άπροσδιόριστο συνομιλητή, πιθανότατα ενα χορό 'Αθηναίων πολιτών, μέ θέμα τήν άναμενόμενη άφιξη του Θησέα. Είναι εύνόητο οτι, μόλις έγινε γνωστό αύτό τό
ποίημα (οΐ πάπυροι του Βακχυλίδη έφτασαν στο Βρετανικό Μουσείο τό 1896). μερικοί θέλησαν να τό άναγνωρίσουν ώς τον συνδετικό κρίκο άνάμεσα στό διθύραμβο καί τήν τραγωδία: οί πληροφορίες του 'Αριστοτέλη συνεπάγονται έναν διθυραμβικό χορό
άπέναντι σέ έναν έξάρχοντα. Ό Ziegler (1909, 1961) ήταν άπόλυτα βέβαιος γι' αύτό, άλλά, συμφωνώντας μέ τον Kranz (32)
καί τον Schmid (1, 534), πρέπει νά λάβουμ,ε ύπόψη οτι ό Θησενς

δΟ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔ1ΑΣ

τοϋ Βακχυλίδη άνήκει στήν έποχή της άκμής της τραγωδίας καί,
έπομένως, δέχτηκε έπιδράσεις άπο αύτήν. Φυσικά, σ' αύτο δεν άποκλείεταί. νά συντέλεσε καΙ κάποια διαλογική μορφή, πού άπο
τήν άρχή χαρακτήριζε το διθύραμβο, μέ την άντιπαράθεση χοροΰ
και έξάρχοντα.
Στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. τοποθετείται ή ραγδαία
άνάπτυξη του νεοαττικοϋ διθυράμβου, πού εξόρισε το διονυσιακό στοιχείο άπο τά σχήματα των κλασικών μορφών και μετέτρεψε το παλιό λατρευτικό τραγούδι άπό θρησκευτικό σέ κοσμικό.^
Ό 'Αριστοτέλης άναφέρει γιά τή γένεση της τραγωδίας και
άλλη μιά ρίζα, πού θά μας άπασχολήσει τώρα, χωρίς νά διερευνήσουμε άμέσως τή σχέση της μέ τις προηγούμενες μαρτυρίες του.
Στό σχετικό χωρίο της Ποιητικής οι δύο φράσεις: όιά τό εκ σατυρικού μεταβαλεΐν και όιά το σατυρικήν καΐ ορχηστικωτέραν
rival τήν ποίησιν δηλώνουν άναμφίβολα δτι ο 'Αριστοτέλης θεωρούσε τό σατνρικόν ως προστάδιο στήν εξέλιξη της τραγωδίας —
θεωρία πού επαναλαμβάνεται άπό τόν περιπατητικό Χαμαιλέοντα
(άπ. 38 W.)· 'Εδώ κυρίως διαχωρίζονται τά μέτωπα. Ό Schmid
(2, 26, 42) μιλά γιά μιαν άκαρπη και έξεζητημένη άπόπειρα νά
εξηγηθεί ή προέλευση της τραγωδίας· ό Η. van Hoorn^ ύποστηρίζει δτι τό σατυρικό δράμα και ή τραγωδία γεννήθηκαν χωριστά
και ένώθηκαν γύρω στό 501" εΐ'δαμε ήδη οτι ό Pickard-Gamhridge είναι άντίθετος μέ τόν 'Αριστοτέλη, ενώ ό Webster στήν
άναθεώρηση τοΰ βιβλίου του παίρνει άκριβώς τήν άντίθετη θέση.
Στά νεότερα χρόνια άπέρριψαν κατηγορηματικά τή θέση τοϋ 'Αριστοτέλη κυρίως ό Else, ό Patzer και 6 Burkert. 'Εννοείται δτι
δσοι, δπως είπαμε πιό πάνω, είναι οπαδοί τοΰ φιλοσόφου τόν άκολουθοΰν και σ' αύτό τό σημείο. Θά μπορούσαμε επίσης νά προσθέσουμε τόν Lindsay και τόν Ρ. Guggisberg.
Ωστόσο πιστεύω δτι μπορούμε νά ξεπεράσουμε τό στάδιο τών
άπλών ύποθέσεων και νά επιβεβαιώσουμε τή μαρτυρία της Ποιητικής. Κανένας άπό τούς άντιπάλους τοΰ 'Αριστοτέλη δέν κατόρθωσε νά εξηγήσει τή στενή ειδολογική σχεστι τραγωδίας και
σατυρικοΰ δράματος, ή όποια υποδηλώνει καΐ γενετική συγγέ1. Το ύλικο άπο τις πηγές παρατίθεται άπο τον Η. Schönewolf, Der
jungattische Dithyrambos, Glessen 1938.
2. «Satyrspiele», Bulletin van de Vereenigung tot Bevordering der
Kcnnis van de Antieke Beschaving. 's Gravenhage 17 (1942) 1.

51

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

νεια.^ Σε ολοφάνερη άντίθε(τη βρίσκεται, ή βαθιά διαφορά τραγωδίας
καΐ κωμωδίας. Έ δ ώ διαπιστώνουμε εκείνο πού θά μπορούσαμε
νά ονομάσουμε διάκριση ειδών. Στο τέλος του πλατωνικού
ττοσ/ου, ό Σωκράτης καταβάλλει φοβερή προσπάθεια νά πείσει τον
'Αγάθωνα και τον 'Αριστοφάνη δτι ο τραγικός ποιητής θά επρεπε
νά είναι ικανός νά γράφει και κωμωδίες. Τή γενική θεωρία της
έτερονομίας τραγικού και κωμικού θεάτρου εχει εκφράσει ό Αεύκιππος (FiS" Α Q): τά Ι'δια γράμματα θά μπορούσαν νά σχηματίσουν τόσο διαφορετικά πράγματα οπως ή τραγωδία και ή κωμωδία. Ό R. C. Flickinger (202), πού έπιμένει μέ έμφαση στή διαχωριστική γραμμή, παραθέτει τά λόγια τού Dryden: «τις έμβάδες και τούς κοθόρνους δεν τά φορούσε ό 'ίδιος ποιητής».^ Μέ αύτήν τή διαπίστωση έ'ρχεται σε χαρακτηριστική άντίθεση τό γεγονος δτι σατυρικό δράμα και τραγωδία γράφονταν κατά κανόνα
άπο τον ϊδιο ποιητή. Έ δ ώ σίγουρα πρόκειται για το 'ίδιο ποιητικά γένος. 'Αξίζει τουλάχιστον νά μνημονευτεί σέ αύτό τό σημείο
μιά άγγειογραφία πού δείχνει σατύρους νά ξυττνούν τήν προσωποποιημένη τραγωδία.®
Φυσικά, μέ τό σατνρικόν της Ποιητικής δεν πρέπει νά έ'χουμε
στο νου μας τό εξελιγμένο σατυρικό δράμα, άλλα μιά μορφή χορικών παραστάσεων, μέ δραματικό περίβλημα, πού έκτελούνταν
άπό σατύρους.^
1. Αύτό το επιχείρημα το υποστήριξα μέ έμφαση στην 1η κιόλας έκδοση τοϋ βιβλίου μου Die griechische Tragödie, Στουτγάρδη 1938, 8.
2. Τά Σχ. Άριστοφ. Ειρήνη 835 καΐ ή Σούδα (λ. διθυρα/ιβοδιδάσκαλοή
άποδίδουν στόν "Ιωνα άπό τή Χίο τή συγγραφή και κωμωδίας. Ό Α. ν.
Blumenthal, Ion von Chios, Στουτγάρδη 1939, 3 καΐ 35, άμφισβητει μέ
ισχυρά έπιχειρήματα αύτήν τή μαρτυρία γιά εναν ποιητή τοϋ 5ου αιώνα, αν
και σκέφτεται πολύ τήν προέλευση τοΰ άπ. 118 άπό μια τραγωδία. Πληροφορίες γιά κάποιον ποιητή Τιμοκλή, πού υποτίθεται δτι καλλιέργησε και τά
δύο εϊδη, πέφτουν στο κενό. Φυσικά, είναι άλλη ύπόθεση δταν ό Αριστοτέλης, Ποιητ. 4, 1448b 34, χαρακτηρίζει τον'Όμηρο πρόδρομο της τραγωδίας
καΐ της κωμωδίας. Σχετικά μέ αύτό βλ. R. van Pottelbergh, «Î3ij een aristoteliaansche Aporie», AC 10 (1941) 83.
3. J. D. Beazley, Altic Red-figure Vase-painters, 'Οξφόρδη M963,
1258, 1· πρβ. 1055, 76· 1258, 2" και Η. Herter, RE 6 Α (1937)^ 1897.
4. Γιά τή φύση αύτών των συνθέσεων διατυπώνει διάφορες υποθέσεις
ό Qu. Cataudella, aSatyrikon», Dioniso 39 (1965) 'i=Saggi sulla tragedia greca, Μεσσήνη 1969, 9" δπως ό 'Αριστοτέλης, τΙς θεωρεί προστάδια της τραγωδίας, άλλά προσπαθεί νά άποσπάσει άπό τή στενή σύνδεση
μέ τούς σατύρους τό ((σατυρικόν» ώς στοιχείο scherzoso, salace, burlesco,

52

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Αποφασιστικά γιά τήν άπόρριψη αύτής της προβληματικής
άποψης του 'Αριστοτέλη στάθηκαν δύο έπιχειρήματα: (α) ή άρχαία μαρτυρία δτι δημιουργός του σατυρικού δράματος εΐ^αι ό
ΙΙρατίνας και (β) ή σκέψη οτι μέ τη διαδικασία πού υποδηλώνεται στο άποσεμνννεσθαί της Ποιητικής δεν είναι ποτέ δυνατό νά
εϊχε γεννηθεί άπο ενα άξεστο κωμικό δρώμενο ή σοβαρή τραγωδία.
Ό Πρατίνας εμφανίζεται στη Σούδα ως δημιουργος {ενρετής)
τοΰ σατυρικοΰ δράματος* μέ αύτή τή'μαρτυρία συνδυάζονται δύο
ελληνιστικά έπιγράμματα του Διοσκορίδη,^ Τό έ'να {Π.Α. 7, 37)
παρουσιάζει ενα σάτυρο μέ πορφυρο ένδυμα νά κρότα τραγικό
προσωπείο. "Οταν ό σάτυρος πληροφορεί οτι έ'τσι τον καλλώπισε
ό Σοφοκλής, άντιλαμβανόμαστε τήν άναφορά του επιγράμματος
στή θεωρία τής Περιπατητικής Σχολής γιά τήν προέλευση τής
τραγωδίας άπό τό σατυρικό δράμα. "Οταν ομως αύτός ό σάτυρος
τονίζει τήν καταγωγή του άπό τόν Φλιούντα, δπως άκριβώς Ινας
άλλος {Π.Α. 7, 707) ονομάζει τόν ίδιο τόπο πατρίδα των άδερφών του, είναι βέβαιη ή άναφορά στον Πρατίνα και πιθανός ό ύπαινιγμός στή θεωρία πού τόν ήθελε δημιουργό τοϋ σατυρικοΰ
δράματος. Φυσικά, δέν επιτρέπεται νά περιμένει κάνεις άπό τόν
Διοσκορίδη πολύ μεγάλη συνέπεια σέ αύτά τά θέματα. Τέλος, σέ
ëva ψευδοακρωνικό σχόλιο στόν 'Οράτιο {Ars ρο. 216) ύπάρχειή
εικασία τοΰ Φαβρίκιου, πού άλλάζει τό Cratini σέ Pratinae στή
θέση τοΰ δημιουργοΰ τοΰ σατυρικοΰ δράματος —διόρθωση πού δικαιολογημένα τή θεωρεί άναπόφευκτη ό Patzer (23, 5).
Ol μαρτυρίες δέν είναι βέβαια ποΚλες· άρκοΰν πάντως γιά νά
αποδείξουν τήν ύπαρξη μιας άρχαίας θεωρίας πού συγκρούεται
μέ τήν εικόνα τής εξελικτικής πορείας δπως άπαντα στήν Ποιητική. 'Εδώ διακρίνονται δύο άρχαιες άπόψεις σχετικά μέ τή γένεση τής τραγωδίας, πού άλληλοαποκλείονται. Ό Μ. Pohlenz
τις έ'χει χαρακτηρίσει και σταθμίσει πολύ σωστά σέ μιά έ'ρευνά
του,^ πού τα πορίσματά της μόνο πρός ζημία τοΰ δλου θέματος θά
κάτι πού δέν μπορούν νά τδ στηρίξουν χωρία μεταγενέστερων εποχών.
1. Πρβ. Μ. Gabathuler, Hellenistische Epigramme auf Dichter, St.
Ciallen 1937, ιδιαίτερα σ. 85, δπου και ή καθόλου βάσιμη πολεμική στόν
l'ohlenz· επίσης. Ziegler, 1925.
2. «Das Satyrspiel und Pratinas von Phleius», GGN 1926/3, 2 9 8 =
Kl. Sehr. II 473· επίσης Griech. Tr. 2, 7. Ol «άντιαριστοτελικοί» άναπόφευκτα άπορρίπτουν τήν εικόνα πού περιγράφει ό Pohlenz.

53

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

άμφισβητοΰνταν. Ή μιά είναι, ή περιπατητική, όπως έκτίθεται
στήν Ποιητική και όπως μπορεί, μέ βάση τήν έρμηνεία της παροιμίας ουδέν προς τον Αιόννσον (βλ. παρακάτω) πού δίνεται στον
Φώτιο, στη Σούδα και στον Άποστόλιο (13, 42), να εξασφαλιστεί και γιά το εργο του Χαμαιλέοντα γιά τον Θέσπη (άπ. 38 W.).
Είναι ή ι'δια θεωρία πού άπο τή χρονική προτεραιότητα του σατυρικού δράματος άντλησε τήν έρμηνεία της λέξης τραγωδία^ θεωρώντας την «άσμα τράγο^ν». Γιά τό σημείο αύτ.ο και γιά τή διεκδίκηση ορισμένων προσταδίων της τραγωδίας έκ μέρους των
Πελοποννησίων θά μιλήσουμε πιο κάτω εκτενέστερα.
Ή δεύτερη θεωρία εχει τις ρίζες της στήν άττική άντίδραση
άπέναντι στις δωρικές διεκδικήσεις, οπως εκφράζεται καθαρά
στον ψευδοπλατωνικο Μίνω 321a: ή δε τραγωδία εστί παλαιόν
ενθάδε, ονχ ώς οϊονται από Θέσπιδος άρξαμένη ονδ' από Φρυνίχου,
άλλ' ει εβέλεις εννοήσαι, πάνυ παλαιόν αυτό εύρήσεις ον τησδε της
πόλεως εϋρημαΛ Μπορούμε νά υποθέσουμε δτι γι' αύτή τήν άποψη έπικαλούνταν έθιμα της υπαίθρου' τουλάχιστον κάτι τέτοιο έδειξαν ολοφάνερα οι 'Αλεξανδρινοί μέ το ενδιαφέρον τους γιά τό
βουκολικο στοιχείο. 'Αποφασιστική ομως γιά τή θέση τους έναντίον τού 'Αριστοτέλη πρέπει νά ήταν ή άποψη πού θεωρούσε τον
Πρατίνα άπο τον Φλιούντα δημιουργο τού σατυρικού δράματος.
Όποτε, φυσικά, αύτο το είδος δεν άνηκε στήν άρχή άλλά στο τέλος της εξελικτικής πορείας, και έπομένως ή τραγωδία γεννήθηκε άπο έθιμα των χωριών της 'Αττικής, σάν έκεϊνα πού μαρτυρούνται γιά τήν 'Ικαρία* άρα, τραγωδία δεν μπορεί νά ήταν το τραγούδι των τράγων. Μέ αύτή τή βάση δόθηκε μιά εξελικτική εικόνα μέ διαφορετικές άλλά άρκετά συγγενείς παραλλαγές. Γιά μερικούς ή λέξη τραγωδία προέρχεται άπο λαϊκές γιορτές, δπου διεξάγονταν άγώνες χορού και τραγουδιού μέ έ'παθλο έναν τράγο. ^
Αύτή ή θεωρία συνοδευόταν άπο μιαν άλλη, πού ύποστήριζε ότι
τέτοια λαϊκά έ'θιμα στάθηκαν κοινή ρίζα γιά το δράμα γενικά, δηλαδή και γιά τήν τραγωδία και γιά το σατυρικό δράμα και γιά τήν
κωμωδία. Ό 'Ερατοσθένης μπορεί νά είχε ήδη παρουσιάσει αύτή
τή θεωρία του στο έργο του Περι αρχαίας κωμωδίας^ άργότερα
1. (Έδώ ή τραγωδία είναι παλιά" δέν εχει, όπως νομίζουν, τήν άρχή
της στον Θέσπη ούτε στον Φρύνιχο, άλλά, αν θέλεις νά το σταθμίσεις σωστά,
θά βρεις δτι είναι μιά πολύ παλιά άνακάλυψη αύτης της πόλης.)
2. Οί μαρτυρίες στον Ziegler, 1924.

54

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

δμως νά την ανέπτυξε στο πλούσιο σέ αιτιολογικό ύλικο ποιητικό του έργο Ήριγόνη, άπό το όποιο εχουμε τό στίχο: Ίκαριοΐ,
τόθι πρώτα περί τράγον ώρχήσαντοΛ Ό Κ. Meuli, πού μιλα συγκεκριμένα γιά μιά έρατοσθενική θεωρία, στο πρώτο παράρτημα
της μελέτης του εχει συγκεντρώσει δλα τά χωρία οπού εμφανίζεται αύτη ή άποψη, κυρίως σέ σχέση μέ την τρνγωόία —δρο πού
ύποτίθεται δτι χαρακτήριζε αύτά τά άρχέγονα δραματικά σπέρματα. "Ετσι, αύτη ή κωμική παρωδία, πού βασίζεται στή λέξη
τρνξ (κατακάθι του κρασιού: Άριστοφ. Άχ. 499κκ.), κέρδισε άδικαιολόγητο σεβασμό. Ό Meuli εδειξε άκόμη, μέ άφετηρία ενα
χωρίο του Βιργίλιου {Georg. 2, 380κκ.), πόση έπίδραση άσκησε
στήν ποίηση των Ρωμαίων αύτή ή θεωρία γιά τό άρχέγονο δράμα
των χωριών της 'Αττικής.
Τήν έρμηνεία του ονόματος της τραγωδίας μέ βάση τον τράγο
ως έ'παθλο τήν άναφέρει και τό Πάριο Μάρμαρο (έπ. 43),^ πού
συντάχθηκε τό 264/3 π.Χ.
Ό Cantarella® θέλησε νά άμφισβητήσει τή γνώμη του Pohlenz δτι αύτό τό μνημείο μπορεί νά έχει ήδη υπόψη του μιά έλληνιστική θεωρία. Κάτι τέτοιο δεν άντίκειται στόν λόγιο χαρακτήρα του χρονικού· εξάλλου, θα μπορούσαμε νά άναζητήσουμε
τό προστάδιο της άλεξανδρινής θεωρίας στό πλαίσιο του άττικοΰ
τοπικισμού. Τήν ύπόθεση του τράγου-έπάθλου μαρτυρούν, άκόμη,^ ένα επίγραμμα του Διοσκορίδη {Π.Α. 7, 410), ό Ζηνόβιος
(5, 40) στό έρμήνευμά του για τήν παροιμία ovôèv προς τον Διόνυσον, καί, ιδιαίτερα επίλεκτος μάρτυρας, ό 'Οράτιος (Ars ρο.
220). Οί περισσότερες άπό αύτές τις πηγές —καί τό Πάριο Μάρμαρο καί ό Διοσκορίδης καί ό 'Οράτιος— θεωρούν δτι ό Θέσπης
1. 'Τγίνος, Astronomica 2, 4" Powell, Collect. Alex., άπ. 22, ό όποιος,
με βάση τον Στέφανο Βυζάντιο, λ. 'Ικαρία, προτιμά τό ΊκαριοΙ τοϋ Hiller
άπό τόν τονισμό Ίκάριοι (Maass). Γιά τον 'Ερατοσθένη βλ. F. Solmsen,
TAPhA 73 (1942) 192=ΚΙ. Sehr. 1, 203. Γιά τήν Ήριγόνη, R. Merkell)ach. Miscellanea di studi Alessandrini
in memoriam di Aug. Rostagni, Τορίνο 1963, 469. Γιά τήν «έρατοσθενική» θεωρία, Κ. Meuli, «Altröinischer Maskenbrauch», ΜΗ 12 (1955) 206. Κοντά σ' αύτή τή θεωρία
βρίσκεται ό Adrados (βλ. βιβλιογραφικό πίνακα), δταν θεωρεί οτι ό κώμος
είναι τό κοινό έδαφος άπ' δπου βλάστησαν τά δραματικά εϊδη.
2. F. Jacoby, FGrHist 2, 239 A 43.
3. I primordi... 53' Eschilo 200.
4. Μιά συλλογή των μαρτυριών προσφέρουν οί Ο. Crusius καί R. Herzog, Philologus 79 (1924) 401.

55

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

είναι, ό ποιητής πού πρώτος άγωνίστηκε γιά το έπαθλο του τράγου σέ εναν άρχέγονο δραματικό άγώνα. Ό Διοσκορίδης μάλιστα
{Π.Α. 7> 411) συνδέει τον Θέσπη μέ τά χαριτωμένα παιχνίδια
στις άγροτικές περιοχές της 'Αττικής· ό 'Οράτιος, στο χωρίο του
πού μνημονεύτηκε λίγο πιο πάνω, δέν τον άναφέρει βέβαια ονομαστικά, ωστόσο στούς στ. 275κκ. τον παρουσιάζει ως «εύρετή»
τής τραγωδίας, δημιουργώντας, άπο τά σκώμματα εκ των αμαξών στά άνοιξιάτικα πανηγύρια τής 'Αττικής, το περιλάλητο άρμα του Θέσπη. "Οταν μιλήσουμε γιά τά έπιτεύγματα του Θέσπη,
θά δούμε δτι ή περιπατητική διδασκαλία τοποθετούσε τον ποιητή
σέ ενα μεταγενέστερο στάδιο στήν εξελικτική πορεία τής τραγωδίας. 'Απο πολύ παλιά ό Ε. Tièche^ εχει αντιπαραθέσει στον «παλιάτσο άπο τήν Ικαρία» εναν Θέσπη πού, σύμφωνα μέ πηγές μιας
άλλης κατηγορίας, χάρη στήν πολύ συγκεκριμένη συμβολή του,
ταυτίζεται μέ τό θεμελιωτή τής τραγωδίας. Πολύ εύστοχα ό P a t zer (37) χαρακτήρισε τήν άλεξανδρινή θεωρία απαράδεχτο συνονθύλευμα άπο έτερόκλητα στοιχεία, πού μπορεί καθαυτά νά είναι ιστορικά, άλλά ό συνδυασμός τους παραμένει αύθαίρετη κατασκευή. 'Ωστόσο και οί δικοί μας δρόμοι χωρίζουν, γιατί άξιολογοϋμε διαφορετικά τήν περιπατητική θεωρία, όπως θά φανεϊ
σέ λίγο.
Παρ' δλες τις παραλλαγές, αύτή ή θεωρία παρουσιάζει στά κύρια σημεία της ένιαία εικόνα, άφοΰ τή δημιουργία του σατυρικού
δράματος άπο τον Πρατίνα τήν τοποθετεί χρονικά μετά τή γένεση τής τραγωδίας· άκόμη και στον 'Οράτιο {Arsρο. 221), το σατυρικό δράμα θεωρείται ξεκάθαρα μεταγενέστερη μορφή. 'Ακολουθώντας τον Pohlenz, μπορούμε εύκολα, μέ βάση τήν άριστοτελική εικόνα τής εξέλιξης, νά άπαντήσουμε στο ερώτημα πώς
δημιουργήθηκε ή παράδοση πού θέλει τον Πρατίνα «εύρετή» τού
εΐ'δους. Ή τραγωδία δέν έξελίχτηκε μόνο άπο ενα στοιχείο σατυρικό, άλλά και εκτόπισε βαθμιαία αύτο τό στοιχείο άπο τήν ορχήστρα. Ή παροιμία ονόεν προς τον Αιόννσον, πού τή συναντήσαμε
συχνά ως τώρα, μας έπιτρέπει νά άναγνωρίσουμε μιά εξελικτική
πορεία πού πρέπει νά συσχετίζεται μέ άνάλογα στάδια. 'Αναπόφευκτα δημιουργήθηκε μιά άντιδραστική κίνηση, πού δέν ήθελε
νά χάσει τό παλιό δράμα τών διονυσιακών εταίρων. Φορέας της
ήταν κυρίως ό Πρατίνας άπό τόν Φλιούντα, ό μεγάλος άντίπαλος
1. Thespis, Λιψία 1933.

56

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

του Φρυνίχου, πού ήταν βαθύτατα επηρεασμένος άπο το ιωνικό
στοιχείο. Ό Ε. Buschor και ό F. Brommer έχουν δείξει πώς περίπου άπο το 520 π.Χ. έμφανίζονται άγγειογραφίες πού δημιουργήθηκαν οπωσδήποτε μέ την έπίδραση της θεατρικής ορχήστρας.
Κάτι τέτοιο εναρμονίζεται άπόλυτα μέ τήν άποψη πού προβάλλεται εδώ γιά μια άναγέννηση τών σατύρων μέ τή βοήθεια του
Πρατίνα. Πολύ φυσικά σκέφτεται κάνεις δτι ό Πρατίνας διαμόρφωσε το είδος μέ τέτοιον τρόπο, ώστε νά προκαλέσει τήν εντύπωση δτι ό ϊδιος ήταν δ δημιουργός του.
Έ δ ώ και πολλά χρόνια, στη συζήτηση αύτοΰ του θέματος έχουν άρχίσει νά παίζουν κάποιο ρόλο οί 16 στίχοι πού παραθέτει
ό Άθήναιος (14, 617b) άπο ενα ύπόρχημα του Πρατίνα.^ Μέ συναρπαστικούς ρυθμούς ορμά στήν ορχήστρα ενας σατυρικός χορός, διεκδικεί γιά τον εαυτό του τό άποκλειστικό δικαίωμα νά τιμήσει τον Βρόμιο και τέλος χιμά πάνω στον αύλό, πού μέ τά τεχνάσματά του προσπαθεί νά καταπνίξει το παλιό ορθόδοξο άσμα.
Αυτό το θαυμάσιο κομμάτι δημιουργεί πολλά έρωτηματικά. Ή
άπόδοσή του σέ σατυρικό δράμα, δπως έ'χουν προτείνει πολλοί ερμηνευτές του,2 είναι πολύ πιθανή λύση. Φυσικά, πρέπει τότε νά
λάβουμ,ε ύπόψη τήν άρκετά άόριστη χρήση της λέξης ύπόρχημα,
πού χρησιμοποιεί δ Άθήναιος, άλλά αύτό δέν δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες.® Ή Α. Μ. Dale τό θεώρησε κομμάτι άσχετο μέ
σατυρικό δράμα,^ ενώ ό Webster^ επανήλθε στήν υπόθεση του
Wilamowitz δτι πρόκειται γιά διθύραμβο.
"Αλλο ενα δύσκολο πρόβλημα άφορα τον άντίπαλο του ορμητικού χορού τών σατύρων. Βέβαιο είναι δτι οί 'ίδιοι θεωρούν τό δι1. Anthologia Lyrica 2, 5,154 D.· Poetae Mel. Gr., άπ. 708, σ. 367 Ρ
TrGF τ. I, 4, 3 Snell. Βιβλιογραφία στον Ziegler, 1936. Ε. Roos, Die tra
frische Orchestik im Zerrbild der attischen Komödie, Lund 1951, 209, c
καΐ 232, 1" F. Stoessl, RE 2 2 / 2 (1954) 1722.
2. 'Ανάμεσα σε άλλους M. Pohlenz, GGN 1926, 317· Griech. Tr. 1
36· K. Ziegler, 1936· C. del Grande, Note ßologiche, Νεάπολη 1942, 39
Ε. Diehl στψΑηίΗοΙ. Lyr.· Ε. Roos, δ.π. 232· Patzer, 130, 2 («όπωσδή
ποτε άπόσπασμα άπο σατυρικό δράμα»)· Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Σατυρικά
'Αθήνα 1974, 18κκ.
3. Πρβ. Α. Ε. Harvey, «The Classification of Greek Lyric Poetry»
CQ 5 (1955) 157· Pickard-Cambridge, Festivals 256.
4. «Stasimon and Hyporcheme», Eranos 48 (1950) li=Coll.
Pap
34, και ((Words, Music and Dance», Coll. Pap. 156.
5. Στήν έπανέκδοση τοϋ βιβλίου του Pickard-Cambridge, δ.π. 20.

57

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

κό τους τραγούδι., σέ άντίθεση μέ τον άξιοκαταφρόνητο αύλό, άληθινή υπηρεσία στον Διόνυσο. Αύτο σημαίνει οτι ό χορός στρέφεται έναντίον του δικοΰ του αύλητή ή έναντίον ένός άλλου χοροϋ,
πού όρχεϊται ύπο τούς έντονους ήχους ένός αύλοΰ; Το πρώτο είναι
πιθανό, αν θεωρήσουμε, συμφωνώντας μέ την Dale (ό'.π.) και τον
Patzer (130, 2), οτι ή λέξη χορεύματα (στ. 1) άναφέρεται στον
ήχο του αύλοΰ* αύτο δμως δεν άποδεικνύεται, άν και φαίνεται πιθανό άπό τη χρήση του ρήματος χορεύει (στ. 7) γιά τον αύλό.
'Από την άλλη πλευρά, ό χορός, στόν τελικό του στίχο: <άλλ'>
άκουε τάν εμάν Δώριον χορείαν, φέρνει ολοφάνερα σέ έντονη άντίθεση τό τραγούδι και τήν ορχησή του μέ τάδε τά χορεύματα (στ.
1), πού τά άπορρίπτει, χαρακτηρίζοντάς τα «ύβρη» γιά τή θυμέλη
του Διονύσου. "Ετσι ή υπόθεση ένός άντίπαλου χοροΰ είναι πιθανότερη. 'Αλλά είναι έντελώς άδύνατο νά ενταχθεί αύτό τό ύπόρχημα στούς ποιητικούς άγώνες αύτής της περιόδου. Είναι πιθανό,
δχι δμως και άποδείξιμο, δτι πρόκειται γιά διαμαρτυρία γιά τήν
αύξανόμενη σημασία της μουσικής συνοδείας στήν εξελισσόμενη
τραγωδία. Ή ύπόθεση αύτή θά άποκτοϋσε 'ίσως ένα γερό στήριγμα άν δεχόμασταν, άκολουθώντας μια σκέψη πού επαναλαμβάνεται πολύ συχνά άπό τόν καιρό πού έμφανίστηκε ή μετάφραση του Άθήναιου άπό τόν Dalecampius (1538· σχ. στό 14,
617e), ότι στούς στ. 11κ. : παΐε τόν φρννεοϋ ποικίλου πνοάν έχοντα (χτύπα αύτόν πού έχει άνάσα πολύχρωμου βατράχου) λανθάνει Ινας ύπαινιγμός στό ονομα του Φρυνίχου. Αύτό δμως είναι
άπλώς ύπόθεση, πού πρέπει ωστόσο νά άντιμετωπιστεΐ, μολονότι
ό Ε. Roos^ προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά τήν άποκρούσει. Δίχως έρεισμα παραμένει και ή άποψη πού εκπροσωπούν 6 Buschor
(85) και ό Roos, δτι άντίπαλος του αύλοΰ θά μπορούσε νά είναι
ένας χορός πού έπαιζε λύρα. Οί άγγειογραφίες μέ λυροφόρους σατύρους, τις όποιες χρησιμοποιούν ώς τεκμήρια και οί δύο μελετητές, δέν μπορούν νά συσχετιστούν μέ τό ύπόρχημα.
Επομένως, παραμένει άβέβαιη ή πιθανότητα δτι αύτοί οί στίχοι συνδέονται μέ τά εξελικτικά στάδια πού οδήγησαν στήν άναμόρφωση του παλαιού σατυρικού στοιχείου (δπως ήθελε ό Pohlenz), πιθανότητα πού φυσικά δέν άναιρεϊ τό νόημα της πληροφορίας δτι ό Πρατίνας δημιούργησε τό σατυρικό δράμα. Αύτή τήν
έρμηνεία τή θεωρεί «πιθανή» και 6 Η. Lloyd-Jones στή σημαν1. "Ο.π. 209.

58

II Κ Α Τ Α Γ Ω Γ Η Τ Η Σ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

τική του εργασία/ άλλά ταυτόχρονα προσθέτει, και μιά σκέψη
απόλυτα σύμφωνη με τό έξελικτικο σχήμα πού προτείνεται εδώ,
Κτί δηλαδή ό Πρατίνας εμφανίζεται ώς ό δημιουργός του σατυρικού δράματος άπλούστατα επειδή είναι ό παλαιότερος επώνυμος εκπρόσωπος του είδους πού ήταν γνωστός.
Ί Ι δεύτερη άντίρρηση προς τον 'Αριστοτέλη άρνεΐται τήν πιθανότητα της διαδικασίας πού υποδηλώνεται μέ το άποσεμνννεtrOai. Είναι αδιανόητη ή μετάβαση άπό το άχαλίνωτο κέφι των
σατύρων στή σοβαρότητα της τραγωδίας. Αύτή ή σκέψη ύποστηρίζεται κυρίως άπο τον Patzer, πού τον άκολουθοΰμε και εμείς
α' αύτό τό θέμα, μόνο στο βαθμό πού θεωρούμε λαθεμένη'^ τήν
προσπάθεια νά εντοπιστούν και στήν καλλιτεχνικά διαμορφωμένη τραγωδία 'ίχνη άπό τό πρωτόγονο γελοΐον. Ή φάση πού άναφέρει ό 'Αριστοτέλης δεν χάνει τήν ιστορική της άξια άπό τό γεγονός ότι πρέπει νά είχε ολοκληρωθεί ως τό 472 π.Χ., τή χρονιά πού παίχτηκε ή άρχαιότερη άπό τις σωζόμενες τραγωδίες. Ό
l'atzerαρνείται κάτι τέτοιο, στήν προσπάθειά του νά εξασφαλίσει
και γιά τήν πρώτη κιόλας άφετηρία τή σοβαρότητα και τό θρησκευτικό βάθος του τραγικού, γιά τό όποιο, μέ βάση τό σωζόμενο ύλικό, διατυπώνει θαυμάσιες σκέψεις.® Τέτοιες άπόψεις άποτελούν βασικά άξιώματα, πού άνατρέπονται εύκολα άπό παράλληλα φαινόμενα μέ εξελικτικά στάδια παρόμοιας μορφής. Τό πιο
άπτό παράδειγμα προσφέρεται άπό τό ιαπωνικό θέατρο Νό,^ αύτό
τό σοβαρό, συχνά μελαγχολικό θέαμα, πού γεννήθηκε άπρ τό
Ντενγκάκου, ενα δράμα άπό τήν τελετουργία της βλάστησης, και
άπό τό Σαρουγκάκου, ενα σύνολο παραστατικών στοιχείων άπό
τό τυπικό τού ναού. Και οί δύο μορφές ήταν στήν άρχή αύτοσχεδιαστικές και ελαφρές. Φυσικά, κάνεις δεν θά ζητούσε νά άποδείξει μέ αύτό τό παράδειγμα τήν ορθότητα της εξελικτικής διαδικασίας πού υποθέτει ό 'Αριστοτέλης· ωστόσο, παρόμοια παράλληλα ένισχύουν τήν πιθανότητά της.
1. Γιά το ((ύπόρχγ)μα)) ό Lloyd Jones (15) άπορρίπτει κάθε σύνδεση με
τήν Ιστορία τοΰ δράματος, και μάλιστα εξετάζει τήν πιθανότητα νά υπάρχουν δύο διαφορετικοί πoιητέc μέ το ονομα Πρατίνας.
2. Patzer, 83, 2.
3. Πολύ σωστά υπογραμμίζει τό σημείο αυτό ό V. Ν. Jarcho στη βιβλιοκρισία του, DLZ 84 (1963) 570.
4. Βλ. πρόχειρα Zemmaro Toki, Japanese Νô-Plays, Τόκιο 1954"
πρβ. Α. Lesky, Maia, η.s. 15 (1963) 38=Ges. Sehr. 275.

59

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

"•^Αν δεν εχουμε καμιά άφορμή νά άμφισβητήσουμε την πληροφορία του 'Αριστοτέλη γιά το σατυρικό προστάδιο της τραγωδίας, τό 'ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του δτι κατά τήν εξελικτική πορεία της τραγωδίας ό ίαμβος άντικατέστησε τον τροχαίο,
ενα μέτρο περισσότερο σατυρικό και ορχηστικό. Φυσικά, θά ήταν
ύπερβολικό νά χαρακτηρίζαμε τό τροχαϊκό μέτρο μόνο άπό μιά
τέτοια χρήση, άφοΰ έ'χει τή δυνατότητα νά υψώνεται σέ τόνους
μεγαλόπρεπους και επιβλητικούς·^ ωστόσο, τό στοιχείο της κίνησης, και μάλιστα του τρεξίματος, είναι τόσο μέσα στη φύση του,
ώστε εχει καθορίσει τό δνομά του.
Ά π ό τά προβλήματα πού άντιμετωπίζουμε έδώ άνακύπτει αύτόματα και τό σχετικό μέ τή σημασία της λέξης τραγωδία. Ά π ό
τή σωρεία όρισμένων ολότελα υβριδικών σημασιολογικών άναζητήσεων,^ μόνο δύο θα μπορούσαμε να έξετάσουμε μέ κάποια σοβαρότητα.
Σήμερα μπορούμε να παραμερίσουμε άκόμη και τήν ερμηνεία
δτι ή τραγωδία όνομάστηκε ετσι άπό ενα χορό άντρών μέ στολή
τράγου, μαζί μέ τις άκραϊες φολκλορικές ύποθέσεις άπό τις όποιες ξεπήδησε και οί όποιες συζητήθηκαν στήν άρχή αύτοΰ του
βιβλίου. Μένει νά έξετάσουμε τό «τραγούδι τών τράγων» ή τό
«τραγούδι κατά τή θυσία του τράγου», πού συνδέεται άμεσα μέ
τό «τραγούδι γιά τό βραβείο του τράγου», σάν μιά παραλλαγή
του. Τή δεύτερη έρμηνεία τήν υποστηρίζουν κυρίως οΐ έρευνητές
πού άρνοΰνται νά άκολουθήσουν τον Αριστοτέλη.® Αντίθετα, όσοι έντάσσουν —συμφωνώντας μέ τόν Pohlenz— αύτή τήν έρμηνεία σέ μιά δευτερεύουσα, έλληνιστική άλλά μέ άρκετά εύδιάκριτες πηγές, θεωρία, ένώ, άπό τήν άλλη πλευρά, μέ βάση τήν
Ποιητικής δέχονται τό σατυρικόν σαν άποφασιστικό προστάδιο
της τραγωδίας, συμμερίζονται άναγκαστικά τή γνώμη πού δια1. Αύτο τό έδειξε ό Μ. Imhof, aTetrameterszenen in der Tragödie»,
ΜΗ 13 (1956) 125. Εναντίον της μαρτυρίας του'Αριστοτέλη γιά το μέτρο
ό Patzer, 79.
2. 'Επισκοπήσεις στόν Flickinger, 13, μαζί μέ τή μελέτη του στο CPh
8 (1913) 269· Patzer, 131, 2· Burkert, 88, 2, ό όποιος άντιλαμβάνεται τούς
τραγφδονς σάν ομάδα μασκοφορεμένων πού εκτελούν κατά τήν άνοιξη τή
θυσία ένος τράγου.
3. Schmid, 2, 47· Flickinger, 14· Pickard-Cambridge, στήν πρώτη
έκδοση τοϋ Dith. Tr. Com. 165, ένώ ό Webster, στήν άναθεωρημένη έπανέκδοση τοϋ έργου, συμφωνεί μέ τήν άποψη πού προβάλλεται έδώ" Burkert,
115.

60

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

τύπωσε πρώτος ό Welcker και τήν επανέλαβε ό W i l a m o w i t z /
Λτι τραγωδία σημαίνει ((τραγούδι τράγων». Τελευταία ό Burkert
(ί)2) προσπάθησε νά δείξει δτι αύτη ή ερμηνεία είναι γλωσσολογικά άδύνατη. 'Αλλά, παρότι μπόρεσε νά διορθώσει μέ θαυμαστή
γλωσσική οξυδέρκεια διάφορες λεπτομέρειες στήν έπιχειρηματολογία του Ε. Kaiinka (31) και του Patzer (131), ή ούσία της παραμένει άναλλοίωτη. Δεν μπορεί νά άποκλειστεϊ το γεγονος δτι
ατο πρώτο συνθετικό της λέξης τραγωδία δηλώνεται τό πρόσωπο
πού αδει^ οπως άκρφώς συμβαίνει και στή μονωδία (άσμα ενός
ατόμου) και στήν κωμωδία (άσμα κώμου). Οι κωμωδοί^ δμως,
δέν είναι ((τραγουδιστές μέ τήν εύκαιρία ενός κώμου», δπως ερμηνεύει ό Burkert (92), άλλά μέλη του κώμου πού τραγουδά.
Σωστά παρατηρεί δ P a t z e r (131): (("'Αν γιά τή σημασία "τραγουδιστές ντυμένοι τράγοι" δεν ύπάρχει κανένα αύστηρά μορφολογικό παράλληλο, πρέπει πάντως νά όμολογήσουμε δτι γιά τή
σημασία "βραβείο τράγου" ή "τραγουδιστές σέ θυσία τράγου"
υπάρχουν άκόμη λιγότερα». Τό μεταγενέστερα μαρτυρημένο άρνωδός (τραγουδιστής γιά τό βραβείο ενός άρνιοϋ) σχηματίστηκε
κατά τό τραγωδός (σύμφωνα μέ τό παλαιό λεξικό του Pape),
επομένως κατά μίμηση μιας λέξης πού, σύμφωνα μέ τήν έλληνιστική, Ι'σως ήδη και άττική, θεωρία, σήμαινε ((τραγούδι γιά τό
ϋπαθλο του τράγου».
Δέν τελειώνουν δμως οί δυσκολίες της ερμηνείας πού υποστηρίζουμε εδώ —κάθε άλλο ! "Άν τραγωδία σημαίνει ((τραγούδι τών
τράγων», και αν δεχτούμε, άκολουθώντας τόν 'Αριστοτέλη, τό
σατυρικό προστάδιο της τραγωδίας, τότε οι σάτυροι πρέπει νά
είναι οί τράγοι πού κρύβονται πίσω άπό τό πρώτο συνθετικό της
λέξης. Πάντως, άπό τήν εποχή του Furtwängler^ ξέρουμε δτι
πρέπει νά άποκλειστοΰν άπό τή συζήτη(7η τά τραγόμορφα χαρακτηριστικά τών ελληνιστικών σατύρων, πού καθορίστηκαν άπό
τόν τύπο του Πάνα. Τά μνημεία του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ.
μας παρουσιάζουν αυτά τά πλάσματα μέ χαρακτηριστικά πού
Ι . Ά π ό τόν ((Ηρακλή» του ως τό Glaube der Hellenen 1, 1931, 199.
2. Ann. d. Inst. 1877, 225· Der Satyr von Pergamon 38" Berl. Winck.
Progr. 1880=ZZ. Sehr. I, 134, 190. Σ' αυτή τήν έλληνιστική εξέλιξη άνήκουν κι εκείνα τά χαρακτηριστικά τοΰ τράγου πού μνημονεύουν, άποδίδοντάς τα στούς σατύρους, ό Διονύσιος ό Άλικαρνασσεύς (7, 72, 10) και ό Διόδωρος (1, 88, 3).

61

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

προέρχονται, έν μέρει τουλάχιστον (λ.χ. ή τεράστια ούρά), άπό τά
άλογα.
Διέξοδος άπο αύτές τις δυσκολίες άναζητήθηκε άπο τρεις δρόμους* ό πιο συνηθισμένος οδηγούσε στην Πελοπόννησο. Στο σημείο αύτό είναι άπαραίτητη μιά παρατήρηση σχετικά μέ την ορολογία. Ό Brommer {Satyroi 2· Philologus 225) τεκμηρίωσε
πρόσφατα κάτι πού το εϊχαν ήδη δείξει τά άρθρα των Ε. Kuhnert
και Α. H a r t m a n n : οτι άπό τήν άρχαϊκή ως τήν ελληνιστική εποχή οι όροι σιληνός και σάτυρος χρησιμοποιούνταν άδιάκριτα για
τά 'ίδια πλάσματα μέ τά άλογίσια χαρακτηριστικά. Φυσικά, δεν
θά μπορούσαμε νά άκολουθήσουμ,ε τον Brommer στήν προσπάθειά του να έξακριβώσει και άλλες σημασίες γιά τή λέξη ((σάτυρος», και έτσι να τήν άποκλείσει άπό τήν έπιστημονική της χρήση. Τίποτε, επίσης, δεν ενισχύει τήν άποψη οτι οί οντιδανοί σάτυροι —πού κατά τον 'Ησίοδο (άπ. 123 M.-W.), μαζί μέ τις νύμφες και τούς κούρητες, κατάγονται άπό τόν Φορωνέα— διαφοροποιούνται άπό τούς σιληνούς, πού, κατά τόν όμηρικό "Υμνο στήν
'Αφροδίτη (262), χαριεντίζονται μέ τις νύμφες της "Ιδης. Αύτοι
οΐ δαίμονες του δάσους άνήκουν στήν 'ίδια πανάρχαιη ινδοευρωπαϊκή παράδοση, δπως οί νύμφες κάι οί ναϊάδες. Σ ' αύτήν τήν
((κατώτερη» μυθική περιοχή έχουν διατηρηθεί πολύ περισσότερα
παραδοσιακά χαρακτηριστικά άπ' ό,τι στον κόσμο των θεών, μολονότι δέν θά μπορούσαμε νά αποκλείσουμε και κάποιες άναμείξεις μέ στοιχεία αίγαιικά.^ Τήν ταύτιση σιληνών και σατύρων
στά γνωστά μας δράματα τήν ένισχύει και τό γεγονός ότι οι σάτυροι-χορευτές είναι παιδιά του Παπποσιληνοΰ, όπως μαρτυρεί
και ό Παυσανίας (1, 23, 5): τους γάρ ήλικία των σατύρων προήκονταζ όνομάζουσι σιλ7]νούς [τούς σατύρους πού έχουν προχωρημένη ήλικία τούς ονομάζουν σιληνούς].
Σ ' αύτό τό σημείο άρχίζει μιά ορισμένη προσπάθεια νά λυθεί
τό πρόβλημα του ((άσματος τών τράγων». 01 σάτυροι και οί σιληνοι 'ίσως νά ήταν κάποτε διαφορετικοί δαίμονες καί, άφοΰ οί
παλαιότερες πληροφορίες γιά τούς σατύρους οδηγούν στήν Πελοπόννησο ( H a r t m a n n , 50), οί σιληνοί, σάν ιωνικοί δαίμονες μέ
1. Ουτε γιά τόν σιληνό ουτε γιά τον σάτυρο είναι δυνατά νά εξασφαλιστεί κάποια βέβαιη έτυμολόγηση- πρβ. Η. Frisk, Gr. Etym. Wörterb. Μέ
τή μεταγενέστερη ταύτιση σάτνρος=τίτνρος δέν χρειάζεται νά άσχοληθοΰμε·
πρβ. Brommer, Satyroi 5.

62

II

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

χαρακτηρί-στί,κά άλογου, ήταν φυσικό να ξεχωρίσουν άπο τους
δωρικούς σατύρους, στούς οποίους θά ήταν πρόθυμος κανείς νά
άναγνωρίσει τούς άναζητούμενους τράγο